Σελίδες

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Είδαν το τυρί, όχι τη φάκα

Όπως έχει διαμορφωθεί το σκηνικό οι «γραφικοί» ερασίμολποι μπορούν να τραβήξουν τα μαλλιά τους και οι ευκαιριατζήδες να τρίψουν τα χέρια τους.



Οι Κινέζοι λένε ότι οι ευκαιρίες έχουν μαλλιά μόνο μπροστά. Από πίσω είναι καραφλές. Ας ελπίσουμε ότι η ανατολίτικη σοφία τόσων αιώνων να διαψευστεί στην Κύπρο, όπως συνέβη με τόσες και τόσες περιπτώσεις βασικής σοφίας και γνώσης. Στην περίπτωση του Μεγάρου Πολιτισμού οι προϋποθέσεις είχαν δημιουργηθεί κι είχε στηθεί ένα σκηνικό που άνοιγε πολλές χαραμάδες ελπίδας για ένα έργο υποδομής που θα άλλαζε καθοριστικά τον πολιτιστικό χάρτη της Κύπρου.

Δεν σκοπεύω να εξελίξω αυτό το άρθρο ούτε σε επικήδειο για το Μέγαρο, αλλά ούτε σε ύμνο για τη σημασία του στο δρόμο προς την πολυπόθητη πολιτιστική μας αναγέννηση. Άλλωστε πιο εύκολα θα άλλαζε το χτένισμά της η βασίλισσα Ελισάβετ, παρά την κάθετη γνώμη τους οι φωστήρες που θεωρούν τον Πολιτισμό σπατάλη και περιττή πολυτέλεια, μετρώντας το ενδεχόμενο ανάπτυξης με χρηματικούς όρους και κοντοπρόθεσμες συγκυρίες. Στη μιζέρια, τη στενοκεφαλιά και τα τοπικιστικά συμπλέγματα ήρθε να προστεθεί το άλλοθι της οικονομικής κρίσης –βούτυρο στο ψωμί κάθε κοντόφθαλμου ευκαιριατζή. Το πιο καθοριστικό σύμπτωμα, ωστόσο, αποδεικνύεται ότι είναι πάντοτε η έλλειψη ειλικρινούς πολιτικής βούλησης.

Έχοντας κόψει την κορδέλα στο Θέατρο του ΘΟΚ ο Πρόεδρος Χριστόφιας, φαίνεται ότι νίπτει πλέον τας χείρας του. Νιώθει ότι έχει βγει από την υποχρέωση, ότι παρέδωσε κι αυτός «το ένα μεγάλο έργο υποδομής» που αναλογεί σε κάθε Πρόεδρο για να τον μνημονεύουν οι επόμενες γενιές. Άρα έχει απαλλαχτεί από το βάρος. Εκτός του ότι είναι ο πρώτος Πρόεδρος στην Ιστορία της ΚΔ που αποφασίζει συνειδητά να μην επαναδιεκδικήσει το ανώτατο αξίωμα, είναι ίσως κι ο πρώτος στην παγκόσμια Ιστορία που δίνει αβίαστα την εντύπωση ότι μετράει με ανυπομονησία τις μέρες μέχρι να παραδώσει τη σκυτάλη. Και δεν περνάνε οι αναθεματισμένες! Σαν να μην του έκατσε καλά το φενγκ σούι στο Προεδρικό, γι’ αυτό και όταν θα εξέλθει για τελευταία φορά ούτε που θα κοιτάξει πίσω του, θα ρίξει μαύρη πέτρα.

