Σελίδες

Κυριακή 29 Απριλίου 2012

Ο Πολιτιστικός Μεσαίωνας ανατέλλει

Όντας τελευταίος στη λίστα αναγκαιότητας αυτού του Κράτους, ο Πολιτισμός είναι ο πρώτος στον οποίο πέφτει ο αστραφτερός μπαλτάς των περικοπών.


Με όλο αυτό τα ταράκουλο στα δημοσιονομικά και με τον βρικόλακα τις κρίσης να μη λέει να βγάλει τα δόντια του από τη σάρκα μας, έχουμε αρχίσει σιγά- σιγά να χωνεύουμε ότι έχουμε εισέλθει για τα καλά στην εποχή των ισχνών αγελάδων. Εκτός από τους κροίσους κι αυτούς που από τη φύση τους είναι ευέλικτοι και θαλεροί σε περιόδους κρίσης, οι υπόλοιποι έχουμε αρχίσει να νιώθουμε το αυγό στην άκρη του πεπτικού και η κατάρτιση του προϋπολογισμού του μήνα για το νοικοκυριό μας έχει αρχίσει να γίνεται πραγματική σπαζοκεφαλιά.

Έτσι όπως ο καθένας κάνει τα κουμάντα του και περικόπτει έξοδα κατά σειρά αναγκαιότητας, με τον ίδιο τρόπο καταρτίζει και το κράτος το δικό του προϋπολογισμό. Κυριολεκτώ. Προφανώς το κάνει το ίδιο μπακαλίστικα. Και είναι εμφανές ότι όλο αυτό το κλίμα αποφενάκισε την ίδια τη φιλοσοφία της κοινωνίας μας, το πραγματικό πρόσωπο, τις προθέσεις και τις προτεραιότητες των εντολοδόχων μας, αυτών που ψηφίσαμε για να μας υπηρετούν. Ποια είναι αυτή η φιλοσοφία; Ου φροντίς Ιπποκλείδη… Γιατί αν είχε διαφορετική φιλοσοφία θα έπρεπε να νιώθει σαν να  κόβει κρέας από το ίδιο του το σώμα.

Ο τομέας του Πολιτισμού στην Κύπρο λειτουργεί με οριακό προϋπολογισμό «ασφαλείας» από την ημέρα της ίδρυσης αυτού του κράτους κι όχι μόνο δεν αξιώθηκε ποτέ κανένας ανώτατος άρχοντας, Πρόεδρος ή Υπουργός να το αλλάξει αυτό, αλλά έχει εντέχνως καλλιεργηθεί η εντύπωση στην κοινή γνώμη ότι αποτελεί μια κρατικοδίαιτη πολυτέλεια, ένα σινάφι χαραμοφάηδων που τρωγωπίνουν πάνω στη ράχη μας.

Όντας λοιπόν τελευταίος στη λίστα αναγκαιότητας αυτού του Κράτους, ο Πολιτισμός είναι ο πρώτος στον οποίο πέφτει ο αστραφτερός μπαλτάς των περικοπών. Βρίσκοντας ακόμη ένα βολικό άλλοθι στις εκδηλώσεις για την Προεδρία, που όσο να ‘ναι θα χρειαστούν κάποια επιπλέον έξοδα για να κάνουμε και το κομμάτι μας, δεν διστάζουν να γκρεμίσουν διοργανώσεις και θεσμούς που στήθηκαν με υπομονή και κουράγιο κι έχουν αρχίσει να καταξιώνονται στη συνείδηση του κόσμου. Και δυστυχώς, σ’ αυτό το ξήλωμα που προωθείται οι νεοεκλεγείσες τοπικές αρχές όχι μόνο δεν προβάλουν καμιά αντίσταση, αλλά κατά κάποιον τρόπο συνδράμουν κιόλας.

Μετά από 10 χρόνια, το καλοκαίρι δεν θα διεξαχθεί στη Λάρνακα παράσταση από τα «Γνωστά Μιούζικαλ του Κόσμου», ενώ θα πρέπει σιγά- σιγά να αρχίσουμε να ξεχνάμε διοργανώσεις που δίνουν σημαντικές πολιτιστικές ανάσες στις τοπικές κοινωνίες και αναβαθμίζουν το «στεγνό» τουριστικό προϊόν, όπως το Μεσαιωνικό Φεστιβάλ της Αγίας Νάπας, τα Ιεροκήπια και σιγά- σιγά το Ευρωπαϊκό Φεστιβάλ της Λεμεσού και της Λάρνακας, πριν αρχίσουν να «γλυκοκοιτάζουν» και το πολύπαθο Φεστιβάλ Κύπρια. Το οποίο, παρεμπιπτόντως, εδώ και χρόνια παραμένει στη στάση του πελαργού, στο μετέωρο βήμα της ουσιαστικής διοικητικής και ποιοτικής αναβάθμισης. 

