Σελίδες

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

Τα Χριστούγεννα των Παθών

Πλέον δεν έχουμε το κουράγιο ούτε να ασκήσουμε το αγαπημένο ζακόνι της εποχής: να κατακεραυνώσουμε την καταναλωτικοποίηση των πάντων.



Με τη δαμόκλειο... ψαλίδα που θα κουρέψει τις αποδοχές όλων των εργαζομένων επικρεμάμενη πάνω από το κεφάλι μας και με αρκετές μικρές καθημερινές πολυτέλειες που θεωρούσαμε αυτονόητες να τίθενται πλέον υπό σοβαρή αμφισβήτηση, εισερχόμαστε στην εορταστική περίοδο, με τον φετινό χειμώνα να μας φαίνεται πιο κρύος από ποτέ. Όσο και αν κοροϊδέψουμε τον εαυτό μας, δύσκολα μπορούμε να αποφύγουμε την αυθυποβολή της μιζέριας που επισκιάζει όχι μόνο το κλίμα των ημερών, αλλά της εποχής που ζούμε, εισερχόμενοι στο γνώριμο πανηγυρτζίδικο κλίμα των Χριστουγέννων σαν να μη συμβαίνει τίποτε.


Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011

Επιτρέψτε το κάπνισμα και στα νοσοκομεία

Πάνω που φάνηκε ότι άρχισαν να κωλώνουν και να υποχωρούν, οι νικοτονομανείς «μυρίστηκαν» ελαστικότητα και ανοχή και ξανά προς τον καπνιστικό φασισμό τραβούν.

Από μικροί μάθαμε ότι η ελευθερία του ατόμου σταματά εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου. Από μικροί συνειδητοποίησαμε επίσης πόσο ελαστικός και πολύσημος είναι ο συγκεκριμένος ορισμός. Δεκαετίες τώρα, οι καπνιστές λυμαίνονται την ανοχή (ή και την άγνοια) των μη καπνιστών φλομώνοντάς τους όπου τους βρουν, χωρίς τύψεις και αναστολές. Με θράσος χιλίων πιθήκων, ο καπνιστής θεωρεί ότι κανείς δεν μπορεί να του στερήσει αυτή τη μοναδική ελευθερία που επιβεβαιώνει την ύπαρξή του, την απόλαυση που του προκαλεί η ικανοποίηση του εθισμού του.

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Υπάρχει Αντίδοτο

Ένα πραγματικό «αντίδοτο» για τη δηλητηριασμένη μας καθημερινότητα, αλλά και ενάντια σε όλα αυτά που «δηλητηριάζουν» τις άγουρες και ευαίσθητες παιδικές ψυχές.


Φύσει και θέσει θεατρόφιλος, έχω την ευκαιρία, την όρεξη, αλλά και την υποχρέωση να παρακολουθώ το σύνολο των θεατρικών παραγωγών που ανεβαίνουν στην Κύπρο –και δεν είναι καθόλου λίγες. Η άλλη ιδιότητά μου, η πιο δύσκολη, πιο υπεύθυνη και πιο ευχάριστη απ’ όλες, αυτή του γονέα, μού προσφέρει την ευκαιρία, την όρεξη, αλλά και συνεπάγεται την υποχρέωση να παρακολουθώ -παρέα με τον πιτσιρικά- και αρκετές παραστάσεις θεάτρου για παιδιά. 

Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου -την υγειά μας να ‘χουμε- το γουρλωμένο βλέμμα του την πρώτη φορά που αντίκρυζε την αυλαία να ανοίγει. Ήταν- δεν ήταν ενός έτους, δεν μπορούσε να περπατήσει ακόμη.

Ως τακτικός θαμώνας των παιδικών σκηνών είμαι σε θέση να εξερευνώ και να απολαμβάνω ένα θεατρικό πεδίο που δεν μου προκαλούσε καμία αίσθηση και μπορώ να ομολογήσω ότι σχεδόν το απαξίωνα. Κακώς, καθώς το παιδικό θέατρο είναι μια υπόθεση πολύ πιο σοβαρή, απαιτητική και σημαντική απ’ ότι το θέατρο για ενήλικες.

Η αγωνία σου να γίνεις όσο το δυνατόν καλύτερος γονέας, είναι τελικά η λυδία λίθος για να γίνεις καλύτερος άνθρωπος. Ανάμεσα στις πολύτιμες μικροχαρές της ζωής που ανακαλύπτεις μαζί με τα παιδιά εντάσσεται και η έκφραση του ξεκάθαρου καλλιτεχνικού οράματος μιας θεατρικής εταιρίας που είναι διαφορετική από όλες τις άλλες.

Η περασμένη Κυριακή, λοιπόν, ήταν μια από εκείνες τις μέρες που είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω άλλη μια παράσταση του λατρεμένου Αντίδοτου. Η δουλειά που γίνεται εδώ και 12 χρόνια στο θεατράκι της Λάρνακας είναι ένα πραγματικό «αντίδοτο» για τη δηλητηριασμένη μας καθημερινότητα, αλλά και ενάντια σε όλα αυτά που «δηλητηριάζουν» τις άγουρες και ευαίσθητες παιδικές ψυχές, όπως η νοσηρή κουλτούρα των ηλεκτρονικών παιχνιδιών και των –τάχα παιδικών- τηλεοπτικών προγραμμάτων που βρίθουν από βία, φριχτά τέρατα και πολέμους- η σύγχρονη παιδαγωγία της βίας που θα έχει ανυπολόγιστες συνέπειες.

Είναι πολύ σημαντική για τον γονιό- θεατή η αίσθηση ότι έχει απέναντί του στη σκηνή κάποιον που σέβεται και δεν κοροϊδεύει το παιδί. Ούτε τον ενήλικα. Διασκεδαστικότατες παραστάσεις που συνδυάζουν θέατρο, παντομίμα, κλόουνινγκ, κουκλοθέατρο, χειροτεχνία και μουσική. Ένα οπτικό θέαμα που δεν χρησιμοποιεί, ούτε και χρειάζεται λόγια, το οποίο οξύνει τη φαντασία, ενθαρρύνει τη γόνιμη έκφραση και εκπέμπει αυτοπεποίθηση, χιούμορ και αισιοδοξία, ένα εργοστάσιο ονείρων και συναισθημάτων.

Η σπουδαία δουλειά που κάνουν ο Ξενάκης, η Κάθριν και τα υπόλοιπα παιδιά της ομάδας, με θυσίες και κόπους, αλλά και με τόσο μεράκι και κέφι πιστεύω ότι ίσως να μην έχει ακόμη εκτιμηθεί όσο θα έπρεπε κι αξίζει. Η δουλειά αυτή θα φανεί σε βάθος χρόνου. Και είναι πραγματικά κρίμα που σε μια σεζόν, που ξεκίνησε με τόσα όνειρα και προσδοκίες, μ’ ένα πρόγραμμα τόσο φιλόδοξο που και να το διάβαζες μόνο αγαλλίαζες, έτυχαν τόσες μαζεμένες και σοβαρές αναποδιές, που είχαν ως αποτέλεσμα την ακύρωση, την αναβολή και την αραίωση παραστάσεων. 

Αυτή η άτιμη η ανώτερη βία. Το μόνο που μπορώ να ευχηθώ είναι αυτές οι περιπέτειες να τελειώσουν σύντομα και είμαι σίγουρος ότι δεν πρόκειται να πτοήσουν τον Ξενάκη και το Αντίδοτο. Μπορεί να βγουν και πιο δυνατοί.

Προς το παρόν οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απολαύσουν την Κυριακή 11 Δεκεμβρίου στο ίδρυμα ARTos στη Λευκωσία και στις 18 Δεκεμβρίου στο Ίδρυμα Πολιτιστικής Δημιουργίας για παιδιά και νέους στη Λάρνακα, το «Για Φαντάσου». Μια παράσταση που βοηθά τα μικρά παιδιά να δουν τη ζωή πέρα από τη μονοτονία, παρακολουθώντας το Χρώμα να  εισβάλλει στη ζωή του Άσπρου. Αν το δείτε και δεν σας αρέσει, δεσμεύομαι να σας πληρώσω το αντίτιμο του εισιτηρίου.

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

Μια ανεγκέφαλη χώρα

Εγκλωβισμένη στη γραφειοκρατία και την ανεπάρκεια υποδομών και προσωπικού, η Κυπριακή Βιβλιοθήκη συνεχίζει την άσκοπη πορεία της στο πουθενά χωρίς όραμα, χωρίς προοπτική, βασισμένη μόνο σε μπαλώματα. 



Ξεκίνησα να γράφω αυτό το κείμενο φοβερά εκνευρισμένος. Με ενοχλεί η συνειδητοποίηση ότι θα σπαταλήσω το χρόνο μου για να αραδιάσω μερικές γραμμές, για να αναφερθώ σε ένα βραχνά για την αντιμετώπισή του οποίου δεν έχει γίνει τίποτε τα τελευταία 50 χρόνια. Η μεγαλύτερη ντροπή του κυπριακού κράτους, σήμερα, εκτιμώ ότι παραμένει η θεσμική αδιαφορία που επιφέρει τη διαιώνιση του θέματος της (ανύπαρκτης) Κυπριακής Βιβλιοθήκης. Αν έγραφα αυτό το κείμενο πριν από δέκα, είκοσι, τριάντα, ή -όπως πάνε τα πράγματα- μετά από δέκα χρόνια, δεν θα άλλαζα ούτε κόμμα. Ακόμη περισσότερο στην εποχή της ηλεκτρονικοποίησης της πληροφορίας ο θεσμός αυτός –δεν μιλάω για τα τούβλα και τα ξύλινα ράφια που τον στεγάζουν- διαδραματίζει σε ένα κράτος το ρόλο που διαδραματίζει σε ένα σώμα ο εγκέφαλος. 

