Δεν ξέρω αν τη
συγκεκριμένη εγκύκλιο την έστειλε η Ιερά Σύνοδος με μια μηχανή του χρόνου από
το σωτήριο έτος 2513, αλλά στο τρέχον έτος η παιδεία που «απολαμβάνουν» τα
παιδιά μας δεν μπορεί να μη λογίζεται αθεράπευτα ελληνική και ορθόδοξη.
Στην εγκύκλιο που
διαβάστηκε την προηγούμενη Κυριακή σε όλους τους ναούς, η Ιερά Σύνοδος είπε και
ελάλησε: δεν αρκεί να δημιουργήσουμε μια κοινωνία ελεύθερων και δημοκρατικών
πολιτών. Τι να την κάνουμε, λέει ουσιαστικά, μια τέτοια κοινωνία αν δεν έχει
ελληνορθόδοξη ταυτότητα; Διαπιστώνει, επίσης, μια συντονισμένη προσπάθεια
παντελούς αποσιώπησης της ελληνικότητας και της ορθόδοξης χριστιανικής
ταυτότητας των μαθητών.
Και σαν έτοιμος από καιρό,
ο υπουργός Παιδείας δημοσιοποίησε αυθημερόν μια μακροσκελή γραπτή δήλωση
ευαρέσκειας, επαυξάνοντας τις διαπιστώσεις της Ιεράς Συνόδου.
Δεν ξέρω αν τη
συγκεκριμένη εγκύκλιο την έστειλε η Ιερά Σύνοδος με μια μηχανή του χρόνου από
το σωτήριο έτος 2513, όταν οι άνθρωποι στην Κύπρο θα έχουν λύσει όλες τους τις
υπαρξιακές αναζητήσεις, αλλά στο τρέχον έτος η παιδεία που «απολαμβάνουν» τα
παιδιά μας δεν μπορεί να μη λογίζεται ελληνική και ορθόδοξη.
Δηλαδή πόσο πιο ελληνική
και ορθόδοξη να γίνει; Μήπως θα προτιμούσαν να επιστρέψουμε στην εποχή που ο
παπάς και ο δάσκαλος ήταν ένα και το αυτό, να περισταλούν έτσι και τα έξοδα της
μισθοδοσίας;
Αυτή η ιδέα είναι σχετικά…
καινούργια. Το 1874 ο υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως της
Ελλάδας Ιωάννης Βαλασόπουλος κατέθετε στη Βουλή νομοσχέδιο «περί των εφημερίων
του κράτους και περί δημοδιδασκάλων», προτείνοντας να αναλάβει ο κλήρος την ευθύνη
για τη λειτουργία των δημοτικών σχολείων.
«Τα παιδιά μας τότε
σίγουρα θα ανατρέφοντο με ό,τι αγαθότερον υπάρχει και θα ετίθεντο τα θεμέλια
της αναγεννήσεως της Ελλάδος από χριστοήθεις και αγαθούς πολίτας» ήταν το
γενικό συμπέρασμα της πρότασης. Ο ίδιος εκτιμούσε ότι οι βάσεις της παιδείας
είναι στερεότερες όταν «στο πρόσωπο του διδασκάλου, ευρίσκει κανείς και το ήθος
και τον σεβάσμιον νουν του ιερέως».
Για την Ιστορία, δυο
χρόνια μετά, ο Βαλασόπουλος καταδικάστηκε ως ένοχος χρηματισμού για την εκλογή
τριών μητροπολιτών οπότε και τελείωσε η πολιτική του σταδιοδρομία.
Τέτοιες νοοτροπίες όχι
απλώς μυρίζουν ναφθαλίνη αλλά είναι βγαλμένες από ξεχασμένα, σκονισμένα
χρονοντούλαπα. Η Εκκλησία διαδραμάτιζε τον δικό της ρόλο την εποχή που το Γένος
υπέμενε τον ζυγό με τους ιερείς να είναι και γραμματοφύλακες, ενώ ο κλήρος
έδιδε κατά το πλείστον «την εις την πρόοδον ώθησιν».
Μια τέτοια ώθηση φαίνεται
ότι έκρινε το κυπριακό ιερατείο ότι χρειάζεται και σήμερα η ασθμαίνουσα από τα
δεινά της κρίσης κυπριακή κοινωνία. Γι’ αυτό δεν έχασε την ευκαιρία να μας
υπενθυμίσει ότι η πολιτιστική φυσιογνωμία των Κυπρίων είναι ταυτισμένη με την
ορθόδοξη χριστιανική ταυτότητα. Να μην ξεχνιόμαστε δηλαδή.
Το πώς καταφέρνει βέβαια
να χωρέσει στην ίδια πρόταση την έννοια της δημοκρατικότητας με την έννοια της
ελληνορθόδοξης ταυτότητας είναι εντυπωσιακό. Και φυσικά κάνει λόγο για
«αποκλεισμό» της ταυτότητας αυτής, παραγνωρίζοντας εντέχνως ότι ο αποκλεισμός
είναι ακριβώς αντίστροφος.
Την ίδια στιγμή διανοητές
και ακαδημαϊκοί από όλο τον κόσμο κάνουν λόγο για την ανάγκη διεύρυνσης των
οριζόντων της εκπαίδευσης, που στενάζει μέσα στα ίδιά της τα όρια από τις
ραγδαίες παγκόσμιες κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές.
Παράλληλα, πληθαίνουν οι
φωνές ότι το εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει να υπερβεί τον μονοπολιτισμικό και
εθνοκεντρικό του χαρακτήρα για να συναντήσει τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες
όλων των κατοίκων, να ευαισθητοποιηθεί περισσότερο ως προς τις πολιτισμικές,
αλλά και θρησκευτικές ιδιαιτερότητες. Αυτοί ΔΕΝ ξέρουν.
Η «προοδευτική» άποψη της
Εκκλησίας της Κύπρου είναι ότι τα παιδιά έχουν ανάγκη από κλειστά νοητικά
συστήματα, που υπόσχονται ασφάλεια με αντάλλαγμα τη δουλεία: τους είναι άχρηστη
η νοητική ακεραιότητα και η ελεύθερη πνευματική ζωή. Όμως, οι ευθυτενείς και
γενναιόφρονες πολίτες του μέλλοντος δεν έχουν ανάγκη από μια σφιχτή ηθική
διδασκαλία, διότι οι γνώσεις που αποκτούν τα παιδιά, για να θυμηθούμε και τον
Μπέρτραντ Ράσελ, πρέπει να μεταδίδονται για νοητικό σκοπό, όχι για ν’
αποδεικνύουν κάποιο ηθικό ή πολιτικό συμπέρασμα:
«Μια γενεά που
εκπαιδεύθηκε σε άφοβη ελευθερία θα έχει ευρύτερες και τολμηρότερες ελπίδες από
αυτές που είναι δυνατές σ’ εμάς, που έχουμε ακόμη να παλεύουμε με τους
δεισιδαιμονικούς φόβους οι οποίοι καραδοκούν μέσα μας κρυμμένοι στο
υποσυνείδητό μας. Όχι εμείς, αλλά οι ελεύθεροι άντρες και οι ελεύθερες γυναίκες
που θα δημιουργήσουμε, θα δουν τον νέο κόσμο, πρώτα στις ελπίδες τους, και
ύστερα επιτέλους στην πλήρη λαμπρότητα της πραγματικότητας».