Σελίδες

Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

Δεν είναι πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση

Mε το χτικιό της επάρατης ύφεσης να δείχνει τα δόντια, για πολλούς καρεκλοκένταυρους ο Πολιτισμός αποτελεί το πρώτο και πιο μπόσικο θύμα της λιτότητας.


Culture is not a luxury. Cultura no es un lujo. Cultura não é um luxo. La cultura non è un lusso. Kültür bir lüks değildir. La culture n'est pas un luxe. Kultur ist kein luxus. Cultuur is geen luxe. Καλλιτέχνες και πνευματικοί άνθρωποι σε όλο τον κόσμο και ειδικότερα στην Ευρώπη, χρειάζεται να διαδηλώνουν ή να δηλώνουν δημόσια με κάθε τρόπο το αυτονόητο: ο Πολιτισμός δεν είναι κάποιου είδους καπρίτσιο, ή η διαστροφή κάποιου εκκεντρικού μεγαλομανούς. Δεν είναι μια πολυτέλεια της ζωής. ΕΙΝΑΙ η ζωή. Στην ελληνική γλώσσα διατηρεί πεισματικά τη διττή του έννοια και περιλαμβάνει τα επιτεύγματα της εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας. Είναι λοιπόν αναγκαιότητα, προϋπόθεση. Και ίσως (μπορεί να αποτελέσει και τη) λύση μέσα στη μαύρη αβεβαιότητα της κρίσης, που μπορεί να διασφαλίσει τα απαραίτητα δημιουργικά, κριτικά και πνευματικά αντίβαρα για την ανατροπή του ζοφερού κλίματος.

Mε το χτικιό της επάρατης ύφεσης να δείχνει τα δόντια, για πολλούς καρεκλοκένταυρους αποτελεί το πρώτο και πιο μπόσικο θύμα της λιτότητας. Στα μέρη μας θα το βιώσουμε στο πετσί μας, όσοι στοιχειωδώς ενδιαφερόμαστε. Θα μου πείτε βέβαια, ότι εδώ και χρόνια ο πολύπαθος αυτός τομέας λειτουργούσε με προϋπολογισμό «ασφαλείας», ίσα- ίσα για να επιπλεύσει στη λιπαρή επιφάνεια της ανισσόροπης και ατελούς κοινωνίας μας. Ο κοφτερός μπαλτάς έχει ήδη αρχίσει να πέφτει αλύπητα στη σάρκα και όπου να ‘ναι θα αρχίσει να πιάνει κόκαλο, να ακρωτηριάζει το πολύπαθο πολιτιστικά ασθενές σώμα και τα χειρότερα έρχονται. Διότι η ίδια η νοοτροπία της κοινωνίας θεωρεί αυτονόητο ότι από εκεί πρέπει να αρχίσει να κόβει.

Φυσικά, το ζήτημα, πέραν της απαραίτητης οικονομικής στήριξης από το κράτος και τον ιδιωτικό τομέα, είναι να δημιουργηθούν επιτέλους οι προϋποθέσεις για την αλλαγή αυτής της νοοτροπίας. Η διετής περιπέτεια της Λευκωσίας και της Πάφου, όπως και - μέχρι πριν λίγους μήνες- η πολύμηνη περιπέτεια της Λεμεσού, όσο προετοίμαζαν την υποψηφιότητά τους για το χρίσμα της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, έλαβε προχθές τέλος. Ήταν μια διαδικασία επωφελής και -ανεξαρτήτως αποτελέσματος- οι πόλεις καλούνται να αξιοποιήσουν τον προβληµατισµό που αναπτύχθηκε, την κινητοποίηση των φορέων, τις σχεδιασθείσες εταιρικές σχέσεις, προκειμένου να τη μετατρέψουν σε προωθητικό «καύσιμο» για την –πολυαναμενόμενη- πολιτιστική τους ανάταση. Να κεφαλαιοποιηθεί η ιστορική ευκαιρία που πρόσφερε αυτή η διαδικασία. Δεν είναι τυχαία που εμπνεύστηκαν τον συγκεκριμένο τρόπο επιλογής οι κουτόφραγκοι εις τας Ευρώπας.

Εκτός από τις πολλές ιδέες που γεννήθηκαν, αυτό το δημιουργικό αέρα που έπνευσε αυτούς τους μήνες σε τοπικό επίπεδο, καλό είναι να κοιτάξει κανείς με μια ρεαλιστική ματιά την πραγματικότητα. Χρειάζεται να σηκωθούν μανίκια… χθες, καθώς ένας δύσκολος δρόμος αναμένει όχι μόνο την πόλη που θα επιλεγεί, αλλά ολόκληρη τη χώρα, και τις υπόλοιπες κυπριακές πόλεις- κράτη που θα κληθούν –με μαύρη καρδιά- να στηρίξουν αυτή που θα επιλεγεί. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η έλλειψη στοιχειωδών υποδομών. Δεν είναι πολλές οι τριτοκοσμικές χώρες που μας ζηλεύουν στον τομέα αυτό. Η πρωτεύουσα –της Κύπρου, αλλά και επίδοξη της Ευρώπης- φιλοξενεί πολιτιστικές εκδηλώσεις σ’ ένα διαμορφωμένο πρώην τσοντάδικο. 

