Σελίδες

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

Γενετική προδιάθεση για Πολιτισμό

Μπορεί μέσα στη δίνη της οικονομικής κρίσης αυτά που ΔΕΝ έκανε ο πολύπειρος και φιλοθεάμων Χριστόφιας να τα κάνει ο ουρανοκατέβατος στην πολιτική μας ζωή γενετιστής;



Δεν είναι ότι χρειαζόμαστε ιδιαίτερη πρόσκληση για να καταδεχτούμε να πάμε σε μια δημόσια εκδήλωση, ούτε ότι δεν μας αρέσει να φυτρώνουμε εκεί που δεν μας σπέρνουν. Όσο να ‘ναι, όμως, μόνο και μόνο από τακτ, οι δημοσιοχετίστες του υποψηφίου ΠτΔ Σταύρου Μαλά θα μπορούσαν να προσεγγίσουν τους πολιτιστικούς συντάκτες εν όψει της συνάντησης-συζήτησης που διοργάνωσε την περασμένη Δευτέρα με τους ανθρώπους του Πολιτισμού και της Παιδείας.

Αφού εξέφρασα το παράπονό μου, λοιπόν, και ξεθύμανα ας πάμε στην ουσία, δηλαδή στην κλασική ανούσια προεκλογική αοριστολογία που εκστόμισε ο υποψήφιος. Ο Σταύρος Μαλάς υποστηρίζεται από έναν πολιτικό χώρο που, τουλάχιστον με τα λόγια, δεν χάνει ποτέ την ευκαιρία να προτάσσει τον Πολιτισμό στη βιτρίνα κάθε προεκλογικής και ιδεολογικής του ατζέντας. Όταν προ πενταετίας ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης αυτού του χώρου μάς έκανε τη χάρη να μας υπηρετήσει από το ανώτατο αξίωμα, πολλοί πίστεψαν ότι –έστω για τη μόστρα- θα έδινε ένα μικρό σπρωξιματάκι στο κολλημένο στη λάσπη κάρο. Και διαψεύστηκαν οικτρά. 

Διότι αν ο Δημήτρης Χριστόφιας ήταν κατά το ήμισι μόνο ευαίσθητος στα του Πολιτισμού απ’ όσο διατεινόταν, θα έβαζε ο ίδιος αρνητικό πρόσημο στον εαυτό του. Συνεπώς, το καυτό ερώτημα είναι το εξής: μπορεί μέσα στη δίνη της οικονομικής κρίσης αυτά που ΔΕΝ έκανε ο πολύπειρος Χριστόφιας να τα κάνει ο ουρανοκατέβατος στην πολιτική μας ζωή γενετιστής;

Όπως αναμενόταν, λοιπόν, η ομιλία του ήταν πλούσια, εκτενής και πολύπτυχη, επίθετα που είμαστε συνηθισμένοι πλέον να βάζουμε μπροστά από κάθε κούφια προεκλογική ρητορεία -ανεξαρτήτως υποψηφίου. Πιο περιεκτική και ενδιαφέρουσα ήταν η τοποθέτησή του στην τηλεοπτική εκπομπή του ΡΙΚ «εντέχνως», όπου εκεί τουλάχιστον πέταξε μερικές αδύνατες μεν, βατές δε ιδέες όπως η φοροαπαλλαγή σχετικών με το χώρο των τεχνών επιχειρήσεων. Αν σταθούμε πάντως στις προγραμματικές του θέσεις, δεν πρόκειται να ανοίξουμε και σαμπάνιες. Κι αν κρίνουμε κι από το γενικότερο πνεύμα του ανθυποψηφίου του Ν. Αναστασιάδη το Νοέμβριο –επιφυλασσόμαστε ακόμη για τον Γ. Λιλλήκα- τα επόμενα χρόνια θα δούμε τον Πολιτισμό να περνά από τα καυδιανά δίκρανα.

Έχουμε βαρεθεί να ακούμε ότι υπάρχει ανάγκη για «ολοκληρωμένο σχεδιασμό στρατηγικής σε θέματα πολιτισμού». Ο όρος αυτός, θυμίζουμε, «έπαιξε» ευρέως λίγο πριν τις προηγούμενες εκλογές. Ετοιμάστηκε και διατυπώθηκε ένα φιλόδοξο σχέδιο επί υπουργίας  Άκη Κλεάνθους και σήμερα ουδείς γνωρίζει σε πιο συρτάρι είναι καταχωνιασμένος. 