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

Λογοκλόπος είναι αυτός που πιάνεται

Όλος αυτός ο χείμαρρος κειμένων που υπάρχουν στο διαδίκτυο, η ανταλλαγή ιδεών, η γρήγορη και αποσπασματική διασπορά της πληροφορίας έχουν επιδράσει αρνητικά στον τρόπο σκέψης και εργασίας μιας ολόκληρης γενιάς δημοσιογράφων.


Δεν αποτελεί φαινόμενο του 21ου αιώνα ο «θάνατος του συγγραφέα». Ο Ρολάν Μπαρτ τα ‘γραφε από τη δεκαετία του ’60, ευαγγελιζόμενος, μετά από τόσα που έχουν γραφτεί τόσες χιλιάδες χρόνια, τον καταποντισμό της παραδοσιακής κυριαρχίας του γράφοντα και την πανηγυρική άνοδο του αναγνώστη ως κατ’ ουσία πρωταγωνιστή και παραγωγού του έργου. Αυτό άλλωστε που έχει σημασία είναι ο αναγνώστης, το πώς θα περάσεις την πληροφορία που επιθυμείς με ελκυστικό τρόπο προκειμένου να μοιραστείς τις πεποιθήσεις σου ή να κινήσεις έναν προβληματισμό.

Θέλεις από συναδελφικό και συντεχνιακό τακτ, θέλεις επειδή κόρακας δεν βγάζει μάτι κοράκου, θέλεις επειδή πολλοί έχουν τη φωλιά τους χεσμένη, το παράξενο σινάφι μας, των δημοσιογράφων, πέρασε λίγο- πολύ στο ντούκου το θέμα της εκτεταμένης και συστηματικής λογοκλοπής επώνυμου συναδέλφου. Προσωπικά, εκτιμώ το ταλέντο του συγκεκριμένου συναδέλφου και δεν θέλω να θεωρώ τυχαία, ούτε απατηλή, την επιτυχημένη πορεία του στο χώρο και το γεγονός ότι έχει ξεχωρίσει από τους δημοσιογράφους της γενιάς του.

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Νήπιο ετών 51

Η στείρα πολιτική μας πραγματικότητα δεν αφήνει πολλά περιθώρια για ελπίδες προκειμένου να γυρίσει ο τροχός και για τον Πολιτισμό. 



Εκτός από ορισμένους μπαγιάτικους χαιρετισμούς σε εκδηλώσεις και εγκαίνια, ο ολόφρεσκος υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού έχει βαλθεί για τα καλά να σπάσει το ρεκόρ της γοργότερης επιβεβαίωσης ότι το χαρτοφυλάκιο του οποίου ηγείται αφορά μόνο την Παιδεία. Δηλαδή, για πόσο καιρό ακόμη θα κοροϊδεύομαστε; Οι φιλότιμες προσπάθειες κάποιων λειτουργών των Πολιτιστικών Υπηρεσιών αποτελούν σήμερα αυτό που θα αποκαλούσαμε «Πολιτιστική Πολιτική» κι αυτό είναι ενδεικτικό της νοοτροπίας μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

Όλες στην ίδια αφετηρία

Λευκωσία, Λεμεσός και Πάφος βρίσκονται στην ίδια αφετηρία, έχουν τις ίδιες πιθανότητες και έχουν όλες τους δικούς τους λόγους να θέλουν να  διεκδικήσουν το χρίσμα της ΠΠΕ.



Επί ποδός οι μηχανισμοί και τα επιτελεία των τριών πόλεων που «ζαχαρώνουν» το χρίσμα της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας και στη σκιά του πολιτικού και κοινωνικού αναβρασμού από τους μετασεισμούς του εγκλήματος στο Μαρί, προσθέτουν τις τελευταίες πινελιές στον φάκελο που θα παραδώσουν στο τέλος του μήνα. Το θερμόμετρο έχει αρχίσει να ανεβαίνει και μοιάζει να κυριαρχεί μια ψυχραιμία, μ’ όλους τους εμπλεκόμενους να ζυγίζουν τις δυνατότητές τους και να σκαρφίζονται ιδέες που θα κερδίσουν επιπλέον πόντους κατά την αξιολόγηση των φακέλων. 


Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

Κλείστε τα σχολεία καλύτερα…

Θέατρο δεν είναι μόνο η θέαση μιας παράστασης. Είναι μια βαθύτατα παιδευτική διαδικασία. 



Στο Ισραήλ, το Υπουργείο Άμυνας δίνει ειδική άδεια στους κληρωτούς, αγόρια και κορίτσια, για να πηγαίνουν δωρεάν σε οποιαδήποτε θεατρική παράσταση επιθυμούν. Με τη στρατιωτική τους στολή. Η συντριπτική πλειοψηφία, φυσικά, αξιοποιεί το ολιγόωρο υπηρεσιακό σημείωμα για να πάρει κανέναν υπνάκο στις αναπαυτικές καρέκλες της πλατείας του θεάτρου, αλλά αυτό δεν πτοεί τους εμπνευστές της πρωτοβουλίας, γιατί γνωρίζουν ότι κι ένας φαντάρος να ανοίξει το ένα μάτι και να δει μια παράσταση, αυτό συνιστά όφελος, για έναν μελλοντικό πολίτη και θεατρόφιλο. 

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011

Η μόνη σίγουρη επένδυση

Βιώνουμε μια δύσκολη συγκυρία που ολοένα και δυσχεραίνει και τώρα περισσότερο από ποτέ είναι που δεν χωρούν οι τσιγκουνιές και η περισυλλογή σε ό,τι αφορά την προσφυγή στα αγαθά του πολιτισμού.


Θα το λέω και θα το γράφω μέχρι να μαλλιάσει η γλώσσα και τα ακροδάχτυλα: ο Πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια, μπουνταλάδες. Είναι επένδυση. Είναι (η) λύση. Η μόνη αχτίδα ελπίδας στο πηχτό σκοτάδι της αβεβαιότητας που πλάκωσε για τα καλά. 

Όπως συμβαίνει και με την περίπτωση της Παιδείας (όπως θα έπρεπε να είναι) μιλάμε για χρήματα που η κοινωνία παίρνει πίσω στο πολλαπλάσιο. Η Πολιτεία πρέπει να κατανοήσει ότι είναι προς το συμφέρον της να μην κωλώσει και να ρίξει ακόμη περισσότερο νερό στο μύλο της ανάπτυξης πολιτιστικών δράσεων, καθώς αυτό συχνά καλλιεργεί στα άτομα την αίσθηση ότι ανήκουν σε ευρύτερη συλλογικότητα και ότι εκτός από «παρτάκιας», ο καθένας είναι και ενεργό μέλος μιας κοινωνικής ομάδας.

Βιώνουμε μια δύσκολη συγκυρία που ολοένα και δυσχεραίνει και τώρα περισσότερο από ποτέ είναι που δεν χωρούν οι τσιγκουνιές και η περισυλλογή σε ό,τι αφορά την προσφυγή στα αγαθά του πολιτισμού. Το να γυρίσουμε την πλάτη στην αλήθεια αυτή και να τη καταχωνιάσουμε στον πάτο των προτεραιοτήτων είναι σαν να περνάμε στον αυχένα μας τον κύφωνα του σκοταδισμού, σαν ένας πνευματικός ακρωτηριασμός. Η ανάγκη για όξυνση του νου, για ευθυβολία σκέψης και για λοξές ματιές είναι τώρα μεγαλύτερη, καθώς χάσκουμε εμβρόντητοι μπροστά στη «φαντασμαγορία του απόλυτου τίποτα».

Είναι κάτι παραπάνω από επιτακτική η ανάγκη εξασφάλισης αντιβάρων στη σφαίρα της γνώσης, των ιδεών, της δημιουργικότητας. Τα βαθιά νοήματα, η αισθητική, η ευαισθησία που απορρέει η γενική παραγωγή του πολιτιστικού αγαθού γεννούν την αμφιβολία, βασικό συστατικό της κριτικής στάσης και της αναγκαίας αναθεώρησης πεπερασμένων νοοτροπιών και αντιλήψεων, αλλά και μιας ολόκληρης αναχρονιστικής κουλτούρας.

«Πείτε μου τώρα κάτι που δεν είναι σε κρίση» έγραφε ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Σερ. Μιλάμε για μια κρίση, που δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά είναι κρίση αξιών, θεσμών, ταυτότητας, κρίση του ίδιου του πολιτισμού μας -με όλες τις έννοιες της λέξης. 

Εκκινώντας από τη διαπίστωση αυτή ας αναλογιστούμε πόσα έχουμε να κερδίσουμε, τώρα που έχουμε αρχίσει να τα χάνουμε όλα, αν αρχίσουμε να αναζητούμε και πάλι τον πολιτισμό, αν προσπαθήσουμε να τον αναθεωρήσουμε και επαναπροσδιορίσουμε τον πολιτισμό, ευνοώντας την παραγωγή πολιτιστικών αγαθών. 

Είναι καιρός, επιτέλους, να το δούμε σαν μια ευκαιρία να κινητοποιηθεί η κοινωνία, να ενώσουν όλοι ιδέες και δυνάμεις για τη μεγάλη ανατροπή της κοινής εικόνας που υπάρχει στο συλλογικό υποσυνείδητο, σχετικά με το Αύριο: ζόφος.

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Κάποια μυαλά πρέπει ν’ αλλάξουν

Υπό οποιεσδήποτε συνθήκες κι αν έχει συμβεί, ένα σοβαρό κρούσμα καταπάτησης της ελευθερίας της έκφρασης δεν μπορεί παρά να αποτελεί πισωγύρισμα στην προσπάθεια της Λευκωσίας να αποτιμήσει και να θέσει υπό νέο πρίσμα την πολιτιστική της πραγματικότητα.

