Σελίδες

Κυριακή 27 Μαΐου 2012

Μαθαίνοντας κολύμπι στα στεγνά

Με έκπληξη διαπιστώνει κανείς ότι 80 χρόνια αργότερα κατεστημένες νοοτροπίες και παθογένειες αναφορικά με την κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ζωή έχουν μείνει αναλλοίωτες στο χρόνο, σαν να βρισκόντουσαν όλα αυτά τα χρόνια σε θάλαμο κρυογενετικής.


Διάβαζα πρόσφατα το νεοεκδοθέν βιβλίο με χρονογραφήματα του Κώστα Προυσή, τα οποία δημοσίευε στην «Πρωινή», εκεί γύρω στο 1933*. Η ανθρωπότητα και η Κύπρος της αγάπης και του ονείρου γνώρισαν από τότε έναν παγκόσμιο πόλεμο, έναν Ψυχρό κι ανάποδο, αντιαποικιοκρατικούς αγώνες, ανεξαρτησίες, διχασμούς, κινήματα, επαναστάσεις κι «επαναστάσεις» διαφόρων ειδών και αποχρώσεων, «ειρηνευτικές» επιχειρήσεις, πραξικοπήματα, εισβολές, κατοχές, μια οικονομική κρίση. Η Ιστορία μοιάζει να κάλπασε έτη φωτός μπροστά και η Κύπρος είναι πλέον μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρακαλώ, και μάλιστα ξύνει τα μολύβια της για να αναλάβει λίαν συντόμως την Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ.

Με έκπληξη, ωστόσο, διαπιστώνει κανείς ότι 80 χρόνια αργότερα κατεστημένες νοοτροπίες και παθογένειες αναφορικά με την κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ζωή έχουν μείνει αναλλοίωτες στο χρόνο, σαν να βρισκόντουσαν όλα αυτά τα χρόνια σε θάλαμο κρυογενετικής. Επί παραδείγματι, καλά κρατούσε και το 1933 η συζήτηση για την ανάγκη σοβαρής ενασχόλησης και με πνευματικότερα πράγματα, απ’ ότι π.χ. το ποδόσφαιρο και ο οπαδισμός, η δημιουργία προϋποθέσεων για βελτίωση της πολιτιστικής ζωής. Αναφερόμενος στις προϋποθέσεις αυτές ένας νέος της εποχής επισημαίνει σε επιστολή του προς τον Προυσή ότι «για να τις δημιουργήσωμεν» θα «φάμεν ολόκληρον ζωήν» και επικαλείται τη γνωστή παροιμία «πέσε γάρε, φόψα, ώσπου να βγει τσαΐριν».

Αυτή η νοοτροπία του «κάτσε περίμενε», μέχρι «να ωριμάσουν οι συνθήκες» και «να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις» πρέπει να βρίσκεται στο DNA των κατοίκων αυτής της μικρής νήσου, μια γενετική ανωμαλία τυπωμένη για πάντα, σαν κατάρα, διάχυτη στο ταπεραμέντο των -κατά τ’ άλλα πρόσχαρων- κατοίκων της. Περιμένοντας τον «Γκοντό» της δημιουργίας της «κατάλληλης ατμόσφαιρας» δεν μπήκαν καν στον κόπο να σκεφτούν ότι με προσπάθειες και αναζητήσεις, με σφάλματα και δυσκολίες, θα καθιστούσαν γόνιμο το χωράφι για να σπαρθούν οι σπόροι της ουσιαστικής, της γνήσιας προόδου. Όχι της ιμιτασιόν, δηλαδή της δανεικής και φυτευτής από τους θιασώτες της διασποράς συγχωνευμένων κακεκτύπων.