Για τον περιβόητο Ενιαίο Φορέα ή Ενιαία Αρχή ή Υφυπουργείο ή όπως αλλιώς θα λέγεται, πάλι έχει χυθεί μελάνι, η σχετική μελέτη έχει παραδοθεί εδώ και καιρό και πάνε πάνω από δύο χρόνια τώρα που έχει σκαλώσει σε νομικίστικες λεπτομέρειες και στο κόστος λειτουργίας.
Στη μακροσκελή του ομιλία, ο επίδοξος ΠτΔ δεν σπατάλησε πάνω από πέντε λέξεις όταν αναφέρθηκε στο Μέγαρο Πολιτισμού, γεγονός που μόνο ελπιδοφόρο δεν είναι για το μέλλον του έργου.

Όσον αφορά, τέλος, στην πολιτιστική διπλωματία, είναι όντως μια πονεμένη ιστορία. Όταν με το καλό γίνει Πρόεδρος ο Σταύρος Μαλάς, καλό είναι να θυμάται ότι στα εντυπωσιακότερα φάουλ της εποχής του προκατόχου του συγκαταλέγεται η αντικατάσταση της «κορεσμένης» Μορφωτικής Συμβούλου της Κύπρου στο Λονδίνο Νίκης Κατσαούνη από τον «ορεξάτο» μουσικό, οργανοπαίκτη και παραγωγό Κύπρο Χαραλάμπους. 

Κι όταν η μισή κυπριακή παροικία στη Βρετανία και εκατοντάδες προσωπικότητες ξεσηκώθηκαν, όχι μόνο δεν ίδρωσε το αυτί κανενός αλλά ο κομματικός μηχανισμός πάσχισε με νύχια και με δόντια να δικαιολογήσει την επιλογή, που ξαναέβγαλε την Κύπρο από το χάρτη της πολιτιστικής διπλωματίας σε μια κρίσιμη εποχή. 

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

Λόγω πληθώρας κι όχι λόγω περικοπών

Όλα αυτά τα χρόνια αρμενίζαμε στραβά και κακώς απονέμαμε Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη προσφέροντας ενθάρρυνση και κίνητρο σε μια σειρά νέων και νεοεμφανιζόμενων λογοτεχνών, που τολμούσαν να κάνουν τα πρώτα τους βήματα στο χώρο.



Τελικά τα πράγματα είναι χειρότερα απ’ ότι νόμιζα. Η «έμπνευση» των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού να καταργήσουν το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη δεν οφείλεται στην περισυλλογή, στην ανάγκη για περικοπές και εξοικονομήσεις, στο «ψαλίδι» που έχει πέσει στο κονδύλι για τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας. Είναι μια συνειδητή απόφαση. Και όπως ενημερώθηκα από την αρμόδια Μορφωτική Λειτουργό η κατάργηση της συγκεκριμένης κατηγορίας δεν αφορά μόνο τα Κρατικά Βραβεία του 2012, αλλά θα αφορά και τα επόμενα έτη. Η ανάγκη για κατάργησή της προέκυψε –άκουσον, άκουσον- «από τη διαπίστωση ότι η πληθώρα βραβείων και ειδικά η απονομή βραβείων σε έργα που ανήκουν σε υβριδικές κατηγορίες (δηλαδή κατηγορίες οι οποίες περιλαμβάνουν διάφορα λογοτεχνικά είδη) δεν αποτελούσε παράγοντα ενίσχυσης του κύρους του θεσμού των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας».

Οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες θεωρούν την κατηγορία Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη υβριδική και γι’ αυτό περιττή. Και εκτιμούν ότι η κατάργησή της «δεν οδηγεί στον αποκλεισμό κανενός βιβλίου από τον κατάλογο των υποψήφιων προς βράβευση» αφού, ούτως ή άλλως, «όλα τα βιβλία έχουν την ευκαιρία να ενταχθούν στον κατάλογο σύμφωνα με την ειδολογική τους κατηγορία». Σύμφωνα με την –αφοπλιστικά- επίσημη απάντηση των ΠΥ, «η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει καταδείξει ότι η διαδικασία διαχωρισμού των υποψήφιων έργων σε έργα πρωτοεμφανιζόμενων και μη πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων είναι εξαιρετικά επισφαλής, ιδιαίτερα εξαιτίας της απουσίας εργοβιογραφικών στοιχείων των συγγραφέων μέσα στα ίδια τους τα βιβλία».

Μάλιστα. Δηλαδή όλα αυτά τα χρόνια αρμενίζαμε στραβά και κακώς απονέμαμε Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη προσφέροντας ενθάρρυνση και κίνητρο σε μια σειρά νέων και νεοεμφανιζόμενων λογοτεχνών, που τολμούσαν να κάνουν τα πρώτα τους βήματα στο χώρο.