Για μια πόλη που προσπαθεί να παράγει όραμα για τον ορίζοντα του 2017 και φιλοδοξεί να πάρει το χρίσμα της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, συμπεράσματα όπως αυτά της έκθεσης της Επιτρόπου Διοικήσεως θα έπρεπε να εκλαμβάνονται ως «κόλαφος».

Η Ελίζα Σαββίδου ερεύνησε το θέμα της βανδαλιστικής αφαίρεσης δύο δημιουργημάτων από το μπαλκόνι του καλλιτέχνη Χρήστου Αβραάμ στη Λαϊκή Γειτονιά για να διαπιστώσει το προφανές: ότι συνιστά παρέμβαση στην ελευθερία του καθένα να δημιουργεί καλλιτεχνικά, να προβάλλει τα έργα του και μέσω αυτών να εκφράζει τη γνώμη του για την κοινωνική πραγματικότητα.

Ο Χρήστος Αβραάμ διατηρεί ατελιέ που φέρει το σήμα του Δήμου, ως καλλιτέχνης που δραστηριοποιείται εντός των ορίων και με τη στήριξή του. Τα έργα ήταν δύο ζωγραφιές σε φύλλα από χαρτόκουτες, με τις οποίες καυτηρίαζε την κοινωνική ανοχή στα φαινόμενα σεξουαλικής εκμετάλλευσης γυναικών και πορνείας, που παρατηρούνται έντονα στην περιοχή της παλιάς Λευκωσίας και την παράλειψη της τοπικής αρχής να τα αντιμετωπίσει.

Οι ζωγραφιές αναπαριστούσαν, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, εικόνες υποδούλωσης ή εμπορευματοποίησης γυναικών και συνοδεύονταν από τις φράσεις «Sex and Breakfast - anywhere - Ticket here - Nicosia Municipality» και «Fake tradition of Laiki Geitonia - Tourist information - Traditional area of Nicosia».

Στις 31 Μαρτίου, υπάλληλοι του Δήμου χωρίς να τον ενημερώσουν, αφαίρεσαν και κατάσχεσαν τα έργα. Τα έργα επιστράφηκαν στο ατελιέ, μέσα στην καρότσα ενός διπλοκάμπινου, όταν έκπληκτος ο καλλιτέχνης τα αναζήτησε στο δημαρχείο. Ο Δημοτικός Γραμματέας Λευκωσίας χαρακτήρισε τα έργα «αισχρού περιεχομένου» και δήλωσε ότι αν αναρτηθούν ξανά, θα αφαιρεθούν και πάλι.

Υπό οποιεσδήποτε συνθήκες κι αν έχει συμβεί, ένα σοβαρό κρούσμα καταπάτησης της ελευθερίας της έκφρασης δεν μπορεί παρά να αποτελεί πισωγύρισμα στην προσπάθεια της Λευκωσίας να αποτιμήσει και να θέσει υπό νέο πρίσμα την πολιτιστική της πραγματικότητα, να φέρει στο προσκήνιο τον πλούτο και την πολιτιστική της ποικιλομορφία, να αποδείξει ότι έχει τις προϋποθέσεις να υλοποιήσει τα οράματα και τις ιδέες της.

Η προσπάθεια αυτή απορρέει από τον κάθε πολίτη ξεχωριστά, αλλά και από ολόκληρη την πόλη ως ζωντανό οργανισμό και κρούσματα όπως αυτό δείχνουν ότι και στην κεφαλή του οργανισμού αυτού υπάρχουν ακόμη κατεστημένες νοοτροπίες, που πρέπει να διαρραγούν. Διότι δείχνουν, δυστυχώς, ότι δεν υπάρχει συναίσθηση της ελευθερίας της έκφρασης.

Την ευθύνη έχει ο στενοκέφαλος δημότης που πρώτος ενοχλήθηκε από ένα απλό έργο τέχνης που τολμάει να απευθύνει ευθέως μια πνευματική διαμαρτυρία. Και την έχει επίσης ο στενοκέφαλος υπάλληλος που αδυνατεί να διακρίνει το σκοπό ενός έργου τέχνης, περισσότερο από το αν ταιριάζει στο σαλόνι του, αδυνατεί να το αντιμετωπίσει ως άμεση παρέμβαση που καταγράφει την προφανή πραγματικότητα, αυτή που μπορεί να διακρίνει μ’ έναν απλό περίπατο στην εντός των τειχών Λευκωσία και που μάλλον δεν τον ενοχλεί τόσο, όσο το έργο τέχνης.

Κι αν αυτό που «μύγιασε» είναι οι υπόνοιες του καλλιτέχνη ότι ο δήμος κάνει τα στραβά μάτια σε ένα τόσο σοβαρό πρόβλημα, η απάντηση δεν δίνεται με φιμώματα και βανδαλισμούς, αλλά με πράξεις που πείθουν την κοινή γνώμη –που συντίθεται από τις προσωπικές γνώμες του καθενός και εκφράζεται πολλές φορές και με δημιουργικό τρόπο- ότι έχει μπει το νερό στο αυλάκι για την αντιμετώπιση του προβλήματος.





Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

Ένα νησί με τρεις πρωτεύουσες

Το χρίσμα της ΠΠΕ είναι σημαντικό, αλλά όχι σε σημείο να πουλήσει κανείς και την ψυχή του γι’ αυτό. 


Απομένουν λιγότερο από δύο μήνες για την υποβολή των φακέλων υποψηφιότητας για το χρίσμα της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης για το 2017 και κάτι περισσότερο από τρεις, για το πρώτο «ξεσκαρτάρισμα», την προεπιλογή των δύο από τους τρεις φακέλους που θα σημάνει και την ολοκλήρωση του πρώτου μέρους της διαδικασίας. Το Υπουργικό Συμβούλιο έχει ορίσει τους έξι εμπειρογνώμονες- μέλη εκ μέρους της Κυπριακής Κυβέρνησης που θα πλαισιώσουν τους επτά που όρισε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Κριτική Επιτροπή που θα πάρει την απόφαση που μέχρι το τέλος του 2012 θα αλλάξει το ρουν της Ιστορίας μιας πόλης.


Κυριακή 31 Ιουλίου 2011

Το τέλος της μυθικότητας

Ελάχιστοι έχουν απομείνει ακόμη -μακάρι να έχουν για πολλά χρόνια ακόμη την υγειά τους- και στο τέλος θα μας αφήσουν όλοι. 



Παρά την προχωρημένη ηλικία του και τις συχνές αναφορές σε-φυσιολογικές για έναν 90χρονο- μικρές περιπέτειες με την υγεία του, ήταν σαν μη θέλουμε να πιστέψουμε ότι θα έρθει η αποφράδα ημέρα. Κι όμως ήλθε. Ο Μιχάλης Κακογιάννης πέρασε στην αιωνιότητα ως ένας από τους τελευταίους σύγχρονους μύθους της Ελλάδας. Με όλη του την ταπεινοφροσύνη, το πνευματικό του ανάστημα έριχνε τη σκιά του πάνω μας και μας δρόσιζε από τον καυτό ήλιο της στειρότητας, της ασυδοσίας, της καθημερινής αγωνίας, το έργο του έλαμπε φέρνοντάς μας σε επαφή με τα βάθη των αιώνων και της ψυχής μας, φώτιζε τη ζωή σε όλες τις διαστάσεις της.

Κυριακή 24 Ιουλίου 2011

Δεν ξέρω, δε με νοιάζει



«Ποιο είναι χειρότερο: η άγνοια ή η αδιαφορία; Ποιος ξέρει…τι με νοιάζει…»


«Ποιο είναι χειρότερο: η άγνοια ή η αδιαφορία; Ποιος ξέρει…τι με νοιάζει…» λέει ένα ευφυολόγημα. Στην προκειμένη περίπτωση η άγνοια (αν δεχτούμε ότι ο Πρόεδρος δεν γνώριζε) αποδεικνύεται καταστροφική: για τον ίδιο και για όλους μας. Η αμέλεια είναι αμέλεια, είτε γνώριζε και δεν φρόντισε να πράξει, είτε δεν γνώριζε και δεν κούνησε δαχτυλάκι. Δεν είναι δικαιολογία, αλλά η πηγή του κακού. Άγνοια στην προκειμένη περίπτωση είναι και η υποτίμηση της επικινδυνότητας της κατάστασης και αυτού που μπορούσε να προκαλέσει. Δεν το αφήσανε επίτηδες να σκάσει.

Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

Τα πάντα σμπαράλια


Η τύχη στρέφει την ορμή της εκεί που δεν υπάρχει αξιοσύνη. 


Αυτοί να κρατηθούν στην εξουσία και γαία πυρί μιχθήτω. Κυριολεκτικά, ας ανακατευθεί το χώμα με τη φωτιά κι ας καεί η χώρα. Δεν υπάρχουν δικαιολογίες και ελαφρυντικά μπροστά σε μια τέτοια καταστροφή. Δεν ήταν απλά ένας κρότος που μας λαχτάρησε και μας τίναξε από το κρεβάτι μας. Ήταν μια έκρηξη πολλών κιλοτόνων που «γονάτισε» 13 οικογένειες και σμπαράλιασε τα πάντα: τα νεύρα μας, το ηθικό μας, το κουράγιο μας, τις τελευταίες αντιστάσεις της οικονομίας, την εικόνα της χώρας προς τα έξω, μαζί με την ίδια τη δημόσια εικόνα τους και τα τελευταία προσχήματα της αξιοπιστίας τους.

Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

Θαυμάστε με

Η αλαζονεία είναι σαν το σκόρδο: βρωμάει αμέσως μόλις ανοίξει κάποιος το στόμα του.