Το σωστό, λοιπόν, δεν είναι να τον λιβανίζουμε για ό,τι παρέδωσε, αλλά να τον κριτικάρουμε για ό,τι μπορούσε να παραδώσει ή να προωθήσει και ΔΕΝ το έκανε. Τα τελευταία ψήγματα πολιτικής βούλησης πρέπει να εξανεμίστηκαν όταν στο κουρασμένο του μυαλό προέκυψε η εξής σκέψη: «Κορόιδο είμαι να σκιστώ τώρα για να σπρώξω το θέμα του Μεγάρου και να καμαρώνει στα εγκαίνια σα γύφτικο σκεπάρνι ο (όποιος) ακατονόμαστος που θα με διαδεχθεί; Γιατί να τον διευκολύνω;»

Όπως έχει διαμορφωθεί πλέον το σκηνικό οι «γραφικοί» ερασίμολποι μπορούν να τραβήξουν τα μαλλιά τους –ή ότι τραβιέται τέλος πάντων- και οι ευκαιριατζήδες να τρίψουν τα χέρια τους. Κι ελπίζω σιγά- σιγά όσοι τόσα χρόνια διατείνονταν ότι τα «χρήματα για το Μέγαρο πρέπει να διαμοιραστούν σε μικρές εστίες και εκδηλώσεις πολιτισμού» να κατάλαβαν ότι τελικά τόσο καιρό έβλεπαν το τυράκι κι όχι τη φάκα και ότι άθελά τους ή ηθελημένα έπαιξαν το ρόλο των αβανταδόρων για τους παπατζήδες.

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Υφυπουργείο Υποσχέσεων και Ανεκπλήρωτων Οραμάτων;

Το θέμα του Υφυπουργείου Πολιτισμού δεν είναι παίξε γέλασε. Δεν μπορεί να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη, ούτε με «μηδενικό δημοσιονομικό κόστος».

Αρκετά διαβασμένος σχετικά με τις πραγματικές ανάγκες του θαλασσοδαρμένου τομέα του Πολιτισμού εμφανίστηκε στη συνάντησή του με ανθρώπους του χώρου, ο υποψήφιος ΠτΔ Νίκος Αναστασιάδης. Αυτές αφορούν κυρίως τις υποδομές και τη θεσμική- διοικητική ανασυγκρότηση, προκειμένου ο «αιώνιος ναυαγός» να βρει επιτέλους το δρόμο προς την Ιθάκη. Ο ίδιος δεν άφησε την εντύπωση ότι θέλει να κάνει τον ειδικό επί του θέματος, αλλά επέλεξε να δείξει αποφασισμένος να παράξει σχετικό πολιτικό έργο. 

Όσο καλά κι αν τον προετοίμασε το επιτελείο του για τη συνάντηση αυτή, προφανώς δεν πρέπει να προσπάθησε καν να τον πείσει ότι θα χρειαστεί να πλασάρει την εικόνα του ειδήμονος και φιλοθεάμονα, του λάτρη και μαικήνα των τεχνών και των καλλιτεχνών. Το πιθανότερο είναι, σε μια τέτοια περίπτωση, ότι θα γελούσαν και οι καρέκλες εκεί στο Caraffa Bastione.

Αυτό, όμως, είναι και το τελευταίο που θα έπρεπε να ενοχλεί όσους ασχολούνται με τα του Πολιτισμού. Δεν είναι αυτές οι ιδιότητες και αρετές που θα έπρεπε να μας νοιάζουν. Εξάλλου, χορτάσαμε από φιλοθεάμονες και μυσταγωγούς Προέδρους, από «σχετικούς» και «ευαίσθητους» με την Τέχνη, η προηγηθείσα στάση και συμπεριφορά των οποίων γέμιζε με προσδοκίες όσους κόπτονται για τον Πολιτισμό, αλλά στο τέλος μείναμε όλοι με την όρεξη. Εδώ που φτάσαμε, η θεωρία των «καλών κι αγνών προθέσεων» που συγκρούστηκαν με το τέρας των «αστάθμητων οικονομικών αναποδιών» ακούγεται πιο γραφική κι από το Κελλάκι. Είναι προτιμότερο ν’ ακούμε «στεγνές» πολιτικής και τεχνοκρατικής φύσεως προσεγγίσεις: έκαστος στο είδος του και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στην εκτελεστική εξουσία.