Ο θεσμός των κρατικών βραβείων δεν έχει σκοπό να δημιουργήσει ανταγωνιστικές δυνάμεις στο χώρο της λογοτεχνίας, όπως τα μετάλλια στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ούτως η άλλως η διαδικασία είναι απόλυτα υποκειμενική. Κύριος σκοπός τους είναι η ανασκόπηση, ο αναστοχασμός, η ανάδειξη μιας συχνά αθέατης δραστηριότητας, μια αποτίμηση της λογοτεχνικής κίνησης και κυρίως να προκαλέσουν μια συζήτηση γύρω από το βιβλίο. Αν ένας από τους λόγους είναι επίσης κι η ενθάρρυνση και επιβράβευση των ανθρώπων που επενδύουν τόσο χρόνο και πνευματικό μόχθο, τότε το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη είναι και το πιο επιβεβλημένο, δεδομένου ότι οι νιόφερτοι στα εκδοτικά λογοτέχνες είναι αυτοί που χρειάζονται ενθάρρυνση περισσότερο απ’ όλους.

Στην Ελλάδα το κατάλαβαν αυτό, έστω και καθυστερημένα και μόλις πρόσφατα απένειμαν για πρώτη φορά Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα (για τις εκδόσεις του 2011). Με άλλα λόγια, η «γονατισμένη» Ελλάδα της κρίσης θεσπίζει το εν λόγω Βραβείο κι αμέσως η Κύπρος αποφασίζει να το καταργήσει, μετά από πολλά χρόνια που το απένειμε με την όποια επιτυχία. Κι αυτό επειδή διαπίστωσε ότι είναι, λέει, επισφαλής η διαδικασία διαχωρισμού των έργων. Αντί να κόψει το κεφάλι που πονούσε, όμως, δεν θα ήταν προτιμότερο να αναζητήσει μια θεραπεία για τον πονοκέφαλο;

Θα πρέπει, τέλος, να προσθέσουμε ότι στην περίπτωση της Ελλάδας έχει τεθεί και μια προϋπόθεση: το ηλικιακό όριο των 35 ετών για το βραβείο αυτό, πράγμα που σημαίνει ότι απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο σε νεαρούς συγγραφείς και δείχνει ότι το σκεπτικό πίσω από την απόφαση είναι η ενθάρρυνση της νεότερης γενιάς. Προσωπικά, διαφωνώ με τη συγκεκριμένη διάκριση, καθώς θεωρώ εξίσου σημαντικό να ενθαρρύνονται οποιασδήποτε ηλικίας νιόφερτοι (στα λογοτεχνικά) που δεν τολμούσαν να διάφορους λόγους να εκδώσουν έργα τους και οι οποίοι μπορούν να προσφέρουν αποτελεσματικά στην «ανανέωση του αίματος». 

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Εγωιστές όλου του κόσμου, ενωθείτε

Ο ατομικισμός, ο εγωισμός, η πάρτη μας ήταν, είναι και θα είναι η κινητήριος δύναμη που κάνει τον κόσμο να γυρίζει.

                                   Μάουριτς Κορνέλις Έσερ, «Χέρια που σχεδιάζουν», λιθογραφία 1948.

Η προσωπολατρία είναι μια γάγγραινα. Αιτία πολλών δεινών. Και σε καμιά περίπτωση δεν συνάδει με τα δημοκρατικά ήθη, αντίθετα ροκανίζει τα ήδη σαθρά θεμέλια του στραβού οικοδομήματος που φτάσαμε σήμερα να αποκαλούμε Δημοκρατία. Δεν έχετε διερωτηθεί ποτέ, όμως, γιατί ενώ είναι οφθαλμοφανές ότι το γκροτέσκο αυτό φαινόμενο που υποσκάπτει και τους τελευταίους θεσμούς που έχουν μείνει όρθιοι, εξακολουθεί να πλήττει την κοινωνία μας; Γιατί οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να λατρεύουν ένα πρόσωπο;

Η απάντηση ίσως είναι λιγότερο σύνθετη απ’ ότι φαίνεται εξαρχής. Εκτός από το πρόσωπο που επιζητά ή καλλιεργεί ή προκαλεί την προσωπολατρία υπάρχει και ο κόσμος που την ασκεί. Δεν είναι εύκολο για έναν άνθρωπο σήμερα να απορρίψει την προσωπολατρία, ίσως όχι γιατί έχει σχεδόν θεοποιήσει το πρόσωπο που λατρεύει αλλά επειδή κατά βάθος ματαιοδοξεί να δει τον εαυτό του στη θέση του λατρευόμενου.