Εκτός από ήλιο, θάλασσα και… τ΄αγόρι μου σε λίγο οι τουρίστες δεν θα έχουν κάτι άλλο να προσθέσουν στις προδιαγραφές των διακοπών τους και σταδιακά θα ελκύονται μόνο από την προοπτική να «λιώνουν» στη «φυλακή της αφθονίας» του all inclusive.

Εισερχόμαστε σε έναν νέο Πολιτιστικό Μεσαίωνα και μακάρι να διαψευστώ. Περικοπές στον Πολιτισμό από τις οποίες το κράτος δεν εξασφαλίζει παρά μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ οδηγούν στο μαρασμό την πολιτιστική μας ατζέντα. Κι αυτό, μάλιστα, τη στιγμή που θα μπορούσε ακόμη και χρήματα να γλιτώσει με μια πιο ορθολογική σχετική διαχείριση, αν πραγματικά είχε τη βούληση.

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Περί απόγνωσης και γενναιότητας

Η περίπτωση του αυτόχειρα συνταξιούχου Δημήτρη Χριστούλα φέρνει στο μυαλό τον ηλικιωμένο Ινδό αγωνιστή Μπενερτζή που μυθόπλασε ο Ναζίμ Χικμέτ στο μακρύ ποιήμά του «Γιατί αυτοκτόνησε ο Μπενερτζή;».
                                        Το δέντρο όπου αυτοκτόνησε ο Δημήτρης Χριστούλας 
                                                    
«Γράψε κάτι, οτιδήποτε, ακόμα κι αν είναι σημείωμα αυτοκτονίας», προτρέπει ο Αμερικανός συγγραφέας και πολιτικός ακτιβιστής Γκορ Βιντάλ. Δεν μπορεί, θα πιάσει τόπο. Η απόγνωση που μετατρέπεται σε εσωτερική δύναμη, αρκετά ισχυρή ώστε να ακυρώσει το πιο βαθιά ριζωμένο από τα ανθρώπινα ένστικτα: αυτό της αυτοσυντήρησης, φαίνεται ότι κατακλύζει δυστυχώς την ελληνική κοινωνία.

Κάποιοι θεωρούν την αυτοκτονία μια πράξη γενναιότητας, κάποιοι άλλοι επιλογή φυγοπονίας. Στην Ελλάδα σήμερα παρουσιάζεται μια σχετική έξαρση του φαινομένου, ίσως επειδή αρκετοί άνθρωποι ωθούνται στα όριά τους –ηθικά, σωματικά, πνευματικά- φτάνοντας στο κρισιμότερο αδιέξοδο της ζωής τους, εκεί που έχουν ανάγκη να δείξουν στον εαυτό τους και το περιβάλλον τους ότι είναι γενναίοι, αλλά και θέλουν να γλυτώσουν από τα μαρτύρια και τις δυσκολίες.

Κάτι παρόμοιο συνέβη π.χ. και το 1929 κατά το Μεγάλο Κραχ, όταν μέσα σε ένα χρόνο αυτοκτόνησαν στις ΗΠΑ 23.000 άνθρωποι. Το απονενοημένο διάβημα είναι μια πράξη απελπισίας. Το συγκεκριμένο περιστατικό που συνέβη πριν από μερικές μέρες στο Σύνταγμα, δεν μπορεί παρά να συγκαταλέγεται στο σύνολο των περιστατικών αυτοκτονίας, που προσθέτει κατά ένα τον ψυχρό αριθμό, που είναι «φουσκωμένος» για τα ελληνικά δεδομένα.

Η διαφορά, ωστόσο, έγκειται στον τρόπο και τον τόπο που διάλεξε ο 77χρονος απόμαχος του μόχθου Δημήτρης Χριστούλας να δώσει τέρμα στη ζωή του. Αλλά, βεβαίως, και στο ιδιόχειρο μήνυμα που άφησε πίσω του. Είναι ένα «κατηγορώ», που κατακεραύνωσε όλους τους σύγχρονους διορισμένους «Τσολάκογλου», με την πεποίθηση ότι η θυσία του, το «αξιοπρεπές τέλος» του μπορεί να κατόρθωνε ότι δεν θα κατάφερνε ποτέ αν άρπαζε ένα Καλάσνικοφ κι έβγαινε στο δρόμο.

