Σελίδες

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Στον ΘΟΚ ποτέ δεν πλήττεις

Καλά που είναι και ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου (sic) και βγάζουμε το ψωμάκι μας κι εμείς οι πολιτιστικοί συντάκτες. 


Η αλήθεια είναι ότι ο ΘΟΚ λαμβάνει τη μερίδα του λέοντος στο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης όσον αφορά τα καλλιτεχνικά δρώμενα, όχι μόνο επειδή το κράτος -δηλαδή ο φορολογούμενος- επενδύει 7 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο ή επειδή αποτελεί τον κατεξοχήν φορέα θεατρικής ανάπτυξης, αλλά επειδή φροντίζουν και οι ίδιοι οι ιθύνοντες να διατηρούν το ενδιαφέρον του κοινού –πότε για καλό και πότε για κακό.
  

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

Έπου και μάνθανε

Δεν ξέρω αν τη συγκεκριμένη εγκύκλιο την έστειλε η Ιερά Σύνοδος με μια μηχανή του χρόνου από το σωτήριο έτος 2513, αλλά στο τρέχον έτος η παιδεία που «απολαμβάνουν» τα παιδιά μας δεν μπορεί να μη λογίζεται αθεράπευτα ελληνική και ορθόδοξη.


Στην εγκύκλιο που διαβάστηκε την προηγούμενη Κυριακή σε όλους τους ναούς, η Ιερά Σύνοδος είπε και ελάλησε: δεν αρκεί να δημιουργήσουμε μια κοινωνία ελεύθερων και δημοκρατικών πολιτών. Τι να την κάνουμε, λέει ουσιαστικά, μια τέτοια κοινωνία αν δεν έχει ελληνορθόδοξη ταυτότητα; Διαπιστώνει, επίσης, μια συντονισμένη προσπάθεια παντελούς αποσιώπησης της ελληνικότητας και της ορθόδοξης χριστιανικής ταυτότητας των μαθητών.

Και σαν έτοιμος από καιρό, ο υπουργός Παιδείας δημοσιοποίησε αυθημερόν μια μακροσκελή γραπτή δήλωση ευαρέσκειας, επαυξάνοντας τις διαπιστώσεις της Ιεράς Συνόδου.
  
Δεν ξέρω αν τη συγκεκριμένη εγκύκλιο την έστειλε η Ιερά Σύνοδος με μια μηχανή του χρόνου από το σωτήριο έτος 2513, όταν οι άνθρωποι στην Κύπρο θα έχουν λύσει όλες τους τις υπαρξιακές αναζητήσεις, αλλά στο τρέχον έτος η παιδεία που «απολαμβάνουν» τα παιδιά μας δεν μπορεί να μη λογίζεται ελληνική και ορθόδοξη.

Δηλαδή πόσο πιο ελληνική και ορθόδοξη να γίνει; Μήπως θα προτιμούσαν να επιστρέψουμε στην εποχή που ο παπάς και ο δάσκαλος ήταν ένα και το αυτό, να περισταλούν έτσι και τα έξοδα της μισθοδοσίας;

Αυτή η ιδέα είναι σχετικά… καινούργια. Το 1874 ο υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως της Ελλάδας Ιωάννης Βαλασόπουλος κατέθετε στη Βουλή νομοσχέδιο «περί των εφημερίων του κράτους και περί δημοδιδασκάλων», προτείνοντας να αναλάβει ο κλήρος την ευθύνη για τη λειτουργία των δημοτικών σχολείων.

«Τα παιδιά μας τότε σίγουρα θα ανατρέφοντο με ό,τι αγαθότερον υπάρχει και θα ετίθεντο τα θεμέλια της αναγεννήσεως της Ελλάδος από χριστοήθεις και αγαθούς πολίτας» ήταν το γενικό συμπέρασμα της πρότασης. Ο ίδιος εκτιμούσε ότι οι βάσεις της παιδείας είναι στερεότερες όταν «στο πρόσωπο του διδασκάλου, ευρίσκει κανείς και το ήθος και τον σεβάσμιον νουν του ιερέως».

Για την Ιστορία, δυο χρόνια μετά, ο Βαλασόπουλος καταδικάστηκε ως ένοχος χρηματισμού για την εκλογή τριών μητροπολιτών οπότε και τελείωσε η πολιτική του σταδιοδρομία.

Τέτοιες νοοτροπίες όχι απλώς μυρίζουν ναφθαλίνη αλλά είναι βγαλμένες από ξεχασμένα, σκονισμένα χρονοντούλαπα. Η Εκκλησία διαδραμάτιζε τον δικό της ρόλο την εποχή που το Γένος υπέμενε τον ζυγό με τους ιερείς να είναι και γραμματοφύλακες, ενώ ο κλήρος έδιδε κατά το πλείστον «την εις την πρόοδον ώθησιν».

Μια τέτοια ώθηση φαίνεται ότι έκρινε το κυπριακό ιερατείο ότι χρειάζεται και σήμερα η ασθμαίνουσα από τα δεινά της κρίσης κυπριακή κοινωνία. Γι’ αυτό δεν έχασε την ευκαιρία να μας υπενθυμίσει ότι η πολιτιστική φυσιογνωμία των Κυπρίων είναι ταυτισμένη με την ορθόδοξη χριστιανική ταυτότητα. Να μην ξεχνιόμαστε δηλαδή.