Μπορεί να ισχύει ότι η ταπεινοφροσύνη είναι η αγαπημένη μεταμφίεση της αλαζονείας, αλλά δεν συμβαίνει και το αντίθετο. Ο επηρμένος άνθρωπος είναι άρρωστος, βλέπει παντού εχθρούς, ανταγωνιστές και αντιζήλους, νιώθει ότι όλοι ασχολούνται με την αφεντιά του και απεργάζονται την καταστροφή του. Δυσκολεύεται, ή καλύτερα αδυνατεί να συγκρατήσει τον εαυτό του από την ακατάσχετη περιαυτολογία, πλασάρει τις απόψεις του ως τη μοναδική και αδιαπραγμάτευτη αλήθεια, ο κόσμος του ανήκει. 

Αν υπήρξε ποτέ -ή μάλλον αν ισχυρίστηκε ότι υπήρξε- ιδεαλιστής, αυτό συνέβη για να τροφοδοτήσει το αχόρταγο εγώ του με την ολόγλυκη αμβροσία του θαυμασμού των άλλων. Αδυνατεί να κρατήσει και τα προσχήματα, οτιδήποτε κάνει εκβιάζει τον θαυμασμό ή και τον φθόνο –γλυκός είναι κι αυτός, ειδικά αν προέρχεται από όσους αντιπαθεί.

Πολλοί από αυτή τη «φυλή» ζουν και αναπνέουν ανάμεσά μας και το πιο ανατριχιαστικό είναι ότι κάποιοι εξ αυτών κρατούν τις τύχες μας στα χέρια τους. Είναι άνθρωποι που δεν έχουν ούτε ακουστά το ρητό «άρχεσθαι μαθών, άρχειν επιστήσει» κι αν το πήρε λιγάκι το αυτί τους, δεν ίδρωσε. Βρίσκουν ενοχλητικά ανώφελο να κάνουν κάτι χωρίς αντίκρισμα για τη μεγαλομανία τους, αντίθετα επιδιώκουν να καυχηθούν για το πιο ασήμαντο «κατόρθωμά» τους. Αλλά, η αλαζονεία είναι σαν το σκόρδο: βρωμάει αμέσως μόλις ανοίξει κάποιος το στόμα του.

Αν αυτή η έπαρση συνδυαστεί με τον φανατισμό και το δογματισμό, όλο το γλυκό «καθίσει» στη βάση της μισαλλοδοξίας, πασπαλισμένο με την αμορφωσιά και τη μονομανία, το αποτέλεσμα δίνει πολλές απαντήσεις για τα αμέτρητα ιστορικά αδιέξοδα, τους πολέμους και τις γενοκτονίες. Το κουσούρι που γεννάει την αλαζονεία είναι η έλλειψη αυτοπεποίθησης και κατά προέκταση ο φόβος σε κάθε του έκφανση- ο μεγαλύτερος και πιο ύπουλος εχθρός του ανθρώπου, αλλά και του Πολιτισμού. Εμποδίζει την πραγματική πρόοδο, την πνευματική μας εξύψωση.

Βέβαια, υπάρχει και η θεωρία που υποστηρίζει ότι κατά βάθος όλοι είμαστε αλαζόνες και οι ενάρετοι φαίνονται από το πόσο καλά πετυχαίνουν να το κρύψουν αυτό, να περιορίσουν την αλαζονεία σε λανθάνουσα μορφή. 

Ο πολιτισμός δεν είναι κληροδότημα, σαν τον μπαξέ του παππού. Είναι κατάκτηση. Ακόμη κι αυτό το απόσταγμα γνώσης και σοφίας, το χνάρι του ανθρώπου πάνω στον πλανήτη, οι επόμενες γενιές πρέπει να το μελετήσουν και να χτίσουν πάνω σ’ αυτό, όχι απλώς να το θαυμάζουν και να το φυλάνε σαν κόσμημα, γιατί έτσι το αχρηστεύουν, είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ. 

Ένα καλό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή είναι ο περιορισμός της αλαζονείας.

Κυριακή 19 Ιουνίου 2011

Mυαλά στη μέγγενη

Η οικονομική κρίση δεν είναι το πρόβλημα, αλλά απλώς μια παρενέργεια του πραγματικού προβλήματος.

Όταν ακούς να μιλάνε περί ειρήνης, πάρε το όπλο σου. Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν ακούς να μιλάνε περί οικονομικών, ράψε τις τσέπες σου. Το «ουρανοκατέβατο» (;) κακό που βρήκε τη φουκαριάρα την Ελλάδα -που της έλαχαν αχρείοι πολιτικοί και εξαπατημένοι ψηφοφόροι που χτυπούν το κεφάλι τους κατόπιν εορτής- μας έχει ταρακουνήσει όλους. 

Γνωρίζοντας πως όταν πταρνίζεται η Ελλάδα το συνάχι εδώ το έχουμε σίγουρο και με δεδομένη τη μπόρα της παγκόσμιας κρίσης, που και ομπρέλα να κρατάς όλο και κάποιες ψιχάλες θα σε πιάσουν, ετοιμαζόμαστε κι εμείς για τα χειρότερα, φτύνοντας τον κόρφο μας.

Είναι εκνευριστική η διαπίστωση ότι όλο αυτό το κλίμα δίνει ένα ισχυρό πάτημα στους επιλεκτικά «τσιγκούνηδες» και περισυλλογιστές, να κόπτονται για την ευρωστία της κρατικής οικονομίας μόνο όταν πρόκειται για κάτι ουσιαστικά χρήσιμο στα κοινά, όπως οι πολιτιστικές υποδομές και η δημιουργία. 

Η επιγραφή «Μούσαις χάρισε θύε», δηλαδή θυσίαζε στις Μούσες και τις Χάριτες, που κρέμασε ο Χαρίτων Χαριτωνίδης στην είσοδο της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου, μπορεί σήμερα να διαβάζεται από ρομαντική έως και γραφική και να αντιμετωπίζεται ως ψευτοδιανοουμενίστικη εξυπνάδα, αλλά η κρίση πόρρω απέχει από τη λύτρωση όσο δεν γίνεται «κοινό κτήμα» το αξίωμα ότι η οικονομική κρίση δεν είναι το πρόβλημα, αλλά απλώς μια παρενέργεια του πραγματικού προβλήματος.

Είναι ένα κλίμα μέσα στο οποίο ευδοκιμούν κάθε είδους περίεργες φυλές. Βιαστές που δημηγορούν υπέρ της παρθενίας. Κερατάδες που τελαλίζουν τις αρετές της πολυγαμίας. Σαρκοφάγοι που, μεταξύ δύο γευμάτων, υποστηρίζουν φανατικά τη χορτοφαγία. Μάντηδες παλιών ειδήσεων και έμποροι ψυχών, μυαλοποιοί και μυαλοπώληδες. 

Όπως συμβαίνει πάντοτε, τη νύφη δεν την πληρώνουν αυτοί που τη χαίρονται στο κρεβάτι τους, ούτε τα σπασμένα αυτοί που τα σπάσανε. Τα κερατιάτικα τα πληρώνει ο κερατάς και δαρμένος. «Οι νταβατζήδες στα θεωρεία κι εμείς στο λάκκο με τα θηρία» που λέει κι ο Τζιμάκος.


Συνεπώς, το «ξύπνημα» και η «αγανάκτηση», έστω και με ελλειμματική αυτοκριτική, χρειάζεται. Δεν μπορούμε να μένουμε απαθείς, μετέωροι ενώ η δίνη μας ρουφάει για τα καλά. Όποιος δεν προχωρά, πάει προς τα πίσω κι αυτό είναι μια αρχή που κινεί κοτζάμ μηχανισμό του καπιταλισμού. 

Αυτή η κίνηση προς τα εμπρός, άλλωστε είναι η μόνη κατά την οποία ο άνθρωπος διατηρεί την ισορροπία, την αυτοκυριαρχία και την αυτοπεποίθησή του. Σε οποιαδήποτε άλλη, είναι έρμαιο. Με καύσιμο την αυτογνωσία, αλλά και τα λάθη και τα ελαττώματά μας παίρνουμε πρώτα τον εαυτό μας και τη ζωή μας στα χέρια μας και μετά όλο τον κόσμο. 

Δεν πρέπει να ξεχνάμε, άλλωστε, πως «τίποτα πλήρες δεν αναπνέει», όπως έλεγε και ο Ιταλοαργεντινός ποιητής Αντόνιο Πόρτσια.

Κυριακή 12 Ιουνίου 2011

Η κάθοδος των συγγραφέων

Το «κλείσιμο του ματιού» των Ελλήνων εκδοτών και συγγραφέων προς τους Κύπριους αναγνώστες, δεν είναι τυχαίο, ούτε σημαίνει ότι ξαφνικά «αγάπησαν» τους Κύπριους αναγνώστες. 

Ο Απρίλης και ο Μάιος είναι παραδοσιακά οι μήνες που οι εκδοτικοί οίκοι δίνουν το μεγαλύτερο βάρος στην παραγωγή τους καθώς το καλοκαίρι είναι η αγαπημένη εποχή για το διάβασμα, τόσο για τους αγγλιστί επονομαζόμενους «bookaholics», όσο και για τους λιγότερο «συστηματικούς» αναγνώστες. Ο χρόνος μπροστά από αυτό το «κουτί του διαόλου» λιγοστεύουν, η ρουτίνα χαλαρώνει και αυξάνονται οι ευκαιρίες για ξεκούραση και ξεγνοιασιά, ενώ μεγαλύτερη είναι και η διάθεση για εναλλακτική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου.