Η περίπτωσή του φέρνει στο μυαλό τον ηλικιωμένο Ινδό αγωνιστή Μπενερτζή που μυθόπλασε ο Ναζίμ Χικμέτ στο μακρύ ποιήμά του «Γιατί αυτοκτόνησε ο Μπενερτζή;». Αδύναμος και άρρωστος και συναισθανόμενος ότι δεν είναι σε θέση να ηγηθεί, αποφασίζει να αυτοκτονήσει θεωρώντας ότι με τη θυσία του αυτή προσφέρει μεγαλύτερη υπηρεσία στον αντιαποικιοκρατικό αγώνα.

«Μέσα στα μαλλιά σου και στα γένια σου/ Φώλιαζαν αετοί και περιστέρια/ Μέσα στη ματιά σου και στα χέρια σου/ Χώραγε του κόσμου η μιζέρια» λέει ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας στο τραγούδι που έγραψε για τον Μπενερτζή.

Η αυτοκτονία δεν είναι λύση σε κανένα πρόβλημα. Και η «θυσία» αυτή δεν έλυσε μεμιάς τα προβλήματα που μαστιγώνουν σήμερα το πετσί του μικρομεσαίου Έλληνα. Ήταν ωστόσο μια ξεκάθαρη πολιτική πράξη, που φυσικά «τσακίστηκαν» να βγουν δημόσια για να υποβαθμίσουν και να αποχαρακτηρίσουν οι θιγόμενοι φορείς της εξουσίας, αδιαφορώντας παντελώς αν θα κρατήσουν το στοιχειώδες τακτ που επιβάλλεται σε τέτοιες περιπτώσεις.

Αυτό που ώθησε τον 77χρονο αυτόχειρα ήταν η αίσθηση ότι μετά από τόσο κόπο και τόσες θυσίες στη ζωή, οι αγώνες και οι συμβιβασμοί που έκανε πήγαν στράφι και βρέθηκε ο ίδιος και ολόκληρη η κοινωνία με τα χέρια δεμένα. Ο ίδιος αισθάνθηκε ότι δεν μπορούσε να το αντέξει και ότι έπρεπε να κάνει κάτι που να πιάσει τόπο. Οτιδήποτε. Γιατί ένιωσε να τον πνίγει η απραξία. Η οποία, όπως επεσήμαινε ο Άγγλος ρήτορας του 18ου αιώνα Φίλιπ Τσέστερφιλντ είναι κι αυτή «ένα είδος αυτοκτονίας».


Για να μην πάει στράφι η αυτοθυσία του «σύγχρονου Μπενερτζή», πρέπει οι υπόλοιποι να συνεχίσουν τη μάχη για την κοινωνική δικαίωση, αναζητώντας επιτακτικά αποτελεσματικότερους –αλλά αν γίνεται λιγότερο σκληρούς- τρόπους για να αλλάξουν τα πράγματα.

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Τα μωρά τα φέρνει ο πελαργός

Η ποιότητα της σχέσης μεταξύ των δύο συντρόφων είναι που μετράει και όχι οι «αμοιβαίες υποσχέσεις» και τα λόγια του αέρα.

Αν είναι έτσι να αφαιρέσουν πάραυτα από τη Βιολογία την ενότητα «Αναπαραγωγή» και να την εντάξουν μαζί με όλη την ευθύνη για τη Σεξουαλική Διαπαιδαγώγηση των μαθητών στα Θρησκευτικά ή -ξέρω ’γω- στην Oικιακή Oικονομία. Κάποιοι παράμετροι του εκπαιδευτικού υλικού, που περιλαμβάνεται στο μάθημα για παιδιά που μόλις μπαίνουν στην εφηβεία, ειδικότερα οι διευκρινίσεις προς τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς μοιάζουν βγαλμένες από μια σκοτεινή, παρωχημένη εποχή όπου το σεξ ασφυκτιούσε κάτω από το βάρος ταμπού και απαγορεύσεων και κυριαρχούσε η ενοχή και η τιμωρία, η άγνοια και η παραπληροφόρηση. Θέλω να πιστεύω ότι δεν συνάδουν με την κουλτούρα μας.

