Ο θρίαμβος του «Μαχαιροβγάλτη» δείχνει ότι μετά τους σινεφίλ και τους σινεκριτικούς, πλέον η σκληρή δουλειά και το όραμα του Γιάννη Οικονομίδη έχει αναγνωριστεί και από το σινάφι των κινηματογραφιστών στην Ελλάδα, σε σημείο να μην μπορούν να κάνουν διαφορετικά από το να τον βραβεύσουν, παρά την αντισυμβατική του φύση και την πεισματική απουσία του από τους «διαδρόμους».
Με τίποτα δεν μπορώ να
φανταστώ τον Γιάννη Οικονομίδη με φράκο και παπιγιόν να πατάει με τα λουστρίν πάνω
στο κόκκινο χαλί του Kodak
Theatre. Αν πάθαινε τέτοιο «κακό», δεν αποκλείεται να
έστελνε στο πόδι του τον Πάνο τον Παπαχατζή, όπως συνέβη το βράδι της Τρίτης στη
Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση. Τότε που ο άμοιρος παραγωγός
λαχάνιασε να ανεβαίνει κάθε λίγο τις σκάλες για να παραλαμβάνει τα αγαλματάκια
για λογαριασμό των συντελεστών: επτά βραβεία ήταν αυτά.
Κι όχι όποια κι όποια.
Και βραβείο καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας και σεναρίου και φωτογραφίας.
Επίσης, ήχου, σκηνογραφίας, ήχου, μοντάζ. Ευτυχώς, δηλαδή, που ο Γιάννης δεν
βάζει μουσική στις ταινίες του, αλλιώς στους υπόλοιπους θα έμεναν μόνο τα βραβεία
ερμηνείας.
Πρόκειται για έναν
απλησίαστο –θα το δούμε και τα επόμενα χρόνια- θρίαμβο, ο άνθρωπος «τα πήρε όλα
κι έφυγε». Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε ότι η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών
Κινηματογράφου ανέδειξε και τον «Μαχαιροβγάλτη» ως καλύτερη ελληνική ταινία της
χρονιάς που πέρασε, όπως δηλαδή συνέβη το 2007 με την «Ψυχή στο Στόμα» και το
2003 με το «Σπιρτόκουτο», τότε αναδεικνύεται με «απολυταρχικά» ποσοστά κορυφαία
ελληνική ταινία της χρονιάς και οποιαδήποτε αμφισβήτηση αγγίζει τα όρια της
εμπάθειας.
Ο θρίαμβος του
«Μαχαιροβγάλτη» δείχνει ότι μετά τους σινεφίλ και τους σινεκριτικούς, πλέον η
σκληρή δουλειά και το όραμα του Γιάννη Οικονομίδη έχει αναγνωριστεί και από το
σινάφι των κινηματογραφιστών στην Ελλάδα, σε σημείο να μην μπορούν να κάνουν
διαφορετικά από το να τον βραβεύσουν, παρά την αντισυμβατική του φύση και την
πεισματική απουσία του από τους «διαδρόμους».
Δεδομένου, εντούτοις, ότι
ο «Κυνόδοντας», που έβαλε ξανά το ελληνικό σινεμά στον χάρτη των Όσκαρ, είχε
αναδειχτεί πέρσι από την Ελληνική Ακαδημία κινηματογράφου καλύτερη ελληνική
ταινία, -αποσπώντας και λιγότερα βραβεία από τον «Μαχαιροβγάλτη»- θα εκλάμβανε
κανείς ως αυτονόητη την επιλογή της ταινίας του Κύπριου σκηνοθέτη να
εκπροσωπήσει την Ελλάδα στην επόμενη προεπιλογή των βραβείων της αμερικανικής
ακαδημίας.
Μπριτς! Ο αναπληρωτής
υπουργός Πολιτισμού Τηλέμαχος Χυτήρης επιστράτευσε τα γυαλιά του σαν να μην
πίστευε τον τίτλο- γλωσσοδέτη που του έδωσαν να ανακοινώσει: «Attenberg». Όσο καλή κι αν είναι η ταινία της Αθηνάς Ραχήλ
Τσαγγάρη, όσο συμπαθητική κι αν είναι η πορεία της στα διεθνή φεστιβάλ, όσο κι
αν «κυνοδοντίζει» ελαφρώς και αν συμμετέχει ως ηθοποιός ο Γιώργος Λάνθιμος,
άλλη ταινία «στραβώθηκαν» και ανέδειξαν ως καλύτερη τα μέλη της ακαδημίας, τι
να κάνουμε; Ποιες προοπτικές, δηλαδή, διαβλέπουν για διάκριση σε μια ταινία την
οποία ούτε οι ίδιοι δεν πιστεύουν; Τι αρνήθηκαν να δουν σχετικά με τη διεθνή
αποδοχή της ταινίας του Οικονομίδη, που εντόπισαν με ευκολία τα μέλη της
διεθνούς κριτικής επιτροπής του φεστιβάλ Κινηματογραφικές Μέρες στην Κύπρο
(ένας Ισραηλινός, ένας Ταϊβανέζος κι ένας Έλληνας) και του έδωσαν πρόθυμα το βραβείο
Καλύτερης Ταινίας;
* Δεν μπορούμε να μην
αποδώσουμε τα εύσημα στη ΣΕΚΙΝ του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της
Κύπρου, που από την εποχή του «Σπιρτόκουτου» ακόμη «αγκάλιασε» το σινεμά του
Οικονομίδη και σήμερα τα μέλη της βλέπουν την επένδυσή τους να αποδίδει και τον
σκηνοθέτη από τη Λεμεσό να βγάζει ασπροπρόσωπους αυτούς που πιστεύουν στο
κανονικό σινεμά.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου