Το τελευταίο λυπητερό τραγούδι του Νίκου Παπάζογλου.
Είναι από τις
σπάνιες περιπτώσεις που δεν ξέρει κανείς ποιο τραγούδι, ποιο στίχο που
τραγούδησε να πρωτοεπιλέξει για να το βάλει τίτλο, υπότιτλο, πρόταξη κ.λπ.
προκειμένου να αποχαιρετήσει έναν τεράστιο καλλιτέχνη.
Πριν από 12 χρόνια,
τον Αύγουστο του 1999, τον γνώρισα στην Πόλη Χρυσοχούς σε μια συνάντηση με
φίλους. Είχε έρθει για να παρουσιάσει μια συναυλία με τη Λοξή Φάλαγγα στον
Ευκαλυπτώνα της Πόλης, στο πλαίσιο της οικολογικής κατασκήνωσης, ενώ εγώ πραγματοποιούσα,
δειλά, τα πρώτα μου μπουσουλίσματα στη δημοσιογραφία σε τοπικό κανάλι της
Πάφου.
Ήταν μια ωραία
συνάντηση. Μιλούσαμε για τη συναυλία, για τη μουσική, τη ζωή, την οικολογία και
λίγο αργότερα εκείνη η μεγάλη παρέα βάδιζε με σηκωμένα τα μπατζάκια και τα
πόδια στο νερό σε μια παραλία του Ακάμα, ως ένδειξη διαμαρτυρίας, στη σκιά του
πολυτελούς ξενοδοχείου που μόλις είχε χτιστεί στην περιοχή.
Το βράδι βρεθήκαμε
όλοι, ο Νίκος Παπάζογλου, δημοσιογράφοι, μέλη του κινήματος οικολόγων,
θαυμαστές του κι άλλοι προσκεκλημένοι, σε ένα μεγάλο τραπέζι, ζεστό σαν
αγκαλιά, στο εγκαταλελειμμένο τουρκοκυπριακό χωριό Ανδρολύκου, στις παρυφές της
χερσονήσου.
Το βράδυ της επομένης,
αν θυμάμαι καλά, ήταν προγραμματισμένη η μεγάλη συναυλία στον Ευκαλυπτώνα. Με
τη γνώριμη, βουτηγμένη στο λυγμό, φωνή του είπε όλα τα τραγούδια του που λατρέψαμε.
Ο Βαρδάρης φύσηξε στον Ακάμα, σε μια ανεπανάληπτη ρωγμή του χρόνου, ένα
«χαράτσι» ψυχής που πληρώσαμε με ευχαρίστηση, καθώς μας ράγιζε την καρδιά
παίζοντας το μπαγλαμαδάκι με κλειστά τα μάτια κι ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο, σφουγγίζοντας
τακτικά τον πνευματικό του μόχθο μ’ εκείνο το κόκκινο μαντήλι.
Πολλές εκατοντάδες
κόσμου καθισμένοι οκλαδόν πάνω στα φύλλα διερωτούνταν μαζί του «πώς μπορώ να
ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά» και κοιτάζοντας ψηλά έβλεπαν να υψώνεται μέσα από τα
κλαδιά των ευκάλυπτων το φεγγάρι το αυγουστιάτικο.
Όποτε,
περιαυτολογώντας, περιγράφω εκείνη τη μαγική βραδιά σε φίλους τονίζω πάντοτε το
γεγονός ότι τύχαινε να ήταν Πανσέληνος, παρά το ότι δεν είμαι και τόσο σίγουρος
αν όντως ήταν, έπειτα από τόσα χρόνια. Απλώς η ιστορία «κολλάει» καλύτερα έτσι
κι εξάλλου στο δικό μου το μυαλο, ούτως ή άλλως, ήταν.
Όταν πληροφορήθηκα
το κακό μαντάτο ο νους μου ασυναίσθητα πήγε σ’ εκείνες τις μέρες στην Πόλη
Χρυσοχούς, αλλά και σε όλες τις ζωντανές παραστάσεις του σε Κύπρο και Ελλάδα
που έτυχε να παρακολουθήσω. Η αίσθηση που είχα όσες φορές τον είδα από κοντά
ήταν η ίδια: η αίσθηση της παρέας, της οικειότητας. Έβγαζε την εικόνα ενός
ανθρώπου στοχαστικού, ευγενικού και λιτού, ζεστού και πράου, παρά το ανήσυχο
πνεύμα του, γνήσιου, άμεσου και λυρικού. Και ήταν. Χωρίς να σημαίνει, βέβαια
ότι δεν είχε τις ιδιοτροπίες του, τις ξεροκεφαλιές του.
Στιχάκι σε παγκάκι
Ο Νίκος Παπάζογλου
δεν ήταν ποιητής, αλλά ήταν, όπως τραγουδούσε στους στίχους του Λάζαρου Ανδρέου
«στιχάκι της στιγμής, πάνω σε τοίχο φυλακής και σε παγκάκι». Η μοίρα το έφερε
να «φύγει» μόλις 40 μέρες μετά τον Μανώλη Ρασούλη, φίλο και συνεργάτη του, παρά
τις διαφωνίες και τα τσουγκρίσματα που είχαν κατά καιρούς, αποκύημα κυρίως του
ασυμβίβαστου χαρακτήρα τους.
Γεννήθηκε στις 20
Μαρτίου του 1948 στην Τούμπα, όπου και τον αποχαιρέτησαν χθες Δευτέρα, η
γυναίκα του Βαρβάρα, τα παιδιά του Αλέξανδρος και Αδελαΐδα και πλήθος ανθρώπων
που τον αγαπούσαν. Στην ελληνική δισκογραφία η φωνή του πρωτακούστηκε να «ζει
τα ωραία πράματα μ' αίμα και με θυσίες» στην «Παράβαση» από τους Αχαρνής του
φίλου και συμπατριώτη του Διονύση Σαββόπουλου, λίγους μήνες προτού η Γυφτιά
πάρει τη «σκληρή» της εκδίκηση. Η ιστορική του συνεργασία με τον Ρασούλη και
τον Νίκο Ξυδάκη άνοιξε νέους δρόμους στο ελληνικό τραγούδι, απενοχοποιώντας το
λαϊκό άκουσμα με το να το παντρέψει με σύγχρονες και αργότερα ροκ φόρμες.
Εκτός από τη
δισκογραφία –τι να πρωτοαναφέρουμε;- και τις ολοζώντανες μουσικές του
εμφανίσεις, συνέβαλε καθοριστικά στο ελληνικό τραγούδι με τη λειτουργία του
θρυλικού του στούντιο «Αγροτικόν», σηµείο αναφοράς της σκηνής της Θεσσαλονίκης,
όπου με τον ίδιο παραγωγό, ηχολήπτη, μηχανικό και εμψυχωτή παρέλασε η αφρόκρεμα
της ελληνικής μουσικής σκηνής, από τους Φατμέ και τις Τρύπες, μέχρι τους Χειμερινούς
Κολυμβητές, τον Σωκράτη Μάλαμα, τον Θανάση Πακακωνσταντίνου κ.π.ά.
Και μόνο η σκέψη ότι
δεν θα ξανακούσω το λυγμό στο λαρύγγι του να πάλλεται πάνω στο κόκκινο μαντίλι,
με κάνει να νιώθω «ορφανός» ως ακροατής.