Το πώς καταφέρνει βέβαια να χωρέσει στην ίδια πρόταση την έννοια της δημοκρατικότητας με την έννοια της ελληνορθόδοξης ταυτότητας είναι εντυπωσιακό. Και φυσικά κάνει λόγο για «αποκλεισμό» της ταυτότητας αυτής, παραγνωρίζοντας εντέχνως ότι ο αποκλεισμός είναι ακριβώς αντίστροφος.

Την ίδια στιγμή διανοητές και ακαδημαϊκοί από όλο τον κόσμο κάνουν λόγο για την ανάγκη διεύρυνσης των οριζόντων της εκπαίδευσης, που στενάζει μέσα στα ίδιά της τα όρια από τις ραγδαίες παγκόσμιες κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές.

Παράλληλα, πληθαίνουν οι φωνές ότι το εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει να υπερβεί τον μονοπολιτισμικό και εθνοκεντρικό του χαρακτήρα για να συναντήσει τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες όλων των κατοίκων, να ευαισθητοποιηθεί περισσότερο ως προς τις πολιτισμικές, αλλά και θρησκευτικές ιδιαιτερότητες. Αυτοί ΔΕΝ ξέρουν.

Η «προοδευτική» άποψη της Εκκλησίας της Κύπρου είναι ότι τα παιδιά έχουν ανάγκη από κλειστά νοητικά συστήματα, που υπόσχονται ασφάλεια με αντάλλαγμα τη δουλεία: τους είναι άχρηστη η νοητική ακεραιότητα και η ελεύθερη πνευματική ζωή. Όμως, οι ευθυτενείς και γενναιόφρονες πολίτες του μέλλοντος δεν έχουν ανάγκη από μια σφιχτή ηθική διδασκαλία, διότι οι γνώσεις που αποκτούν τα παιδιά, για να θυμηθούμε και τον Μπέρτραντ Ράσελ, πρέπει να μεταδίδονται για νοητικό σκοπό, όχι για ν’ αποδεικνύουν κάποιο ηθικό ή πολιτικό συμπέρασμα:

«Μια γενεά που εκπαιδεύθηκε σε άφοβη ελευθερία θα έχει ευρύτερες και τολμηρότερες ελπίδες από αυτές που είναι δυνατές σ’ εμάς, που έχουμε ακόμη να παλεύουμε με τους δεισιδαιμονικούς φόβους οι οποίοι καραδοκούν μέσα μας κρυμμένοι στο υποσυνείδητό μας. Όχι εμείς, αλλά οι ελεύθεροι άντρες και οι ελεύθερες γυναίκες που θα δημιουργήσουμε, θα δουν τον νέο κόσμο, πρώτα στις ελπίδες τους, και ύστερα επιτέλους στην πλήρη λαμπρότητα της πραγματικότητας».


Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Με χαμόγελα θα κάνουμε Πολιτιστική Πρωτεύουσα;

Ήταν που ήταν στραβό το κλίμα λόγω της απειρίας και της ισχνότητας ενός κράτους σαν την Κύπρο να διαχειριστεί έναν τέτοιο θεσμό, το ‘φαγε κι ο γάιδαρος της οικονομικής ύφεσης.

Μασσαλία, τελετή έναρξης για την Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 2013.

Όπως σε όλους τους τομείς της καθημερινότητάς μας, τα επόμενα τρία χρόνια θα είναι πολύ δύσκολα, σχεδόν ασήκωτα, για όσους θα προσπαθήσουν να σηκώσουν για όλη την Κύπρο το βάρος του Πάφος 2017. Το γκαντεμιάσαμε, κι ένας θεσμός που έμοιαζε με ιστορική ευκαιρία για πολιτιστική, κοινωνική και οικονομική ανάταση της Πάφου, κινδυνεύει να μετατραπεί σε βραχνά.
   

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

Μια φευγαλέα ευχαρίστηση

Από πότε είναι ντροπή να παίζεις μουσική και να τραγουδάς; Από πότε είναι μπανάλ να εκφράζεσαι καλλιτεχνικά στον δρόμο; Το λεγόμενο «busking» βρίσκεται ακόμη σε εμβρυακή φάση στην Κύπρο και πρέπει να συνηθίσεις με την ιδέα ότι η κουλτούρα των ντόπιων δεν επιτρέπει την απρόσκοπτη άνθησή του.


Βρήκες χρόνο, βρήκες κουράγιο κι όρεξη κι έκανες την κίνηση προς το κέντρο. Νιώθεις την παλιά πόλη να σε καλεί, απέκτησε ξαφνικά– μάλλον απότομα και κάπως βίαια– μια ζωντάνια που την κάνει αν μη τι άλλο γοητευτική. Κι αναζητείς τις εικόνες, τους ήχους και τις μυρωδιές της. Η φασαρία και τα μιλιούνια από τραπέζια και καρέκλες που κατέκλυσαν τους πεζόδρομους δεν σε πτοεί. Τα μάτια και τ’ αφτιά σου αναζητούν πλανόδιους μουσικούς, την ιδιαίτερη νότα των πολύβουων δρόμων μα και του κάθε σοκακιού ξεχωριστά.
  