Ωστόσο, ο Αναστασιάδης δεν είναι ακόμη ο ανώτατος άρχων. Και η μόδα της εποχής επιβάλλει να κρατάμε όλοι μικρό καλάθι. Πόσο μάλλον όταν ο ομιλητής είναι ένας φιλόδοξος υποψήφιος και –θεωρητικά- φαβορί στην κούρσα των Προεδρικών. Το γεγονός από μόνο του βγάζει αβίαστα στη ράχη του μέσου ανοιχτομάτη ακροατή τ’ αγκάθια της επιφυλακτικότητας. Η επίτευξη του –κακόηχου- «Μνημονίου Πολιτισμού» που εξήγγειλε ο υποψήφιος, θεωρεί ότι προϋποθέτει την άμεση ίδρυση Υφυπουργείου Πολιτισμού. 

Το θέμα της Ενιαίας Αρχής Πολιτισμού, ενός ανεξάρτητου φορέα που θα ασκεί πολιτιστική πολιτική -η μελέτη για την οποία ξεκίνησε επί της προηγούμενης κυβέρνησης και ολοκληρώθηκε επί της απερχόμενης- έχει τοποθετηθεί στην παγωνιέρα. Και είναι φυσικό να έχει περίοπτη θέση στην ατζέντα για τα πολιτιστικά: αναμένεται να το ακούσουμε κι από τους άλλους υποψηφίους.

Ωστόσο, το θέμα του Υφυπουργείου Πολιτισμού δεν είναι παίξε γέλασε. Το θέμα έχει σκαλώσει περισσότερο στο κόστος λειτουργίας κι όχι στις νομικίστικες πτυχές του. Και είναι παράξενο που ο Νίκος Αναστασιάδης επιμένει ότι έχει θέσει ως απαράβατη αρχή το μηδενικό δημοσιονομικό κόστος. Είχα γράψει παλιότερα, όταν το θέμα ήταν ξανά της μόδας, ότι αν είναι να κατεβάσουμε, απλώς, την ταμπέλα «Πολιτιστικές Υπηρεσίες» και στη θέση της να γράψουμε «Υφυπουργείο Πολιτισμού», εντάσσοντας και το Τμήμα Αρχαιοτήτων, καλύτερα να μην μπούμε καν στον κόπο. Δεν χρειαζόμαστε ένα νέο γραφειοκρατικό τέρας που θα κάνει τον «τροχονόμο» στα πολιτιστικά δρώμενα.

Η νέα υπηρεσία που θα δημιουργηθεί πρέπει να είναι αυτή που θα θέσει τον πολιτισμό υπό στέρεα διοικητική και θεσμική βάση. Πρέπει να δίνει τις λύσεις κι όχι να εξελιχθεί σ’ ένα νέο πρόβλημα. Γι’ αυτό πρέπει να στελεχωθεί, να ενισχυθεί, να αποκτήσει τα εχέγγυα για να μπορεί να κάνει τις απαιτούμενες τομές. Αυτή πρέπει να είναι η εκκίνηση οποιασδήποτε συζήτησης προσβλέπει στη διέξοδο από το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει ο Πολιτισμός, λόγω αδιαφορίας, αδράνειας, ανικανότητας κι έλλειψης οράματος και πολιτικής βούλησης.

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Εδώ στέρεψαν και τα «θα»

Είναι απογοητευτικό να βλέπεις πολιτικά λυγισμένους και δύσθυμους ταγούς, πρώην πρωταθλητές στις υποσχέσεις και τις κυβιστήσεις, να μην έχουν κουράγιο ούτε να τάξουν.


Στα αυτιά μας αρέσουν τα χάδια, ήταν συνηθισμένα ν’ ακούν ανέξοδες υποσχέσεις και λόγια του αέρα. Κουδούνιζαν ωραία οι λαγοί με τα πετραχήλια. Και τώρα τους κακοφαίνεται που η μόδα της εποχής είναι «κρύβε λόγια και μην υπόσχεσαι». Αλλά τι λέω; Εδώ φτάσαμε να αναμένουμε την τρόικα ανυπόμονοι σαν τη χήρα στο κρεβάτι, λες και οι τροϊκανοί και τα ράμματα που έχουν για τη γούνα μας να ήσαν μια κάποια λύσις. Είναι απογοητευτικό να βλέπεις πολιτικά λυγισμένους και δύσθυμους ταγούς, πρώην πρωταθλητές στις υποσχέσεις και τις κυβιστήσεις, να μην έχουν κουράγιο ούτε για να τάξουν.