Ο ατομικισμός, ο εγωισμός, η πάρτη μας ήταν, είναι και θα είναι η κινητήριος δύναμη που κάνει τον κόσμο να γυρίζει. Τα πάντα, κάθε προσπάθεια, κάθε μας πράξη δεν είναι παρά ένας επιμελώς συγκαλυμμένος εγωισμός. Όλες οι υπόλοιπες θεωρίες –φιλοσοφικές, πολιτικές, κοινωνικές- δεν είναι παρά μια προσπάθεια να συντεθεί ένα συμβιβαστικό πλέγμα που θα κρατά, όσο γίνεται τις ισορροπίες ανάμεσα στους διαπλεκόμενους, ανταγωνιστικούς εγωισμούς.

Εντάξει δεν προσπαθώ να ανακαλύψω τον τροχό, πρόλαβαν πολλοί άλλοι πριν από μένα και πολύ πιο εύστοχα να αναπτύξουν αυτές τις θεωρίες. Πάνε π.χ. και σχεδόν 200 χρόνια από τότε που ο θεωρητικός του Ατομικισμού Μαξ Στίρνερ ίδρυε την Ένωση των Εγωιστών στη θέση της ανθρώπινης κοινωνίας, διακηρύττοντας ότι «αλήθειες υπεράνω του Εγώ μου δεν υπάρχουν. Διότι, πάνω από το Εγώ μου, δεν υπάρχει τίποτα». Αυτό που έλεγε ο παρεξηγημένος αυτός Γερμανός φιλόσοφος (1806 - 1856), το πραγματικό όνομα του οποίου ήταν Γιόχαν Κάσπαρ Σμιντ, είναι ότι είμαστε όλοι εγωιστές, απλά δεν το παραδεχόμαστε. Και από τη στιγμή που καταπιέζουμε τον εγωισμό μας και τον κρύβουμε κι από τον ίδιο μας τον εαυτό, είμαστε υποτελείς και αρνητές της ίδιας μας της φύσης. Συνεπώς, ο Ατομικισμός είναι η απάντηση σε κάθε είδους ομογενοποίηση που φυλακίζει το Εγώ.

Για τον ίδιο, Άτομο και Κράτος είναι εκ φύσεως εχθροί. «Το Κράτος αποκαλεί την εξουσία του ‘Δίκαιο’, ενώ εκείνη του Ατόμου ‘έγκλημα’» σημείωνε στο πολυσυζητημένο βιβλίο του «Το Εγώ κι η ιδιοκτησία του» (1845). Κατά κάποιο τρόπο, η σύγκρουση με το Κράτος προέρχεται από το γεγονός ότι το Κράτος αρνείται να παραδεχτεί ότι δεν είναι μια κοινωνία ανθρώπων, αλλά μια συνάθροιση από Εγώ. Ο ίδιος πίστευε στη δύναμη, που προηγείται του δικαιώματος και τη θεωρούσε πράγμα ωραίο και χρήσιμο. «Προχωρά κανείς περισσότερο με μια χούφτα δύναμη, παρά με ένα σακί γεμάτο δίκιο». Το ξέρω ότι κατά βάθος αισθάνεστε ότι ο άνθρωπος αυτός είχε ως ένα σημείο δίκιο σ’ αυτά που έλεγε, αλλά όπως καταλαβαίνετε αυτό ελάχιστα θα τον ενδιέφερε…

Οι απόψεις αυτές δεν ευοδώθηκαν στην πράξη, έβαλαν μόνο μερικά σποράκια στις επαναστατικές θεωρίες του 19ου αιώνα. Τις οποίες πρόλαβαν άλλες οικονομικο-ηθικο-κοινωνικές θεωρίες του 20ού αιώνα να τις αντιστρατευτούν ομογενοποιώντας και κατευνάζοντας τα Εγώ προς όφελος –υποτίθεται -  του συνόλου. Ο αντικειμενικός σκοπός βέβαια ήταν να ανισχυροποιήσουν περαιτέρω τα πολλά μικρά κατεργάρικα Εγώ για να μπορούν να φουσκώνουν, αδιαλείπτως και ανενόχλητα, τα λίγα, εκλεκτά και προσωπολατρεμένα.

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Αυτό το βραβείο ποιος ΔΕΝ θα το πάρει;

Η κατάργηση του Βραβείου Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη είναι κάτι παραπάνω από μια «επώδυνη απόφαση». Είναι ένα αψυχολόγητο έγκλημα με θύμα το μέλλον της κυπριακής λογοτεχνίας.