Μόνο το μήνα που διανύουμε διοργανώθηκαν και διοργανώνονται καμιά τριανταριά εκδηλώσεις- παρουσιάσεις βιβλίων σε όλες τις πόλεις της Κύπρου. Οι περισσότεροι από τους συγγραφείς είναι εξ Ελλάδος κι είναι εμφανής η πρόθεση μεγάλων ελληνικών εκδοτικών οίκων να «σπρώξουν» τα βαριά, εμπορικά «χαρτιά» τους στην Κύπρο, εντοπίζοντας στο νησί τις προοπτικές μιας αγοράς που μπορεί να μην είναι «παρθένα», αλλά στην εποχή της μεγάλης δυσπραγίας, μπορεί να δώσει μεγάλες «ανάσες».

Μπορεί η κρίση στην Ελλάδα να μην έχει επηρεάσει συγκλονιστικά τις πωλήσεις βιβλίων (μάλλον το αντίθετο συμβαίνει, αφού υπάρχει κίνηση ιδιαίτερα στα βιβλία που θεματολογικά σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την κρίση), αλλά όπως όλοι οι επιχειρηματίες, οι εκδότες επιζητούν να εξετάσουν καινούριες προοπτικές, όταν μια ολόκληρη οικονομία σφίγγει τα λουριά. Το «κλείσιμο του ματιού» των Ελλήνων εκδοτών και συγγραφέων προς τους Κύπριους αναγνώστες, δεν είναι τυχαίο, ούτε σημαίνει ότι ξαφνικά «αγάπησαν» τους Κύπριους αναγνώστες. 

Ωστόσο, δεν μας χαλάει κιόλας. Αντίθετα, δίνεται η ευκαιρία στο βιβλιόφιλο κοινό να γνωρίσει από κοντά αγαπημένους ή αγνώστους του συγγραφείς, να τους ακούσει να μιλούν για το έργο τους, να συζητήσει μαζί τους, να αισθανθεί κάποιου είδους πνευματική οικειότητα μαζί τους, να διαπιστώσει από πρώτο χέρι ότι πίσω από τις λέξεις κρύβονται άνθρωποι με σάρκα και οστά και όχι απόμακροι «γκουρού» κλεισμένοι στη γυάλα της δημοσιότητας.


Το μεράκι και το αυξανόμενο ενδιαφέρον από τοπικούς παράγοντες, βιβλιοπώλες κ.λπ. για τη διοργάνωση τέτοιων παρουσιάσεων και τη φιλοξενία συγγραφέων από την Ελλάδα αξίζει ειδικής μνείας και συμβάλει κι αυτό με τη σειρά του στην εξάπλωση αυτού του φαινομένου. Οι βιβλιοπώλες, άλλωστε, δεν είναι μπακάληδες, με όλη τη συμπάθεια για τη συγκεκριμένη συνομοταξία εμπόρων. Το εμπόρευμά τους είναι ευαίσθητο και ιδιόμορφο και χρειάζεται να συμμετέχουν ενεργά στο διάλογο για τη διάδοση της φιλαναγνωσίας και τη σημασία του βιβλίου για την πνευματική μας ζωή. Γι’ αυτό και τους καλωσορίζουμε. 

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Αγάπη μου, δεν είναι αυτό που νομίζεις…

Ανατριχιάζει κανείς και μόνο που το σκέπτεται: τα χρόνια περνούν, ο κόσμος προοδεύει, ο πολιτισμός εξελίσσεται, όλα τριγύρω αλλάζουνε, εκτός από την πολιτική και τους πολιτικούς.



Όλα στο παιχνίδι είναι. Κι οι αλλαξοκαρεκλιές, κι οι ίντριγκες, τα πισώπλατα μαχαιρώματα, τα τσαλιμάκια, οι πιρουέτες, όλα. Η πολιτική διέπεται από το νόμο της ζούγκλας, όπου κάθε συζήτηση περί ηθικής είναι πρόσχημα: ευγενικότερος στόχος είναι μόνο η επιβίωση. Και δεν πρόκειται για σπριντ, ούτε και για μπαρμπούτι. Σκάκι είναι και μάλιστα οι καλύτεροι παίκτες δεν είναι οι πιο έξυπνοι, αλλά οι πιο ζαβολιάρηδες. 

Ο Μακιαβέλι ήξερε πολύ καλά τι έλεγε πριν από 500 χρόνια όταν διατείνονταν ότι ο επιτυχημένος ηγεμόνας καθοδηγείται από την αυστηρά ωφελιμιστική επιλογή των μέσων που κρίνει κατάλληλα για τους σκοπούς του, αυτός που ξέρει να αρπάζει τις ευκαιρίες που προκύπτουν και να αφουγκράζεται τη συγκυρία. Κανείς από τους πριν και μετέπειτα ηγεμόνες του κόσμου δεν παρεξέκλινε από τον κανόνα αυτό, γιατί ο λεγόμενος και πατέρας της σύγχρονης πολιτικής σκέψης δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να καταγράψει την κατάσταση όπως πραγματικά έχει. Στο πρόσωπο του Καίσαρα Βοργία βρήκε το αρχέτυπο του διαχρονικού φιλόδοξου πολιτικού άρχοντα, που επιστρατεύει τη δύναμη της θέλησης κι ένα μείγμα πολιτικών μεθόδων, προκειμένου να πετύχει πάση θυσία τους πολιτικούς του στόχους. Ανατριχιάζει κανείς και μόνο που το σκέπτεται: τα χρόνια περνούν, ο κόσμος προοδεύει, ο πολιτισμός εξελίσσεται, όλα τριγύρω αλλάζουνε, εκτός από την πολιτική και τους πολιτικούς.

Όλοι εμείς που καθόμαστε απέναντι, πόσο μάλλον όσοι βρισκόμαστε στην έπαλξη της άτυπης «4ης Εξουσίας», εύκολα χτυπάμε τα δάχτυλά μας πάνω στο πληκτρολόγιο, όπως αβίαστα εκστομίζουμε μύδρους προσωπικά ή γενικά εναντίων αυτών που ορίσαμε να ορίζουν τις τύχες μας. Αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων ότι δεν κάνει ο άνθρωπος την καρέκλα, αλλά ισχύει το αντίθετο. Πολλοί είναι αυτοί που λένε «βρε ας με έβαζαν εμένα Πρόεδρο/ βουλευτή/ υπουργό κ.ο.κ. για μια μέρα και θα τα έκανα όλα τζιτζί». 

Αρκετοί ήταν αυτοί που κατάφεραν να πάρουν την καρέκλα έχοντας καλές προθέσεις, σαν αυτές που είναι στρωμένος ο δρόμος προς την κόλαση. Μόλις, όμως, στρογγυλοκάθισαν, μια απόκοσμη μεταφυσική δύναμη προερχόμενη από το υπερπέραν κατέλαβε το μυαλό και την καρδιά τους και τους μετέφερε στη σκοτεινή απέναντι πλευρά. Έτσι είναι τα πράγματα;

Μάλλον το βασίλειο της Δανιμαρκίας είναι σάπιο ως τα θεμέλια και καταπίνει όλες τις καλές προθέσεις, τις ιδέες και τις εμπνεύσεις και μεταλλάσει τους άρχοντες σε μια στρατιά από κυνικούς καιροσκόπους, έρμαια των φυσικών δυνάμεων της πολιτικής. Κακός πολιτικός δεν είναι μόνο αυτός που βάζει χέρι στον μπεζαχτά, ούτε αυτός που χαϊδεύει τα αυτιά του όχλου και καμώνεται ότι φοράει τις ίδιες αλυσίδες. Είναι συνένοχος όποιος συμμετέχει σ’ ένα φαληρισμένο σύστημα που στηρίζεται σε μια σειρά από παράλληλα «εγώ» των κάθε λογής ματαιόδοξων εξυπνάκηδων, σε βάρος του συνόλου.

Αργά ή γρήγορα η Αγανάκτηση θα βροντήξει και τη δική τους πόρτα. Δεν αργεί η μέρα που οι πολλές μικρές ακίνδυνες, άβουλες και ανάλαφρες νιφάδες θα ενωθούν μεταξύ τους και θα γίνουν χιονοστιβάδα που θα παρασύρει όλα τα προσχηματικά αντερείσματα του σάπιου συστήματος. Αμήν.

Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Το αδιέξοδο της δημοκρατίας

Όχι μόνο υπάρχουν αδιέξοδα στη δημοκρατία –ή σ' αυτό που σήμερα έχουμε το θράσος να αποκαλούμε έτσι -αλλά το ίδιο το πολίτευμα έχει καταντήσει ένα Αδιέξοδο.


H δημοκρατία, έστω και με τον τρόπο που λειτούργησε στην Αρχαία Αθήνα, δηλαδή ως κλειστό κλαμπ για βέρους Αθηναίους, άρχισε να «μπάζει νερά» ως πολίτευμα μερικά μόλις χρόνια μετά τη «χρυσή εποχή» της, επί Περικλή. Αυτή την περίοδο ακμής των περίπου δύο δεκαετίων δεν την ματαείδε ο κόσμος. Εκτός, φυσικά, αν θεωρείτε «αποθέωση του δημοκρατικού πολιτεύματος» αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, στη βρικολακιασμένη πολιτική μας ζωή. 

Ήταν άσχημη λέξη από τότε η δημοκρατία, καθώς εμπεριείχε τη λέξη «κράτος» και μάλιστα πολλοί θεωρούν ότι ονόμασαν έτσι αυτό το πολίτευμα οι δυσφημιστές του, αντί για τον όρο π.χ. «δημαρχία» από το πιο… σοφτ «άρχω», δηλαδή κυβερνώ, καθοδηγώ. Αυτή η διαχρονική συκοφαντία μας έμεινε αμανάτι δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα και τη λουζόμαστε καθημερινά σ’ όλες τις εκφάνσεις της, κυρίως όμως ως ένα κωμικό γαϊτανάκι από φτηνά υποτραπέζια παιχνιδάκια, λαϊκίστικες αρλούμπες, διαγωνισμούς καρεκλολαγνείας, πασαλειμμένο και μ’ ένα ξύλινο λόγο που προσβάλει την ελληνική γλώσσα, μαζί με τη νοημοσύνη μας.