Μάταια, στα εγκαίνια του νέου κτηρίου του ΘΟΚ, ο δήμαρχος Λευκωσίας προσπαθούσε να εκμαιεύσει μια τόση δα υποσχεσούλα σε σχέση με τα έργα που έπρεπε ήδη να έχουν τροχιοδρομηθεί για την ανάπτυξη του κέντρου της πρωτεύουσας, αλλά και της πολιτιστικής μας πραγματικότητας. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας, σχεδόν με σκυμμένο το κεφάλι, αναφέρθηκε σε αόριστες ομάδες που εκπονούν και εφαρμόζουν, λέει, σχέδια που έχουν αποφασιστεί «αλλά τα οικονομικά δεδομένα δεν μας επιτρέπουν ακόμη να τα υλοποιήσουμε εδώ και τώρα». Από σχέδια άλλο τίποτε. Σαν αυτά που όταν τα κάνει ο άνθρωπος, ο θεούλης ξεκαρδίζεται στα γέλια. Τα συρτάρια, άλλωστε, έχουν αρκετό χώρο ακόμη για μερικές στίβες σκονισμένων σχεδίων.

Ο απερχόμενος Πρόεδρος μοιάζει απασχολημένος με το πώς θα ελαχιστοποιήσει τη ζημιά για τον ίδιο, το κόμμα του, την κυβέρνηση και ίσως κατά βάθος και για τον τόπο. Είναι όμως αρκετά έξυπνος και παρατηρητικός, αλλά και ρεαλιστής για να χαρακτηρίσει αδικαιολόγητη την «ανομβρία πολλών χρόνων στη δημιουργία πολιτισμού». Ωστόσο, παρά την καλή διάθεση και την επίγνωση της πραγματικότητας, θα έπρεπε να ξέρει ότι αυτή η ανομβρία δεν θεραπεύεται με το «χορό της βροχής», με σχέδια επί σχεδίων, καλές προθέσεις και υποσχέσεις.

Δεν αρκεί το «κάνουμε ό,τι μπορούμε» και είναι απογοητευτικό και δυσοίωνο να ακούς ότι το μόνο που μπορούμε να προσδοκούμε είναι να περάσει η καταιγίδα της άτιμης της οικονομικής κρίσης και συνεπώς μέχρι τότε πρέπει να κάτσουμε άπρακτοι στ’ αυγά μας και να κάνουμε σχέδια με το μυαλό μας. Σε ακραίες συνθήκες δεν κάνεις σχέδια, ούτε βγάζεις έτοιμα σχέδια από την κατάψυξη. Αυτοσχεδιάζεις. Το ζήτημα είναι ότι πρέπει τώρα να καθόμαστε και να σκουπίζουμε τα δακρυσμένα μάτια μας με ανεκπλήρωτα σχέδια έχοντας αφήσει να χαθεί τόσος χρόνος άδικα.

Η κατασκευή του Μεγάρου Πολιτισμού, η προώθηση του Αρχαιολογικού Μουσείου, η διαμόρφωση του πάρκου του ΓΣΠ είναι έργα που έχουν ήδη αργήσει. Όπως άργησε δεκαετίες ολόκληρες το κτήριο του ΘΟΚ. Είναι γεγονός ότι φτάσαμε στο «αμήν» για να μπορούμε να βρούμε εύκολα τις δικαιολογίες για την αναβολή ή και ματαίωση τέτοιων σημαντικών έργων που θα άλλαζαν καθοριστικά τη ζωή μας και θα έμεναν κληρονομιά για τις επόμενες γενιές.