Η διαδικασία ακρόασης στον ΘΟΚ, ειδικά τα τελευταία χρόνια, είναι μια πονεμένη ιστορία.
Το ζεστό κυπριακό καλοκαίρι, ως γνωστόν, βλάπτει σοβαρά και τη θεατροφιλία. Οι παραγωγές αραιώνουν, το μισό μυαλό μας είναι ήδη σε διακοπές και τον κανόνα επιβεβαιώνει η εξαίρεση των καλοκαιρινών παραγωγών που λίγες δεν είναι, αλλά όσο να ‘ναι το κλίμα είναι πιο χαλαρό, επιτρέπεται λίγο περισσότερη ελαφράδα, συγχωρείται λίγη τσαπατσουλιά, ευνοούνται οι περιοδείες στην ύπαιθρο και προτιμούνται κατά κανόνα τα ανοιχτά θέατρα με τα γνωστά τεχνικά τους μειονεκτήματα. (Εύχομαι, βέβαια, όλα αυτά να μην ισχύουν και για τις θεατρικές παραγωγές αρχαίου δράματος που λίγο- πολύ θα δούμε και φέτος.)
Πριν πάμε στην άλγεβρα, δεν πρέπει πρώτα να μάθουμε την προπαίδεια;
Εδώ ψωμί δεν έχουμε, ραπανάκια για την όρεξη. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτή η παροιμία είναι το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό όταν ενημερώθηκα για τη «στρατηγικής σημασίας» απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για ίδρυση Κυπριακής Ακαδημίας Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών. Δεν είναι ότι το βλέπω αρνητικά, ότι δεν ακούγεται εντυπωσιακό, ούτε ότι είναι κακό να είναι μια κυβέρνηση φιλόδοξη. Αλλά όσο να 'ναι, πιο πολύ με πυροτέχνημα μοιάζει.
Μπορεί άραγε κάποιος να φανταστεί μόνο για μια μέρα να μην έχει διευθυντή, έστω αναπληρωτή, η ΑΗΚ, ο ΚΟΤ, ή το Γραφείο του Προέδρου της Δημοκρατίας;
Στην κορυφή της συναρπαστικής μας επικαιρότητας, μόλις καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός της νέας Βουλής, έρχεται οσονούπω η συζήτηση για τα Διοικητικά Συμβούλια των ημικρατικών οργανισμών. Θυμίζω ότι είχαν διοριστεί την 1η Ιανουαρίου 2014 και η κυβέρνηση ευαγγελιζόταν ότι για πρώτη φορά η θητεία τους θα ήταν 30μηνη. Συνεπώς, αν δεν με προδίδουν τα μαθηματικά μου, η θητεία εκπνέει στο τέλος του τρέχοντος κι αν δεν με προδίδει η απλή λογική αυτό ισχύει και για το Διοικητικό Συμβούλιο του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου.
Οπωσδήποτε δεν φταίει το μάθημα των αρχαίων ελληνικών για το γεγονός ότι οι Έλληνες νέοι –ας μην το γενικεύσουμε περισσότερο- δεν μιλούν καλά ελληνικά.
«Ο μη δαρείς, ου παιδεύεται» διατείνονταν παλιότερα οι λόγιοι. Κι αν σήμερα, μιλώντας κυριολεκτικά, οι επικρατούσες μέθοδοι διαπαιδαγώγησης και η παιδοψυχολογία επιχειρούν να μας πείσουν ότι το ξύλο δεν βγήκε τελικά από τον παράδεισο, το ρόλο του βίαιου εκπαιδευτή εξακολουθεί να διατηρεί το ίδιο το ασταθές σύστημα που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στο αμφισβητήσιμο προσωποπαγές όραμα του εκάστοτε υπουργού. Το οποίο, μέχρι να εφαρμοστεί, ανατρέπεται από τον επόμενο. Έτσι, τα παιδιά μετατρέπονται σε μπαλάκια του πιγκ πογκ και ταλαιπωρούνται πέρα- δώθε σ’ ένα ούτως ή άλλως τελματώδες, ελαττωματικό πολιτικό τραπέζι. Κι όποια δομή πάει να δημιουργηθεί θεωρείται εκ των πραγμάτων θνησιγενής.