Ο ήχος δεν είναι τέλειος, ούτε φυσικά και η ακουστική. Με δεξιοτεχνία ή χωρίς, παίζει ο καθένας το δικό του όργανο, χαμογελά, απολαμβάνει την εκτέλεση, προσδοκά στην προσοχή σου, θέλει να νιώσει τη μελωδία του να σου χαϊδεύει τ’ αφτιά. Κι αν τους δώσεις –προαιρετικά– κανένα φιλοδώρημα, πάει καλά. Όμως θυμάσαι ότι βρισκόμαστε στην Κύπρο κι εδώ τέτοιου είδους πνευματική επικοινωνία τιμωρείται. Θεωρείται επετεία. Οτιδήποτε «σπάζει» το φανταχτερό, το κιτς κέλυφος του καθωσπρεπισμού απαγορεύεται σ’ αυτό το κρατίδιο. Και διώκεται.

Από πότε είναι ντροπή να παίζεις μουσική και να τραγουδάς; Από πότε είναι μπανάλ να εκφράζεσαι καλλιτεχνικά στον δρόμο; Το λεγόμενο «busking» βρίσκεται ακόμη σε εμβρυακή φάση στην Κύπρο και πρέπει να συνηθίσεις με την ιδέα ότι η κουλτούρα των ντόπιων δεν επιτρέπει την απρόσκοπτη άνθησή του. Είναι δύσκολο για κάποιους ναχωνέψουν ότι υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν τη ζωή κάπως διαφορετικά, πιο αλέγκρα, ότι για κάποιους η μουσική σημαίνει κάτι παραπάνω, είναι τρόπος ζωής.

Κι εσύ, άλλωστε, πόσες φορές δεν ζήλεψες μια μποέμικη ζωή, μακριά από έγνοιες, προβλήματα, ευθύνες κι εκκρεμότητες. Να ζεις στον δικό σου ράθυμο ρυθμό, να μοιράζεσαι μερικές ευχάριστες νότες με το πλήθος και τον κάθε διαβάτη χωριστά;

Βλέπεις πρόσωπα και χαίρεσαι διότι νιώθεις ότι πολλοί από αυτούς εννοούν να τους αντιμετωπίζεις ως ανυπότακτους δημιουργούς κι όχι ως επαίτες. Στήσε το αφτί προσεκτικά. Θα δεις ότι σε πολλές περιπτώσεις η μελωδία απομονώνει τη βουή των περαστικών, που εβδομάδα με την εβδομάδα αυξάνεται ενοχλητικά στην άλλοτε μισοεγκαταλειμμένη παλιά πόλη. Αυτή η βουή κι η μουνταμάρα του ανώνυμου πλήθους γίνεται η μουσική πλάτη πάνω στην οποία μπορείς να δεις την καθημερινότητα να χρωματίζεται με φάλτσες, αλλά αγνές μελωδίες, αυτές που διαθέτουν τη γοητευτική αγριάδα του αυθεντικού.

Μην αντιστέκεσαι! Αυτή είναι η δύναμη της μουσικής, της κορυφαίας εκ των τεχνών –και μην το αρνείσαι επειδή αυτά τα άτιμα τα γονίδια δεν επιφύλασσαν για σένα κάποιο μουσικό ταλέντο. Κάποιους από αυτούς μπορείς να τους αναζητήσεις κάποιες άλλες μέρες και ώρες σε κάποιο ταβερνάκι, ένα μικρό μουσικό στέκι– φαγάδικο, σε παρεΐστικο κλίμα, να γρατζουνάν ένα μπουζούκι, μια κιθάρα, ένα λαούτο, ένα ούτι, έναν μπαγλαμά, να φυσάν σ’ ένα νέι, σ’ ένα φλάουτο.

Είναι μια φευγαλέα ευχαρίστηση για σένα σ’ ένα μάλλον μη αναμενόμενο περιβάλλον, στον δρόμο σου, που η χαλαρή σου συγκέντρωση διαδραματίζει τον δικό της ρόλο στην όλη διαδικασία. Το ξέρεις ότι οι περισσότεροι τους προσπερνούν παριστάνοντας ότι δεν τους βλέπουν και δεν τους ακούν. Αυτοί χάνουν. Είναι αμφίβολη, άλλωστε, και η αντίληψή τους για το ωραίο. Δεν σου φτάνουν. Θέλεις κι άλλους. Να γεμίσουμε μουσικούς και μελωδίες στους δρόμους, να μας ταξιδεύουν στο διάβα μας έστω για λίγες στιγμές.

Καλές και οι μεγαλεπήβολες συναυλίες, όμως η χάρη μιας ευγενικής φυσιογνωμίας που παίζει το βιολί χαμογελώντας αντιμετωπίζοντας όλο τον κόσμο σαν σκηνή, είναι άλλο πράγμα.