Στην προοπτική ανέγερσης του Μεγάρου Πολιτισμού, ενός έργου που θα διαδραματίσει ρόλο «πνεύμονα» σε μια πόλη και μια χώρα που αδυνατεί και να αναπνεύσει, υπάρχουν κάποιοι –πολλοί και ισχυροί- που βγάζουν… αφρούς. Το αποτέλεσμα είναι από τις πολλές τρικλοποδιές το έργο να έχει καθυστερήσει. Επικίνδυνα και επώδυνα.

Την ίδια στιγμή, η άλλη wannabe Πρωτεύουσα της Ευρώπης τα τελευταία χρόνια στήριζε ολόκληρο το κεφάλαιο «πολιτιστική ζωή» σ’ ένα φθινοπωρινό τριήμερο με υπαίθρια όπερα, ενώ έχει ένα κλειστό θέατρο που μοιάζει με στάβλο και δεν πρόκειται να αποκτήσει Δημοτικό Θέατρο της προκοπής πριν το 2015.

Το αναζωογονητικό «μασάζ» της διαδικασίας διεκδίκησης ταρακούνησε λίγο τα λιμνάζοντα ύδατα, αλλά τώρα πρέπει να πάρει η «μηχανή» μπρος. Καλές οι ιδέες, το πάθος, η διάθεση, τα οράματα και τα όνειρα, αλλά δεν αρκούν. Κάτι εξακολουθεί να μας λείπει.

Κυριακή 15 Ιουλίου 2012

Η ίδια παράσταση

Απαιτήσεις δεν πρεπει να υπάρχουν μόνο από τον ΘΟΚ, αλλά και από τα υπόλοιπα επιχορηγημένα θέατρα.

  
Ό,τι κι αν κάνει στραβό ή αμφιλεγόμενο ο ΘΟΚ είμαστε όλοι έτοιμοι –και δικαίως- να τον στήσουμε στον τοίχο: από καλλιτέχνες και δημοσιογράφους, μέχρι και πολιτικούς. Ασχέτως αν οι τελευταίοι κάνουν στη θεατρική τέχνη την τιμή να ασχοληθούν μαζί της μόνο όταν αγγίζονται τα μικροκομματικά τους φετίχ. Πρόκειται για έναν οργανισμό με Ιστορία, που επιχορηγείται από το κράτος για να ασκεί θεατρική πολιτική. Γι’ αυτό και όσοι ευθύνονται για τη λειτουργία του και τις αποφάσεις που τον αφορούν είναι υπόλογοι.

Ο ντόρος που γίνεται κάθε χρόνο όταν ο οργανισμός ανακοινώνει την ανασύσταση του θιάσου είναι τόσο μεγάλος, που πολλές φορές όχι μόνο δεν κοπάζει αμέσως, αλλά δεν αρκεί καν ο αναπόφευκτος ντόρος της επόμενης σεζόν για να τον καλύψει. Φέτος ήταν ακόμη μεγαλύτερος και ασχέτως με το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις αποφάσεις του οργανισμού, είναι εμφανής η προσπάθεια να γίνουν κάποιες τομές στην (αναχρονιστικότατη) διαδικασία πρόσληψης των ηθοποιών που θα εξυπηρετούν το ρεπερτόριο.

Πάνω απ’ όλα, όμως, ο ΘΟΚ πρέπει να είναι -και είναι- υπόλογος για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα που προσφέρει στα μάτια του Κύπριου θεατή. Και η καλλιτεχνική αποτυχία συγχωρείται μόνο αν είναι περιστασιακή, αν αποτελεί εξαίρεση σε μια αξιοπρεπή θεατρική σεζόν. 

Όπως, όμως, είναι υπόλογος ο ΘΟΚ, το ίδιο υπόλογα είναι και τα υπόλοιπα θεατρικά σχήματα. Όχι μόνο έναντι του φορολογούμενου- θεατή ο οποίος πληρώνει εισιτήριο για να πάει να παρακολουθήσει μια (επιχορηγημένη) παράσταση. Αλλά και έναντι όλων, της θεατρικής κοινότητας, του ΘΟΚ που ασκεί (υποτίθεται) έλεγχο μέσω της Γνωμοδοτικής Επιτροπής. Κι όσο μεγαλύτερη είναι η επιχορήγηση που λαμβάνει ένα «ελεύθερο» θέατρο (τα εισαγωγικά δικά μου) τόσο μεγαλύτερο είναι το χρέος και το καθήκον που έχει να παρουσιάσει ένα θέαμα που να βλέπεται.