Το πρόβλημα ίσως να εντοπίζεται στην τόλμη και πιο συγκεκριμένα στην έλλειψή της. Ανέκαθεν υπήρχε μια προτίμηση στο έτοιμο και το δοκιμασμένο, το οποίο εύκολα μπορεί κανείς να καταπιεί αμάσητο χωρίς να χρειαστεί να φθείρει τα λαμπερά του δόντια. Το ερώτημα που αιωρούνταν στην παλμεροκρατρική Κύπρο ήταν «μπορεί, αλήθεια, κανείς να μάθει να κολυμπά αν πρώτα δεν βραχεί;» Σε πολλές εκφάνσεις της καθημερινής Κύπρου της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα διαπιστώνουμε ότι υπάρχει ξεκάθαρη προτίμηση σε στεγνά μαθήματα κολύμβησης. Χρειάζεται ν’ αρχίσω να απαριθμώ; 

Φυσικά, υπάρχουν κι άλλες παγιωμένες παθογένειες όπως ο πολυθρύλητος στρουθοκαμηλισμός, ειδικότερα αναφορικά με τα κελεύσματα της Ιστορίας, ο αρχοντοχωριατισμός –ας μην επεκταθούμε. Αυτό που πρέπει να αναλογιστούμε είναι το τι πρέπει να γίνει ώστε μετά από 80 χρόνια, το σωτήριο έτος 2092 ας πούμε, όταν εγώ θα πατάω τα… 115 μου, ο ερευνητής- αναγνώστης που κατά λάθος θα πέσει στο ταπεινό αυτό κείμενο να μην κουνάει το κεφάλι του χαμογελώντας πικρά και διαπιστώνοντας ότι η κρυογενετική εξακολουθεί να κάνει θαύματα.

* Βλ. «Κώστας Προυσής: Ένας καταπληκτικός χρονογράφος», εκδόσεις Εν Τύποις, 2011, επιμέλεια Ανδρέας Κλ. Σοφοκλέους.

Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

Μισανθρωπισμός ή βαρβαρότητα

Ηomo homini lupus, που έλεγε και ο κωμικός ποιητής της αρχαίας Ρώμης Πλαύτος: Ο άνθρωπος για τον άνθρωπο είναι λύκος. Η φρίκη που μπορεί να προκαλέσει ο ένας στον άλλο είναι η διαχρονική κατάρα του είδους μας. Δεν πρέπει ποτέ να το ξεχνάμε αυτό.


Ο διαφωτιστής φιλόσοφος -και προοδευτικός ιερωμένος- Θεόφιλος Καΐρης, που διώχθηκε και λοιδορήθηκε από την ελληνορθόδοξη εκκλησιαστική εξουσία του 19ου αιώνα, το διατύπωσε υπέροχα: «Όλη η Γη είναι σημείον μαθηματικόν και εδόθη προς κατοικίαν στον άνθρωπον, γι' αυτό και πας άνθρωπος όπου κι αν βρεθεί δεν μπορεί να θεωρηθεί ξένος».

Είναι δυνατόν εν έτει 2012 να υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που να κρίνουν τους άλλους από το πού γεννήθηκαν και από πού κατάγονται, από το χρώμα του δέρματος, τη θρησκεία και τη γλώσσα που μιλάνε, το αίμα που τρέχει στις φλέβες τους; Από τις ιδεολογικές, κοινωνικές και ερωτικές τους προτιμήσεις; Πότε θα λήξει επιτέλους αυτή η άθλια συζήτηση;

Φαίνεται ότι ο Αμερικανός οικονομολόγος και μηχανικός Στιούαρτ Τσέιζ έχει διαψευστεί: ο παραδοσιακός εθνικισμός επιβίωσε από τη σχάση του ατόμου. Υπάρχει πάντα πρόσφορο έδαφος για τις ψυχοπαθητικής μορφής ιδεολογίες που επικαλούνται την αγάπη για τα ιδανικά της πατρίδας, αλλά βασίζεται στο μίσος για τους άλλους.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, πλέον πρέπει όλα αυτά που ξέραμε να τα ξεχάσουμε – επιτέλους. Βλέπετε, «η Ιστορία γράφεται από τους νικητές». Και «τα τανκς δεν πλάκωσαν κανέναν στο Πολυτεχνείο». Και στον πόλεμο με τους Γερμανούς (και κάθε πόλεμο) «ήταν οι εθνικιστές που πολέμησαν». Και «ο Ισοκράτης άλλο πράγμα εννοούσε όταν μιλούσε για τους “της ημετέρας παιδείας μετέχοντες”».