Τα κουσούρια της δημοκρατίας φάνηκαν από τότε, σχεδόν αμέσως, αφού η ανάπτυξη και η εδραίωσή της σύντομα άρχισε να λιμνάζει, ενώ η φιλολαϊκή φιλοσοφία της ερχόταν συχνά σε αντίφαση και αντίθεση με την έκφραση της εξουσίας, καθιστούσαν το κράτος πιο ευάλωτο, με συνέπειες ακόμη και για τον κοινωνικό ιστό.

Μετά από ένα μικρό διάλειμμα… 23 σκοτεινών αιώνων οι αρχές της δημοκρατίας επανήλθαν, ουσιαστικά με τη Γαλλική Επανάσταση. Σήμερα οι ολιγάρχες δημαγωγοί κρατούν τα ηνία της εξουσίας φορώντας ένα κακοφτιαγμένο προσωπείο που αποκαλούν «δημοκρατία», επικαλούμενοι μια ολιγόχρονη ουτοπία, που ουσιαστικά ποτέ δεν λειτούργησε. Γιατί αν λειτουργούσε, οι όμοιοί τους θα ήταν οι πρώτοι που θα είχε αποβάλλει. Η λέξη, η έννοια, έχει χάσει το νόημά της.

Επομένως, όχι μόνο υπάρχουν αδιέξοδα στη δημοκρατία – ή σ' αυτό που σήμερα έχουμε το θράσος να αποκαλούμε έτσι -αλλά το ίδιο το πολίτευμα έχει καταντήσει ένα Αδιέξοδο. Δεν προπαγανδίζω υπέρ κάποιου άλλου από τα πολιτεύματα που λυμαίνονταν και αιματοκυλούσαν την ανθρωπότητα για χιλιάδες χρόνια, απλώς επισημαίνω ότι η εφαρμογή του υπάρχοντος πολιτεύματος είναι μια φενάκη, μια διαχρονική απάτη, μια κωμικοτραγική παραλλαγή. Ο κόσμος μας δεν είναι σε καλά χέρια, οι κουμανταδόροι μας, ο «καθρέφτης» μας, αυτοί τους οποίους ορίσαμε με την ψήφο μας να κάνουν τη βρώμικη δουλειά, τη «λάντζα» της εξουσίας, μας επιστρέφουν τη χλεύη με την ανεπάρκειά τους.

«Δύο είναι οι εχθροί της Πολιτικής και του Πολιτισμού: ο ελιτισμός και ο λαϊκισμός» έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις. Κι εφόσον πλέον ο πρώτος δεν έχει πέραση, ειδικότερα στην εποχή που οι τσέπες- όχι οι καρδιές- των πολλών αδειάζουν, είμαστε καταδικασμένοι να υπομένουμε τον δεύτερο και τον πομπώδη «δημοκρατικό» του μανδύα. 

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

Ο βήχας και η αδιαφορία δεν κρύβονται

Η κοινωνία μας έχει άλλες προτεραιότητες και ξέρουμε καλά τι θα τα κάνουμε τα λεφτά μας: οτιδήποτε προκειμένου να τα αυγατώσουμε, προσθέτοντας μερικές πινελιές επίπλαστης ευημερίας.
 

Δεν περνούν τα δευτερόλεπτα να ολοκληρωθεί, επιτέλους, το πανηγύρι της δημοκρατίας, να τους υποστούμε ακόμη για μερικές ώρες να μεγαλαυχούν –όλοι- για τη «μεγάλη νίκη» τους, να ευγνωμονούν τους ψηφοφόρους τους, αλλά και το σύνολο του εκλογικού σώματος –μιας χρήσεως- «που δεν υπέπεσε στην ύβρη της αποχής».

Από αύριο τα κεφάλια μέσα, οι εκλεγμένοι θα τρίβονται μόνοι με τις δάφνες τους, μόνοι θα θρηνούν και θα αυτοσπλαχνίζονται κι όσοι δεν βολέψουν τελικά τους επιδέξιους ποπούς τους σε βουλευτικά έδρανα. Η πολυθρύλητη «αλλαγή» θα επέλθει. Αυτό είναι βέβαιο. Αυτή που δεν είναι καθόλου βέβαιη είναι η πρόοδος.

Η βαρετή καθημερινότητά μας θα επιστρέψει για να μας θυμίσει πόσο την έχουμε αναπολήσει και πόσο προτιμούμε την πλήξη από την αερολογία, ενώ η ζωή θα μπει στους λατρεμένους ρουτινιάρικους ρυθμούς της. Η πολυαναμενόμενη «αποκαθήλωση» της οπτικής μόλυνσης, με τις χαρωπές très sick (sic) κοστουμαρισμένες, γραβατωμένες, ή ψευτοανέμελες φιγούρες να μας αδειάζουν τη γωνιά, θα μας ανακουφίσει, θα καλμάρει λιγάκι τα τσιτωμένα νεύρα μας.

Η αμηχανία, το ενδιαφέρον και η απορία θα κρατήσει το πολύ μέχρι αύριο και μετά όλα θα γίνουν ξανά όπως πριν.

Στον τομέα του Πολιτισμού η αγωνία θα είναι μικρότερη από οπουδήποτε αλλού, αφού κανείς δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει ότι αυτή τη φορά, τουλάχιστον, δεν είχε κανείς το ΘΡΑΣΟΣ να τάξει και τίποτε. Ίσα- ίσα, σε μια εποχή που βασιλεύουν η κρίση και οι κροίσοι, οτιδήποτε σχετικό ακούγεται περίπου σαν περιττή πολυτέλεια. Πεταμένα λεφτά.

Η κοινωνία μας έχει άλλες προτεραιότητες και ξέρουμε καλά τι θα τα κάνουμε τα λεφτά μας: οτιδήποτε προκειμένου να τα αυγατώσουμε, προσθέτοντας μερικές πινελιές επίπλαστης ευημερίας. Έτσι κι αλλιώς, στη κοινωνία μας οι ανάγκες μας καθορίζονται και ικανοποιούνται από άχρηστα πράγματα και γεννούν άλλες ανάγκες που καθορίζονται και ικανοποιούνται από άχρηστα πράγματα κ.ο.κ.

Παρακμάζων Πολιτισμός, όμως, συνεπάγεται παρακμάζουσα κοινωνία. Η ελληνική γλώσσα είναι πολύ πλούσια για να είναι τυχαίο το γεγονός ότι η λέξη «Πολιτισμός» περικλείει αμφότερες τις έννοιες που οι κουτόφραγκοι περιγράφουν ως «culture» και «civilisation».

Για εμάς είναι ένα και το αυτό. Είναι όλα τα πνευματικά, υλικά και τεχνικά επιτεύγματα, τα αποτελέσματα των δημιουργικών δυνάμεων «όπως εκφράζεται ιστορικά στους τύπους και στις μορφές οργάνωσης και δράσης της κοινωνίας καθώς και στη δημιουργία (υλικών και πνευματικών) αξιών», οι συνθήκες ζωής όπως διαμορφώθηκαν από την πρόοδο και την εξέλιξη, ο τρόπος ζωής και συμπεριφοράς, η παιδεία, η μόρφωση, η καλλιέργεια.

Αλίμονό μας αν περιμέναμε μόνο την αρωγή της Πολιτείας, ο Πολιτισμός θα ήταν ένας πάμφτωχος συγγενής καταδικασμένος σε μαρασμό. Διόλου παράξενο, αφού από την εποχή του Αριστοτέλη ακόμη θεωρούνταν «μέγιστος εχθρός των εξουσιών». Συνεπώς, τέρμα στην αναμονή, είναι πλέον καθήκον του καθενός να ποτίζει το «δέντρο» και να συμβάλει στην περιποίησή του.




Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Ζήσε Μάη μου να φας μαχαίρι

Με την εγκληματικότητα να οξύνεται, την απάθεια να βασιλεύει και την ανθρωπιά να κουνάει το μαντήλι, ήγγικεν γαρ η βασιλεία της  θυγατρός της Στυγός και του Πάλλαντα.

«Ο αδερφός μου υπηρετεί στη Βαγδάτη, αλλά εγώ ανησυχώ για τη μάνα μου, που ζει στην Αθήνα» μού εκμυστηρεύθηκε πριν λίγες μέρες ένας καλός φίλος. Δεν τον αδικώ. Η κατάσταση έχει ξεφύγει από τον έλεγχο, δυστυχώς, ενώ οι περισσότεροι παρακολουθούμε αμήχανα και μουδιασμένα τα γεγονότα, ψευτοοικτίρωντας με αντιδράσεις κρότου- λάμψης.  

Με τον «οικονομικό πόλεμο» να μαίνεται και να θερίζει κεφάλια, κι ο τελευταίος Έλληνας έχει τους τελευταίους μήνες ενδιατρίψει στην οικονομολογία κι έχει εξαντλήσει όλες τις βάσιμες και αβάσιμες θεωρίες συνωμοσίας. Η κοινωνική «χύτρα», με το καπάκι ερμητικά κλειστό, έχει ήδη αρχίσει να «σφυρίζει» επικίνδυνα και μοιάζει έτοιμη να εκραγεί, ενώ κανείς και τίποτε δεν μοιάζει να μπορεί να παίξει το ρόλο της βαλβίδας εκτόνωσης. 