Οι απαιτήσεις λοιπόν από τα τέσσερα «αθάνατα» θέατρα, αυτά που έχουν το προνόμιο να είναι ενταγμένα στο Σχέδιο Επιχορηγήσεων Γ, είναι ακόμη μεγαλύτερες. Ας μην κοροϊδευόμαστε. Υπάρχουν σήμερα θεατρικά σχήματα που επιχορηγούνται με εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ και προσφέρουν στο θεατή παραστάσεις κατά πολύ λιγότερο ποιοτικές από αυτό που μπορούν να προσφέρουν. Το ίδιο ισχύει και για σχήματα του Σχεδίου Β, που κατά τα άλλα μέχρι και… σε φόνο θα έφταναν προκειμένου να ενταχθούν στο «κλειστό κλαμπ» των προνομιούχων του Γ.

Και κάθε φορά που πηγαίνεις να παρακολουθήσεις μια παράσταση νιώθεις σαν να ζεις τη «Μέρα της Μαρμότας», όπως ο Μπιλ Μάρεϊ: όλες οι παραγωγές μοιάζουν ίδιες. Είτε κωμωδία είναι, είτε δράμα, είτε κλασικό είναι, είτε σύγχρονο, αισθάνεσαι ότι βλέπεις την ίδια παράσταση. Ο θίασος δεν αλλάζει ούτε με αίτηση, οι σκηνοθέτες είναι οι ίδιοι και οι ίδιοι, πολλές φορές δεν αλλάζουν ούτε οι σκηνογράφοι και οι ενδυματολόγοι. Αν μη τι άλλο, αυτό προκαλεί έναν τεράστιο κορεσμό στον θεατή, που βλέπει συνέχεια τις ίδιες φάτσες και τις ίδιες γραμμές, αλλά και στον καλλιτέχνη, με εύλογες συνέπειες για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.

Είμαι πολύ άδικος που «τσουβαλιάζω» και δεν ονοματίζω σε ποια θεατρικά σχήματα αναφέρομαι, καθώς υπάρχουν σαφώς καλλιτεχνικοί οργανισμοί που αν μη τι άλλο προσπαθούν, το κατά δύναμιν, να προτείνουν κάθε φορά κάτι πιο φρέσκο. Αυτοί τους οποίους αφορά αυτή η κριτική, οι «κορεσμένοι» και οι «μπαλωματάκηδες», που προτιμούν να επενδύουν τα πονεμένα δημόσια χρήματα σ’ ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα- σούπα και που στα θεατρικά τους σχήματα με σημαντική προσφορά και προϊστορία η έλλειψη οράματος και διάθεσης είναι εμφανής, ξέρουν ποιοι είναι. 

Και θέλω να πιστεύω ότι τους ξέρει και ο θεατής. Το γεγονός ότι οι θεατρόφιλοι εξακολουθούν –όσο εξακολουθούν- να στηρίζουν τις καλλιτεχνικές τους προτάσεις δεν πρέπει να τους εφησυχάζει. Έστησαν τους θεατρικούς τους χώρους επενδύοντας χρήματα, προβαίνοντας σε πολλές θυσίες, βάζοντας μεράκι και όλα αυτά πολλές φορές εις βάρος του θεατρικού προϊόντος. Αλλά θα έρθει μια μέρα που θα δουν με πόνο ψυχής τους ίδιους ηθοποιούς, να παίζουν με γεμάτες τσέπες μπροστά σε άδεια πλατεία.

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

Προεδρία είναι, θα περάσει

Από σήμερα, λοιπόν, η Κύπρος στο τιμόνι της ΕΕ. Quo vadis, ρε Καραμήτρο;


Το «αβύθιστο υπερωκεάνιο» της Ενωμένης Ευρώπης μπάζει για τα καλά τον τελευταίο καιρό, έχει χάσει τη ρότα του και οι επιβάτες της μεσογειακής τρίτης θέσης αισθάνονται την ανατριχίλα μιας ανεπιθύμητης «προτεραιότητας», να βρεθούν με μια κλοτσιά στα φουρτουνιασμένα νερά. Σ’ αυτή την κρίσιμη περίοδο, το τιμόνι της εναλλασσόμενης Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ παραδίδεται σε έναν μικρό, άπειρο και τριτοθεσίτη επιβάτη, με μεγάλη ωστόσο Ιστορία, αλλά και (το σημαντικότερο, γιατί η Ιστορία δεν αποτελεί σοβαρό εργαλείο τις κρίσιμες ώρες) μια ακατανίκητη συμπλεγματική ανάγκη να αποδείξει ότι αποτελεί έναν ισότιμο εταίρο, σε σωστή τροχιά ως προς την πολιτική και πολιτιστική διάσταση του όρου «ευρωπαϊκή ταυτότητα».