Τους ακούς να ξεδιπλώνουν τα εξωφρενικά τους επιχειρήματα με τους δημοσιογράφους να τους ακούν αμήχανα, ενώ την ίδια στιγμή τα παλικάρια των υπόλοιπων πολιτικών δυνάμεων μοιάζουν να μην έχουν συναισθανθεί τη σημασία του φαινομένου και δείχνουν απόλυτα συγκεντρωμένοι στα μικροκομματικά τους συμφέροντα, έτοιμοι να σφαχθούν στη δαντελένια ποδιά της εξουσίας.

Από την άλλη, ίσως ο ακραιοεθνικιστικός μπαμπούλας ίσως και να βολεύει και να εξυπηρετεί αυτά που οι ίδιοι θεωρούν ως συμφέρον της –εκάστοτε- παράταξης και του εαυτούλη τους: διατηρεί μια ευεργετική σύγχυση στην κοινή γνώμη. Άλλωστε το μόνο που λιγουρεύεται ο καθένας είναι να οδηγήσει κατά το δοκούν την ακυβέρνητη και θαλασσοδαρμένη ελληνική τράτα σε απάνεμο λιμάνι, για να γραφτούν και στην Ιστορία.

Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι οι Χρυσαυγίτες έμαθαν να παίζουν καλά το επικοινωνιακό παιχνίδι, παρόλο που εξακολουθούν να μετράνε τους ψηφοφόρους τους σε… μεραρχίες. Και το γεγονός ότι εκατομμύρια Έλληνες κάθονται στην τηλεόραση, το ραδιόφωνο, το διαδίκτυο και ακούν ολέθριες απόψεις κι ευτελείς ρητορείες που θεωρούνταν ξεπερασμένες από την ίδια την Ιστορία εδώ και δεκαετίες, αλλά δεν σπάζουν εξοργισμένοι τη συσκευή, είναι άκρως
ανησυχητικό.

Αντίθετα, κλονίζονται και λένε «ρε συ, μήπως κατά βάθος έχουν δίκιο;» Η κρίση, η ανέχεια, η αβεβαιότητα, η απογοήτευση, κάνουν και τις πιο παράλογες θεωρίες να φαντάζουν λογικές. Η δική τους πρόταση προβάλλεται ως η μοναδική πραγματικά αντίθετη προς το σαπισμένο και ηθικά και πολιτικά φαλιρισμένο πολιτικό σύστημα. Είναι η δική τους εκδοχή ενάντια στη «βαρβαρότητα της σημερινής πραγματικότητας».

Πλέον διατυπώσεις όπως η «ανωτερότητα της ελληνικής φυλής», η «αγνότητα του αίματος», οι ψευδοευγονιστικές και μισανθρωπικές θεωρίες, δεν ηχούν πλέον φάλτσα στα αφτιά των ζαλισμένων Ελλήνων, που είναι έτοιμοι να πατήσουν το delete στην αιματηρή Ιστορία του 20ού αιώνα και να ζήσουν το παραμύθι του εθνικού θριάμβου από την αρχή.

Επιμελώς, πάντως, τα μέλη της Χρυσής Αυγής δεν τις πολυπροτάσσουν, όπως δεν πολυπροτάσσουν τις αλυτρωτικές και στρατολαγνικές τους απόψεις –όχι δηλαδή ότι δεν έχουν κι αυτές το ευρύ κοινό τους στην ελληνική κοινή γνώμη, που σαστισμένη από τις σφαλιάρες αρχίζει να «ψάχνει» εχθρούς και προς τα μέσα και προς τα έξω.


Άλλωστε, το μάθαμε καλά όλοι από μικροί στο σχολείο: «πας μη Έλλην βάρβαρος».

Κυριακή 13 Μαΐου 2012

Για να μην πούμε μετά «δεν γνώριζα»

Ένα στρατιωτικό παράγγελμα, αποτέλεσε όλη την εβδομάδα που διανύσαμε το δημοφιλέστερο αντικείμενο σάτιρας, αστεϊσμού, αλλά και επιφανειακής πολιτικής ανάλυσης. Το αστείο, όμως, θα πρέπει σιγά- σιγά να κοπεί για να μη μας παγώσει το γέλιο στα χείλη.