Το 1988, ο 73χρονος –τότε- Ζήσιμος Λορεντζάτος δεν αποδέχτηκε το Κρατικό Βραβείο Κριτικής-Δοκιμίου της Ελλάδος, εκφράζοντας την επιθυμία να μεταβιβαστεί αυτούσιο σε νέο λογοτέχνη. Αισθάνθηκε ότι μεγαλύτερη τιμή για την προσφορά του στη λογοτεχνία περιποιεί η εκτίμηση για το ογκώδες ποιητικό και δοκιμιακό έργο του. Προσοχή: δεν απαρνήθηκε, ούτε χλεύασε το βραβείο, όπως έκανε π.χ. ο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Ήθελε μόνο να δείξει ότι μια τέτοια διάκριση είναι πιο χρήσιμη και αναγκαία σε έναν νεότερο.

Στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες έχει πέσει ο αστραφτερός μπαλτάς των περικοπών μειώνοντας ακόμη περισσότερο τον αστείο προϋπολογισμό που αφιέρωνε η… ευαίσθητη πολιτιστικά πολιτεία μας στον πολύπαθο τομέα. Η μπόρα παίρνει όλες τις εκφάνσεις της πολιτιστικής δραστηριότητας και η πολιτιστική μας ατζέντα οδεύει με μαθηματική ακρίβεια στο μαρασμό. Όταν κάποιος θέλει να κάνει περικοπές στον προϋπολογισμό του συνήθως συνθέτει μια λίστα κι αρχίζει να «κόβει» αυτά που είναι λιγότερο σημαντικά. Δεν βάζει κλήρο κι όποιον πάρει ο Χάρος.

Τα αναφέρω όλα αυτά γιατί προσπαθώ να κατανοήσω τους λόγους οι οποίοι, στο πλαίσιο των διαβόητων περικοπών, ώθησαν τους φωστήρες στις ΠΥ να μην προκηρύξουν το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη. Μπορώ να καταλάβω –παρόλες τις ενστάσεις- τη γενναία μείωση του χρηματικού επάθλου. Μπορώ να κατανοήσω ακόμη και τη συγχώνευση των κατηγοριών και τη συνεπακόλουθη βράχυνση της λίστας με τις κατηγορίες βραβείων. 

Η κατάργηση όμως της συγκεκριμένης κατηγορίας είναι κάτι παραπάνω από μια «επώδυνη απόφαση». Είναι ένα αψυχολόγητο έγκλημα με θύμα το ίδιο το μέλλον της κυπριακής λογοτεχνίας. Η διάκριση αυτή μπορεί να αποτελέσει σημαντικό κίνητρο για έναν λογοτέχνη να συνεχίσει να προσφέρει, παρά τις αντιξοότητες, τις υπηρεσίες του στη λογοτεχνία με προοπτική να διεκδικήσει αργότερα βραβεία, διακρίσεις και -το κυριότερο- τη θέση του στην ιστορία της λογοτεχνίας της Κύπρου.

Στην Ελλάδα, το συγκεκριμένο βραβείο δεν απονέμεται καν, όμως, είναι διαφορετικά τα μεγέθη κι οι περιστάσεις αναφορικά με το δυναμικό, το έργο του οποίου είναι υπό κρίση κάθε χρόνο. Το χρηματικό έπαθλο δεν είναι αυτοσκοπός, όπως δεν είναι ούτε το ίδιο το βραβείο. Δεν είναι απαραίτητα ένας διαγωνισμός όπου πρέπει να κερδίσει ο καλύτερος. Ο χαρακτήρας των βραβείων παραμένει τιμητικός κι είναι μεν φυσιολογικό οι διακρίσεις να επικεντρώνονται σε καθιερωμένα λογοτεχνικά μεγέθη, αλλά ο στόχος παραμένει η αποτύπωση των αισθητικών και κοινωνικών εξελίξεων στο μικρό μας νησί.

Καθώς υπάρχει μια σχετική ξηρασία όσον αφορά στην ενασχόληση των νέων με τη λογοτεχνία, υπάρχει μια αίσθηση ότι κάθε χρόνο ανεμετριούνται οι ίδιοι και οι ίδιοι κι είναι κάτι παραπάνω από εμφανές ότι είναι απαραίτητη η ανανέωση του αίματος. Στην πιο κρίσιμη στιγμή, με τη νοοτροπία του εφήμερου, οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες επιλέγουν να θυσιάσουν το συγκεκριμένο βραβείο για να διατηρήσουν το κύρος του θεσμού, που τα τελευταία χρόνια έχει κλονιστεί σοβαρά. Τις επιπτώσεις από αυτή την απόφαση θα τις βρουν μπροστά τους τα επόμενα χρόνια.