Με έκπληξη διαπιστώνει
κανείς ότι 80 χρόνια αργότερα κατεστημένες νοοτροπίες και παθογένειες αναφορικά
με την κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ζωή έχουν μείνει αναλλοίωτες στο
χρόνο, σαν να βρισκόντουσαν όλα αυτά τα χρόνια σε θάλαμο κρυογενετικής.
Διάβαζα πρόσφατα το
νεοεκδοθέν βιβλίο με χρονογραφήματα του Κώστα Προυσή, τα οποία δημοσίευε στην
«Πρωινή», εκεί γύρω στο 1933*. Η ανθρωπότητα και η Κύπρος της αγάπης και του
ονείρου γνώρισαν από τότε έναν παγκόσμιο πόλεμο, έναν Ψυχρό κι
ανάποδο, αντιαποικιοκρατικούς αγώνες, ανεξαρτησίες, διχασμούς, κινήματα, επαναστάσεις
κι «επαναστάσεις» διαφόρων ειδών και αποχρώσεων, «ειρηνευτικές» επιχειρήσεις,
πραξικοπήματα, εισβολές, κατοχές, μια οικονομική κρίση. Η Ιστορία μοιάζει να
κάλπασε έτη φωτός μπροστά και η Κύπρος είναι πλέον μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
παρακαλώ, και μάλιστα ξύνει τα μολύβια της για να αναλάβει λίαν συντόμως την
Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ.
Με έκπληξη, ωστόσο, διαπιστώνει
κανείς ότι 80 χρόνια αργότερα κατεστημένες νοοτροπίες και παθογένειες αναφορικά
με την κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ζωή έχουν μείνει αναλλοίωτες στο
χρόνο, σαν να βρισκόντουσαν όλα αυτά τα χρόνια σε θάλαμο κρυογενετικής. Επί παραδείγματι, καλά κρατούσε και το 1933 η συζήτηση για την ανάγκη
σοβαρής ενασχόλησης και με πνευματικότερα πράγματα, απ’ ότι π.χ. το ποδόσφαιρο
και ο οπαδισμός, η δημιουργία προϋποθέσεων για βελτίωση της πολιτιστικής ζωής.
Αναφερόμενος στις προϋποθέσεις αυτές ένας νέος της εποχής επισημαίνει σε
επιστολή του προς τον Προυσή ότι «για να τις δημιουργήσωμεν» θα «φάμεν
ολόκληρον ζωήν» και επικαλείται τη γνωστή παροιμία «πέσε γάρε, φόψα, ώσπου να
βγει τσαΐριν».
Αυτή η
νοοτροπία του «κάτσε περίμενε», μέχρι «να ωριμάσουν οι συνθήκες» και «να
δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις» πρέπει να βρίσκεται στο DNA των κατοίκων αυτής της μικρής νήσου,
μια γενετική ανωμαλία τυπωμένη για πάντα, σαν κατάρα, διάχυτη στο ταπεραμέντο
των -κατά τ’ άλλα πρόσχαρων- κατοίκων της. Περιμένοντας τον «Γκοντό» της
δημιουργίας της «κατάλληλης ατμόσφαιρας» δεν μπήκαν καν στον κόπο να σκεφτούν
ότι με προσπάθειες και αναζητήσεις, με σφάλματα και δυσκολίες, θα καθιστούσαν
γόνιμο το χωράφι για να σπαρθούν οι σπόροι της ουσιαστικής, της γνήσιας
προόδου. Όχι της ιμιτασιόν, δηλαδή της δανεικής και φυτευτής από τους θιασώτες
της διασποράς συγχωνευμένων κακεκτύπων.
Το πρόβλημα
ίσως να εντοπίζεται στην τόλμη και πιο συγκεκριμένα στην έλλειψή της. Ανέκαθεν
υπήρχε μια προτίμηση στο έτοιμο και το δοκιμασμένο, το οποίο εύκολα μπορεί
κανείς να καταπιεί αμάσητο χωρίς να χρειαστεί να φθείρει τα λαμπερά του δόντια.
Το ερώτημα που αιωρούνταν στην παλμεροκρατρική Κύπρο ήταν «μπορεί, αλήθεια,
κανείς να μάθει να κολυμπά αν πρώτα δεν βραχεί;» Σε πολλές εκφάνσεις της
καθημερινής Κύπρου της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα
διαπιστώνουμε ότι υπάρχει ξεκάθαρη προτίμηση σε στεγνά μαθήματα κολύμβησης.
Χρειάζεται ν’ αρχίσω να απαριθμώ;
Φυσικά,
υπάρχουν κι άλλες παγιωμένες παθογένειες όπως ο πολυθρύλητος στρουθοκαμηλισμός,
ειδικότερα αναφορικά με τα κελεύσματα της Ιστορίας, ο αρχοντοχωριατισμός –ας
μην επεκταθούμε. Αυτό που
πρέπει να αναλογιστούμε είναι το τι πρέπει να γίνει ώστε μετά από 80 χρόνια, το
σωτήριο έτος 2092 ας πούμε, όταν εγώ θα πατάω τα… 115 μου, ο
ερευνητής- αναγνώστης που κατά λάθος θα πέσει στο ταπεινό αυτό κείμενο να μην
κουνάει το κεφάλι του χαμογελώντας πικρά και διαπιστώνοντας ότι η κρυογενετική
εξακολουθεί να κάνει θαύματα.
* Βλ. «Κώστας Προυσής: Ένας καταπληκτικός
χρονογράφος», εκδόσεις Εν Τύποις, 2011, επιμέλεια Ανδρέας Κλ. Σοφοκλέους.