Θα μπορούσα να γεμίσω αυτό το κείμενο με κλισέ. Να μιλήσω όχι για το αυγό, αλλά για το φιδάκι που ήδη εκκολάφθηκε κι έφτασε ήδη σε μήκος το 7% και πλέον βροντάει την πόρτα μας. Και ότι δεν πρέπει να κάνουμε τους κουφούς γιατί θα μας τη φορέσουν καπέλο. Θα μπορούσα να αραδιάζω βαρύγδουπες εκφράσεις, περί Δούρειου Άρματος που θα καταλάβει το Ελληνικό Κοινοβούλιο από την ορθάνοιχτη λεωφόρο της νόμιμης δημοκρατικής ενδυνάμωσης. Για άσβερκους χηνοβαδιστές, που θα περάσουν το κατώφλι του… ναού της Δημοκρατίας και θα ενδυναμώνουν τα μπράτσα τους στο γυμναστήριο της Βουλής, παρέα με την Έλενα Ράπτη.

Το ζήτημα όμως είναι στο αν ο οργανισμός της ελληνικής κοινωνίας, μέσα στη θολούρα της κρίσης, θα επιδείξει την ωριμότητα και την υπευθυνότητα να εκτιμήσει από τη σωστή πλευρά το φαινόμενο και να δημιουργήσει εγκαίρως αντιστάσεις ενάντια στη βαρβαρότητα. Στην Κύπρο δεν πρέπει να βγάζουμε την ουρά μας απ’ έξω, διότι οι εκφραστές του ακραίου εθνικισμού λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία και ισχύει το «γιορτή δική τους, παραμονή δική μας».

Επειδή η Ιστορία επαναλαμβάνεται ως τραγωδία, μπορούμε να αναλογιστούμε τα αίτια της ανόδου του εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία του ’30. Στο εμπεριστατωμένο βιβλίο του «Γιατί ακολούθησαν τον Χίτλερ» (εκδόσεις Παπαδήμα) ο Γερμανός κοινωνιολόγος Στέφαν Μαρκς επιχειρεί να ερμηνεύσει την «έλξη» που ασκούσε ο εθνικοσοσιαλισμός στους οπαδούς του. Στα βασικά κίνητρα της απήχησης κυρίαρχο ρόλο παίζει το συναίσθημα. Ο Μαρκς κάνει λόγο για την υποχώρηση της ατομικής ευθύνης έναντι της «μαγικής σκέψης», με αποτέλεσμα σχεδόν όλοι να ισχυρίζονταν μετά ότι «δεν γνώριζαν τι στα αλήθεια συνέβαινε». 

Μιλάει ακόμη για την εξάρτηση από τη βία, ενώ τονίζει ότι ο εθνικοσοσιαλισμός άντλησε την ψυχοκοινωνική του δύναμη από το αίσθημα της ντροπής, προσφέροντας αμυντικούς μηχανισμούς έναντι αυτής. Τη νομιμοποίησε μέσω της εξιδανίκευσης μεγάλων μύθων, της υπόσχεσης για επανάκτηση της εθνικής τιμής, μέσω μιας κυνικής κοσμοθεωρίας περί της σκληρότητας, της αλαζονείας και της περιφρόνησης με την οποία θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν μειονοτικές κατηγορίες του πληθυσμού, που θα παίξουν το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου και της βαλβίδας εκτόνωσης της χύτρας της κοινωνίας, που βράζει από την καταπίεση και την απόγνωση.

Με μια δεύτερη ανάγνωση, το 7% της Χρυσής Αυγής, μιας μιλιταριστικά δομημένης παράταξης με ακροεθνικιστική ιδεολογία, που δεκαετίες τώρα η δράση της κινείται στις παρυφές της νομιμότητας, δεν θα πρέπει να αποτελεί έκπληξη. Ο ακραίος εθνικισμός δεν έπαψε ποτέ να είναι διαδομένος στην ελληνική κοινωνία, μόνο που τις τελευταίες δεκαετίες είχε υποβαθμιστεί σε λανθάνουσα κατάσταση. Βρίσκοντας τις ιδανικές οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές συνθήκες άρχισε πάλι να ευδοκιμεί και να θάλλει τα κνιδώδη φύλλα του και τα αιχμηρά του αγκάθια.