Το σαθρό σκηνικό που έχει ήδη αρχίσει να καταρρέει θορυβωδώς, διάβρωσαν ανεπανόρωθωτα η ανευθυνότητα, η έλλειψη πρόληψης και οράματος, η ατολμία, η διαφθορά, η απονιά, η ιστορική υποκρισία μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Η δολοφονία του 44χρονου, την Τρίτη, στη διασταύρωση Γ’ Σεπτεμβρίου και Ηπείρου λειτούργησε ως θρυαλλίδα που πυροδότησε τα πύρινα ποτάμια του μίσους, με τα εθνικιστικά στοιχεία, σαν να περιμέναν από καιρό την αφορμή, να εξαπολύουν ρατσιστικά πογκρόμ, μία σου και δέκα μου, απολαμβάνοντας και τις «πλάτες» της κοινής γνώμης που ως έρμαιο διαχρονικά στον κυκεώνα των επιφανειακών πρώτων εντυπώσεων «βλέπει θετικά» μια επιχείρηση-σκούπα στο κέντρο της Αθήνας και βλέπει ως εξιλαστήριο θύμα τους μετανάστες. Δείξε μου τον φταίχτη.

Το μεταναστευτικό είναι αυτή την περίοδο το πιο «καυτό» και ευαίσθητο ζήτημα για όλους τους Ευρωπαίους, με την Άκρα Δεξιά να ακονίζει τα νύχια της και να τρίβει τα χέρια της, βλέποντας τις δυνάμεις της να αυξάνονται. Η συνθήκη για το κλείσιμο της συνθήκης Σένγκεν και την άρση της ελεύθερης διακίνησης να έχει σοβαρέψει, οι Έλληνες την περίοδο αυτή θα ήταν η τελευταίοι που θα έβγαιναν ωφελημένοι από μια τέτοια εξέλιξη.

Με την εγκληματικότητα να οξύνεται, την απάθεια να βασιλεύει και την ανθρωπιά να κουνάει το μαντήλι, ήγγικεν γαρ η βασιλεία της  θυγατρός της Στυγός και του Πάλλαντα. Η Βία, αδελφή του Ζήλου, της Νίκης και του Κράτους –το οποίο στην ελληνική μυθολογία προσωποποιούσε την κάθε μορφής ωμή εξουσία- έχοντας ήδη συμβάλει στο αλυσόδεμα του Προμηθέα, θα ποδοπατήσει και πάλι τον Πολιτισμό και θα εξαπλωθεί σαν γάγγραινα σε όλο τον κοινωνικό ιστό. 

Η συγγενική σχέση Κράτους- Βίας επιβεβαιώνεται με την πρώτη ευκαιρία, με διαδηλωτές να χαροπαλεύουν για ψύλλου πήδημα, από τα «χάδια» της καταστολής. Τα χειρότερα έπονται.


Κυριακή 8 Μαΐου 2011

«Μαχαιροβγάλτης» με το σπαθί του

Ο θρίαμβος του «Μαχαιροβγάλτη» δείχνει ότι μετά τους σινεφίλ και τους σινεκριτικούς, πλέον η σκληρή δουλειά και το όραμα του Γιάννη Οικονομίδη έχει αναγνωριστεί και από το σινάφι των κινηματογραφιστών στην Ελλάδα, σε σημείο να μην μπορούν να κάνουν διαφορετικά από το να τον βραβεύσουν, παρά την αντισυμβατική του φύση και την πεισματική απουσία του από τους «διαδρόμους».

Με τίποτα δεν μπορώ να φανταστώ τον Γιάννη Οικονομίδη με φράκο και παπιγιόν να πατάει με τα λουστρίν πάνω στο κόκκινο χαλί του Kodak Theatre. Αν πάθαινε τέτοιο «κακό», δεν αποκλείεται να έστελνε στο πόδι του τον Πάνο τον Παπαχατζή, όπως συνέβη το βράδι της Τρίτης στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση. Τότε που ο άμοιρος παραγωγός λαχάνιασε να ανεβαίνει κάθε λίγο τις σκάλες για να παραλαμβάνει τα αγαλματάκια για λογαριασμό των συντελεστών: επτά βραβεία ήταν αυτά. 

Κι όχι όποια κι όποια. Και βραβείο καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας και σεναρίου και φωτογραφίας. Επίσης, ήχου, σκηνογραφίας, ήχου, μοντάζ. Ευτυχώς, δηλαδή, που ο Γιάννης δεν βάζει μουσική στις ταινίες του, αλλιώς στους υπόλοιπους θα έμεναν μόνο τα βραβεία ερμηνείας.

Πρόκειται για έναν απλησίαστο –θα το δούμε και τα επόμενα χρόνια- θρίαμβο, ο άνθρωπος «τα πήρε όλα κι έφυγε». Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε ότι η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου ανέδειξε και τον «Μαχαιροβγάλτη» ως καλύτερη ελληνική ταινία της χρονιάς που πέρασε, όπως δηλαδή συνέβη το 2007 με την «Ψυχή στο Στόμα» και το 2003 με το «Σπιρτόκουτο», τότε αναδεικνύεται με «απολυταρχικά» ποσοστά κορυφαία ελληνική ταινία της χρονιάς και οποιαδήποτε αμφισβήτηση αγγίζει τα όρια της εμπάθειας.

Ο θρίαμβος του «Μαχαιροβγάλτη» δείχνει ότι μετά τους σινεφίλ και τους σινεκριτικούς, πλέον η σκληρή δουλειά και το όραμα του Γιάννη Οικονομίδη έχει αναγνωριστεί και από το σινάφι των κινηματογραφιστών στην Ελλάδα, σε σημείο να μην μπορούν να κάνουν διαφορετικά από το να τον βραβεύσουν, παρά την αντισυμβατική του φύση και την πεισματική απουσία του από τους «διαδρόμους».

Δεδομένου, εντούτοις, ότι ο «Κυνόδοντας», που έβαλε ξανά το ελληνικό σινεμά στον χάρτη των Όσκαρ, είχε αναδειχτεί πέρσι από την Ελληνική Ακαδημία κινηματογράφου καλύτερη ελληνική ταινία, -αποσπώντας και λιγότερα βραβεία από τον «Μαχαιροβγάλτη»- θα εκλάμβανε κανείς ως αυτονόητη την επιλογή της ταινίας του Κύπριου σκηνοθέτη να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στην επόμενη προεπιλογή των βραβείων της αμερικανικής ακαδημίας.

Μπριτς! Ο αναπληρωτής υπουργός Πολιτισμού Τηλέμαχος Χυτήρης επιστράτευσε τα γυαλιά του σαν να μην πίστευε τον τίτλο- γλωσσοδέτη που του έδωσαν να ανακοινώσει: «Attenberg». Όσο καλή κι αν είναι η ταινία της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη, όσο συμπαθητική κι αν είναι η πορεία της στα διεθνή φεστιβάλ, όσο κι αν «κυνοδοντίζει» ελαφρώς και αν συμμετέχει ως ηθοποιός ο Γιώργος Λάνθιμος, άλλη ταινία «στραβώθηκαν» και ανέδειξαν ως καλύτερη τα μέλη της ακαδημίας, τι να κάνουμε; Ποιες προοπτικές, δηλαδή, διαβλέπουν για διάκριση σε μια ταινία την οποία ούτε οι ίδιοι δεν πιστεύουν; Τι αρνήθηκαν να δουν σχετικά με τη διεθνή αποδοχή της ταινίας του Οικονομίδη, που εντόπισαν με ευκολία τα μέλη της διεθνούς κριτικής επιτροπής του φεστιβάλ Κινηματογραφικές Μέρες στην Κύπρο (ένας Ισραηλινός, ένας Ταϊβανέζος κι ένας Έλληνας) και του έδωσαν πρόθυμα το βραβείο Καλύτερης Ταινίας;

* Δεν μπορούμε να μην αποδώσουμε τα εύσημα στη ΣΕΚΙΝ του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου, που από την εποχή του «Σπιρτόκουτου» ακόμη «αγκάλιασε» το σινεμά του Οικονομίδη και σήμερα τα μέλη της βλέπουν την επένδυσή τους να αποδίδει και τον σκηνοθέτη από τη Λεμεσό να βγάζει ασπροπρόσωπους αυτούς που πιστεύουν στο κανονικό σινεμά.

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Καθρέφτης σου είμαι ψηφοφόρε και σου μοιάζω

Εφόσον ένα σλόγκαν απευθύνεται σε μας και επιδιώκει να κερδίσει την ψήφο μας, «προδίδει» και την εντύπωση που έχει για μας αυτός που το απευθύνει.
Στην τοπική παραλλαγή της παγκόσμιας κοινωνίας του θεάματος, η αποστείρωση του πολιτικού λόγου είναι εξαιρετικά ανησυχητική. Σε μια εποχή που ο πλανήτης σύσσωμος χορεύει υπνωτισμένος στους ρυθμούς του θεάματος, του εντυπωσιασμού και της φαινομενικότητας, η Κύπρος κάνει την έκπληξη και αντάρτικα χοροπηδάει μόνη της.

Οι υποψήφιοι βουλευτές, οι μεγαλοπρεπείς φάτσες των οποίων μας «επιτίθενται» οπτικά σε κάθε γωνιά του δρόμου, θέλουν να μας κερδίσουν με την ομορφιά τους, την απλότητα, το χαμόγελο, τα εξωτερικά τους χαρίσματα. Τα σλόγκαν που τσαμπουνάει η συντριπτική πλειοψηφία, ακόμη κι αυτοί που για «λόγους αρχής» δεν μοστράρουν τα μούτρα τους σε αφίσες, είναι τα πιο ξύλινα, κλισέ, χιλιοειπωμένα, στεγνά, επιφανειακά, κενά νοήματος και ουσίας, ακίνδυνα, στείρα και ρηχά που έχουν παρουσιαστεί εδώ και δεκαετίες.