Κυρίες και κύριοι επιβάται, παρακαλώ μην πανικοβάλλεστε που ο πλοίαρχος είναι πρωτάρης και ατζαμής. Ούτως ή άλλως, αυτή η εναλλασσόμενη Προεδρία είναι εθιμοτυπικού χαρακτήρα. Το καράβι,  βρίσκεται σε αυτόματο πιλότο, όπως το όρισαν αυτοί που το ναυπήγησαν. Το τελευταίο πράγμα που θα έπρεπε, λοιπόν, να σας ανησυχεί είναι ποιος –υποτίθεται ότι- το κουμαντάρει.

Το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο για την ίδια την Κύπρο, με τους κατοίκους της να βρίσκονται σε κατάσταση σοκ, μετά το άκουσμα των λέξεων «μηχανισμός στήριξης», «τρόικα» και «ΔΝΤ» στην ίδια πρόταση με τις λέξεις «πολύπαθη κυπριακή οικονομία». Κι αυτό γιατί το παράδειγμα, ή καλύτερα η κατάντια της Ελλάδας, από τότε που οι λέξεις αυτές εισήλθαν ξαφνικά στο καθημερινό λεξιλόγιο των κατοίκων της, τρομάζει φυσιολογικά τους Κύπριους, που έχουν μάθει να δέχονται - πολλές φορές ευχαρίστως - μεταδοτικά κουσούρια κοινωνικής, πολιτιστικής και ιδιοσυγκρασιακής μορφής από την Ελλάδα. Τη φορά αυτή λέμε «μακριά από μας», σαν να πρόκειται για κάποιο είδος χημειοθεραπείας, με τους γιατρούς να προσπαθούν με διπλωματικό και διακριτικό τρόπο να μας ξεφουρνίσουν τα κακά μαντάτα.

Όλα τα είχε η Μαριορή, λοιπόν, ο φερετζές της Προεδρίας της έλειπε στη φάση αυτή. Και όχι μόνο δεν μπορεί να τον βγάλει, αλλά πρέπει να αποδείξει ότι αξίζει να τον φοράει, στην κρισιμότερη περίοδο της Ιστορίας της ΕΕ, με τους τόνους να έχουν ανέβει σε επίπεδο ποδοσφαιρικής κερκίδας και τους εταίρους να διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους.

Μια βαθιά οικονομική κρίση στη σκιά και μιας ολοένα και οξυνόμενης παγκόσμιας πολιτικής, κοινωνικής και οικολογικής αναμπουμπούλας κλόνισε τα θεμέλια του ευρωπαϊκού συνεταιρισμού. Οι όποιες ψευδαισθήσεις προέκυψαν ποτέ ότι για τη Γηραιά Ήπειρο θ’ αρκούσε ένα μικρό μπότοξ για να μετατραπεί σε μια ελκυστική και σφριγηλή Νεαρά, ένα πολιτικά και πολιτιστικά συμπαγές γεωγραφικό σύνολο και μια οικονομικά εύρωστη υπερδύναμη, έχουν διαλυθεί από καιρό. Αν η ΕΕ αντέξει και ξεπεράσει αυτή τη μεγάλη δοκιμασία που βιώνει, τότε δύσκολα θα κλονιστεί ξανά τις επόμενες δεκαετίες –όσο επιτρέπεται να προβαίνει κανείς σε τέτοιου είδους βαρύγδουπες και μακρόπνοες πολιτικές προβλέψεις.

Δεν χρειάζεται να είναι ιδιαίτερα οξυδερκής κανείς, ή να παρακολουθεί στοιχειωδώς διοργανώσεις όπως το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου που ολοκληρώνεται απόψε, για να εξάγει με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι το μεγάλο όπλο της Ευρώπης είναι η πολυμορφία, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των κατοίκων κάθε χώρας ξεχωριστά -αλλά και κάθε περιοχής σε κάθε χώρα. Έχουμε πολλά να χωρίσουμε, η Ιστορία αυτής της Ηπείρου είναι γραμμένη με αίμα. Έχουμε, όμως, πολλά και για να παραβάλουμε, ώστε να συμβάλουμε στη δημιουργία ενός καλαίσθητου και ευγενικού ψηφιδωτού, στοιχεία παράταιρα, αλλά και στοιχεία ταιριαστά, όλα αυτά που συναποτελούν την περιβόητη «ευρωπαϊκή ταυτότητα».