Απενοχοποιημένοι πλέον, όλο και περισσότεροι εκφραστές του κεφαλαιοποιούν την οργή του κόσμου, τρέφονται από την αποτυχία μιας ολόκληρης γενιάς κοκκινομάγουλων εξουσιαστών, αλλά και από την ανέχεια και τον πληγωμένο εγωισμό και πατριωτισμό των Ελλήνων. Σε μια ανασφαλή, καχύποπτη, συνωμοσιοπαρανοϊκή κοινωνία, εύκολα αντιστρέφουν όσα τους προσάπτουν τα ΜΜΕ, μιλώντας για ένα μηχανισμό που τους πολεμάει επειδή, λέει, είναι οι μόνοι που πραγματικά του αντιστέκονται.  


Πριν τις εκλογές όποιος τολμούσε να προβάλει δημοσίως τις απόψεις τους –σε μια δημοκρατική υποτίθεται κοινωνία- έτρωγε το γιαούρτι της ζωής του. Αυτό, τελικά, λειτούργησε υπέρ τους. Πλέον κερδίζουν και τις εντυπώσεις, εμφανιζόμενοι ως άνθρωποι από τα σπλάχνα του λαού, αγνοί και ανέγγιχτοι από οποιοδήποτε είδος διαπλοκής, τους οποίους καταπιέζει και λασπολογεί ένα ολόκληρο σαθρό σύστημα μέσα στον πανικό του. 

Κι επειδή πλέον η δημοκρατικά εκλελεγμένη Χρυσή Αυγή «πουλάει» περισσότερο και από το ποιος τελικά θα κυβερνήσει, τα ΜΜΕ τρέχουν και δεν φτάνουν για να καλύψουν το έλλειμμα ενημέρωσης και να τους «ξεμπροστιάσουν» στον φιλοθεάμονα ελληνικό λαό. 

Παταγωδώς αποτυχημένα, μέχρι τώρα, καθώς όλα φαίνονται να λειτουργούν υπέρ τους. Οι ίδιοι δείχνουν ότι ήρθαν για να μείνουν και έχουν δασκαλευτεί για να παίξουν και το επικοινωνιακό παιχνίδι. Το φαινόμενο είναι κάτι παραπάνω από ανησυχητικό κι όποιος το υποτιμά και το θεωρεί παροδικό, ενδέχεται να κάνει ένα πολύ επικίνδυνο σφάλμα. 


Κυριακή 6 Μαΐου 2012

Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο

Σεξουαλικά ανεκπαίδευτη, είναι η κοινωνία που θεωρεί «φυσική ανάγκη» τη ζήτηση πορνικών υπηρεσιών και «απειλή για τη δημόσια υγεία» τη γυναίκα που τις προσφέρει.

Αυτός, είναι το θύμα της υπόθεσης. Ξεγλίστρησε από το σπίτι είτε χωρίς να δώσει λογαριασμό στην κυρά -γιατί «έχει σκίσει τη γάτα να ‘ούμε»- είτε στα μουλωχτά ψελλίζοντας χωρίς τύψεις ένα κλισέ ψεματάκι -για «να μην τον πρήζει». Πήγε στην πιάτσα, που τη γνωρίζει σαν τις τσέπες του, για να επιβεβαιώσει άλλη μια φορά το –αμφισβητούμενο;- αντριλίκι του με την πρώτη «φθηνή» πόρνη που βρήκε μπροστά του. Τρύπα να ‘ναι. Δεν νοιάστηκε ποια είναι, πώς βρέθηκε εκεί και γιατί κάνει αυτό που κάνει. Ούτε το όνομά της δεν ρώτησε –έτσι κι αλλιώς σιγά μην του έλεγε το πραγματικό- και της έταξε ένα χαρτζιλικάκι παραπάνω «ή αλλιώς πάω αλλού» αν δεχόταν να κάνει τη δουλειά χωρίς προφυλακτικό. Άλλωστε «η ευχαρίστηση είναι διπλή». Έπειτα πήρε τηλέφωνο στους φίλους του για να καυχηθεί, βάζοντας και μερικές σάλτσες για τις… ανταγωνιστικές επιδόσεις του.