Το συμπέρασμα δεν μπορεί να είναι παρά ότι υποψήφιοι ΔΕΝ θέλουν να μας εντυπωσιάσουν. Δεν εξηγείται αλλιώς. Το ότι δεν έχουν τίποτε να πουν, τίποτε νέο να προτείνουν δεν μπορώ να το δεχτώ ως εξήγηση, διότι πότε ήταν η τελευταία φορά που πραγματικά είχαν;

Επειδή, ωστόσο, οι έννοιες «υποψήφιος» και «ψηφοθήρας» είναι ταυτόσημες, επειδή κανείς δεν θέτει υποψηφιότητα αν δεν επιθυμεί (διακαώς) να εκλεγεί κι επειδή, ακόμη, όσο και αν δεν τους έχουμε σε εκτίμηση, πολλοί απ’ αυτούς δεν αφήνουν τίποτε στην τύχη και λαμβάνουν υπόψη επαγγελματικού επιπέδου επικοινωνιολογικές συμβουλές, το ανησυχητικό είναι ότι τα σλόγκαν αυτά «στρέφονται» εναντίον των πολιτών: ουσιαστικά ο λαός τα γράφει.

Τι είναι αυτό που τους έχει πείσει ότι κόσμος δεν θέλει ούτε υποσχέσεις, ούτε μεγαλοστομίες, ούτε όμορφες και καλοστημένες προτάσεις, αλλά κι ότι ξενίζεται από τις φρέσκες ιδέες, τα εμπνευσμένα μηνύματα, τα οράματα, το «καινούριο», το ριζοσπαστικό, το φιλόδοξο;

Εφόσον ένα σλόγκαν απευθύνεται σε μας και επιδιώκει να κερδίσει την ψήφο μας, «προδίδει» και την εντύπωση που έχει για μας αυτός που το απευθύνει. Με άλλα λόγια, ένα στείρο και ανέμπνευστο σλόγκαν θα έπρεπε κανονικά να μας προσβάλει, ως δέκτες. Και ακόμη περισσότερο να μας προβληματίζει. Είναι δικό μας σύμπτωμα.

Τι μας συμβαίνει, γιατρέ; Μήπως έχουμε αποκτηνωθεί πολιτικά; Μήπως έχουμε μουλαρώσει μέσα στο καβούκι μας και αρνούμαστε να πάρουμε στα σοβαρά τα κοινά; Μήπως τα έχουμε ακούσει και δει ΟΛΑ; Μήπως μας έχουν κουράσει και απογοητεύσει τόσο που τα νεύρα μας δεν αντέχουν άλλες υποσχέσεις; Μήπως τρέμουν τον γιαουρτοβολισμό; Μήπως όλα αυτά μαζί;
  



Τρίτη 19 Απριλίου 2011

Ο παντοτινός Αύγουστος

Το τελευταίο λυπητερό τραγούδι του Νίκου Παπάζογλου.


Είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις που δεν ξέρει κανείς ποιο τραγούδι, ποιο στίχο που τραγούδησε να πρωτοεπιλέξει για να το βάλει τίτλο, υπότιτλο, πρόταξη κ.λπ. προκειμένου να αποχαιρετήσει έναν τεράστιο καλλιτέχνη.

Πριν από 12 χρόνια, τον Αύγουστο του 1999, τον γνώρισα στην Πόλη Χρυσοχούς σε μια συνάντηση με φίλους. Είχε έρθει για να παρουσιάσει μια συναυλία με τη Λοξή Φάλαγγα στον Ευκαλυπτώνα της Πόλης, στο πλαίσιο της οικολογικής κατασκήνωσης, ενώ εγώ πραγματοποιούσα, δειλά, τα πρώτα μου μπουσουλίσματα στη δημοσιογραφία σε τοπικό κανάλι της Πάφου.

Ήταν μια ωραία συνάντηση. Μιλούσαμε για τη συναυλία, για τη μουσική, τη ζωή, την οικολογία και λίγο αργότερα εκείνη η μεγάλη παρέα βάδιζε με σηκωμένα τα μπατζάκια και τα πόδια στο νερό σε μια παραλία του Ακάμα, ως ένδειξη διαμαρτυρίας, στη σκιά του πολυτελούς ξενοδοχείου που μόλις είχε χτιστεί στην περιοχή.

Το βράδι βρεθήκαμε όλοι, ο Νίκος Παπάζογλου, δημοσιογράφοι, μέλη του κινήματος οικολόγων, θαυμαστές του κι άλλοι προσκεκλημένοι, σε ένα μεγάλο τραπέζι, ζεστό σαν αγκαλιά, στο εγκαταλελειμμένο τουρκοκυπριακό χωριό Ανδρολύκου, στις παρυφές της χερσονήσου.

Το βράδυ της επομένης, αν θυμάμαι καλά, ήταν προγραμματισμένη η μεγάλη συναυλία στον Ευκαλυπτώνα. Με τη γνώριμη, βουτηγμένη στο λυγμό, φωνή του είπε όλα τα τραγούδια του που λατρέψαμε. Ο Βαρδάρης φύσηξε στον Ακάμα, σε μια ανεπανάληπτη ρωγμή του χρόνου, ένα «χαράτσι» ψυχής που πληρώσαμε με ευχαρίστηση, καθώς μας ράγιζε την καρδιά παίζοντας το μπαγλαμαδάκι με κλειστά τα μάτια κι ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο, σφουγγίζοντας τακτικά τον πνευματικό του μόχθο μ’ εκείνο το κόκκινο μαντήλι.

Πολλές εκατοντάδες κόσμου καθισμένοι οκλαδόν πάνω στα φύλλα διερωτούνταν μαζί του «πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά» και κοιτάζοντας ψηλά έβλεπαν να υψώνεται μέσα από τα κλαδιά των ευκάλυπτων το φεγγάρι το αυγουστιάτικο.

Όποτε, περιαυτολογώντας, περιγράφω εκείνη τη μαγική βραδιά σε φίλους τονίζω πάντοτε το γεγονός ότι τύχαινε να ήταν Πανσέληνος, παρά το ότι δεν είμαι και τόσο σίγουρος αν όντως ήταν, έπειτα από τόσα χρόνια. Απλώς η ιστορία «κολλάει» καλύτερα έτσι κι εξάλλου στο δικό μου το μυαλο, ούτως ή άλλως, ήταν.

Όταν πληροφορήθηκα το κακό μαντάτο ο νους μου ασυναίσθητα πήγε σ’ εκείνες τις μέρες στην Πόλη Χρυσοχούς, αλλά και σε όλες τις ζωντανές παραστάσεις του σε Κύπρο και Ελλάδα που έτυχε να παρακολουθήσω. Η αίσθηση που είχα όσες φορές τον είδα από κοντά ήταν η ίδια: η αίσθηση της παρέας, της οικειότητας. Έβγαζε την εικόνα ενός ανθρώπου στοχαστικού, ευγενικού και λιτού, ζεστού και πράου, παρά το ανήσυχο πνεύμα του, γνήσιου, άμεσου και λυρικού. Και ήταν. Χωρίς να σημαίνει, βέβαια ότι δεν είχε τις ιδιοτροπίες του, τις ξεροκεφαλιές του. 

Στιχάκι σε παγκάκι  

Ο Νίκος Παπάζογλου δεν ήταν ποιητής, αλλά ήταν, όπως τραγουδούσε στους στίχους του Λάζαρου Ανδρέου «στιχάκι της στιγμής, πάνω σε τοίχο φυλακής και σε παγκάκι». Η μοίρα το έφερε να «φύγει» μόλις 40 μέρες μετά τον Μανώλη Ρασούλη, φίλο και συνεργάτη του, παρά τις διαφωνίες και τα τσουγκρίσματα που είχαν κατά καιρούς, αποκύημα κυρίως του ασυμβίβαστου χαρακτήρα τους.

Γεννήθηκε στις 20 Μαρτίου του 1948 στην Τούμπα, όπου και τον αποχαιρέτησαν χθες Δευτέρα, η γυναίκα του Βαρβάρα, τα παιδιά του Αλέξανδρος και Αδελαΐδα και πλήθος ανθρώπων που τον αγαπούσαν. Στην ελληνική δισκογραφία η φωνή του πρωτακούστηκε να «ζει τα ωραία πράματα μ' αίμα και με θυσίες» στην «Παράβαση» από τους Αχαρνής του φίλου και συμπατριώτη του Διονύση Σαββόπουλου, λίγους μήνες προτού η Γυφτιά πάρει τη «σκληρή» της εκδίκηση. Η ιστορική του συνεργασία με τον Ρασούλη και τον Νίκο Ξυδάκη άνοιξε νέους δρόμους στο ελληνικό τραγούδι, απενοχοποιώντας το λαϊκό άκουσμα με το να το παντρέψει με σύγχρονες και αργότερα ροκ φόρμες.

Εκτός από τη δισκογραφία –τι να πρωτοαναφέρουμε;- και τις ολοζώντανες μουσικές του εμφανίσεις, συνέβαλε καθοριστικά στο ελληνικό τραγούδι με τη λειτουργία του θρυλικού του στούντιο «Αγροτικόν», σηµείο αναφοράς της σκηνής της Θεσσαλονίκης, όπου με τον ίδιο παραγωγό, ηχολήπτη, μηχανικό και εμψυχωτή παρέλασε η αφρόκρεμα της ελληνικής μουσικής σκηνής, από τους Φατμέ και τις Τρύπες, μέχρι τους Χειμερινούς Κολυμβητές, τον Σωκράτη Μάλαμα, τον Θανάση Πακακωνσταντίνου κ.π.ά.

Και μόνο η σκέψη ότι δεν θα ξανακούσω το λυγμό στο λαρύγγι του να πάλλεται πάνω στο κόκκινο μαντίλι, με κάνει να νιώθω «ορφανός» ως ακροατής.