Η δαιμονοποίηση της σεξουαλικής επαφής εκτός γάμου εν έτει 2012, η υπόδειξη ότι συνάδει -άκουσον άκουσον- με την «ανευθυνότητα», την «ιδιοτέλεια», τον «ατομικισμό», τη «στιγμιαία ικανοποίηση», αφενός συνιστά προσβολή για ανθρώπους γενναιόδωρους και σεξουαλικά δραστήριους που δεν έχουν έρθει «εις γάμου κοινωνία», αλλά ξέρουν πολύ καλά τι θα πει υπευθυνότητα, ανιδιοτέλεια, αμοιβαιότητα. Αφετέρου, εδώ μιλάμε για μια τεράστια υποκρισία.

Τη στιγμή που εκεί έξω συνουσιάζεται το σύμπαν, τη στιγμή που η συντριπτική πλειοψηφία των ενηλίκων στην Κύπρο νιώθουν ικανοί να κάνουν αυτόβουλα τις επιλογές τους στη σεξουαλική τους ζωή, να αναμένουμε ότι οι προέφηβοι θα χάψουν το παραμύθι και θα περιμένουν να παντρευτούν προκειμένου να απολαύσουν τον έρωτα;

Το πιο αστείο της υπόθεσης είναι ότι όλοι γνωρίζουμε πολύ καλά ότι στην Κύπρο του 2012 σε καμιά περίπτωση ο γάμος δεν αποτελεί εχέγγυο για την υπευθυνότητα και την αμοιβαιότητα, αλλά και ούτε -ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας- για τη «διαρκή χαρά» αναφορικά με τη σεξουαλική επαφή.

Η ποιότητα της σχέσης μεταξύ των δύο συντρόφων είναι που μετράει και όχι οι «αμοιβαίες υποσχέσεις» και τα λόγια του αέρα. Κι αυτή η ποιότητα δοκιμάζεται από το χρόνο και τον περίγυρο, την καθημερινή τριβή, τις δυσκολίες της ζωής, τις μεταβολές και τις -αναπόφευκτες- συγκρούσεις.

Οι ρίζες του υποκριτικού πουριτανισμού τελικά είναι βαθιά χωμένες στο σώμα της σύγχρονης κοινωνίας της Κύπρου. Έχει ύπουλα παρεισφρήσει σε απόψεις και δοξασίες, σκοντάφτουμε καθημερινά πάνω του. Το όλο θέμα προφανώς και συνδέεται με τη διαχρονική προσπάθεια ταύτισης της απόλαυσης με την αμαρτία.

Ωστόσο, φτάνει πια. Δεν ζούμε σε κάποια θεοκρατούμενη χώρα, έτσι; Αν ζούμε, να μας το πουν να το ξέρουμε. Κοσμικό υποτίθεται ότι είναι το κράτος μας και η ανεξιθρησκία αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα. Συνεπώς οποιεσδήποτε θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν είναι δυνατόν έτσι αναντίδραστα να επηρεάζουν την εκπαιδευτική ύλη μαθημάτων όπως η Βιολογία, που είναι «η επιστήμη της ζωής».

Η συζήτηση αυτή ίσως έμοιαζε πιο σοβαρή τον 19ο αιώνα, όταν αντιπαραθέτονταν δαρβινιστές και δημιουργιστές.

Το πιο σημαντικό είναι να εξασφαλίσεις στο παιδί τα εφόδια ώστε να κάνει σοβαρά, υπεύθυνα, αλλά και ΕΛΕΥΘΕΡΑ την επιλογή του πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Κι όχι να τα «σερβίρεις» με τόσο ωμό και απροκάλυπτο τρόπο αναχρονιστικές ηθικολογίες, ενδεδυμένες με το μανδύα της επιστήμης. Χάνει το νόημά του το ίδιο το μάθημα, καθώς η παραπλάνηση και η απόκρυψη μόνο αντίθετα αποτελέσματα μπορεί να έχει και μόνο προς την αντίθετη ρότα μπορεί να οδηγήσει από αυτή της υγιούς σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης.

Και κάτι τελευταίο: δεν είναι ο γάμος «η μέγιστη έκφραση της αγάπης», ούτε καν ο θεμελιώδης παράγοντας της δημιουργίας μιας υγιούς οικογένειας. Είναι ο αμοιβαίος σεβασμός και η αφοσίωση, αλλά και η κοινή ευθύνη για τη σωστή ανατροφή των παιδιών.