Στο σημείο όπου ήταν να χτιστεί το Μέγαρο να
τοποθετηθεί ένα μνημείο, που να παριστάνει έναν γάιδαρο κι έναν αμήχανο χωρικό να
τον κοιτάζει στα δόντια.
Τι να τις κάνουμε, ρε, τις
περιττές δυτικότροπες κουλτουριές; Σάμπως, μ’ ένα τέτοιου μεγέθους έργο θα
κοντέψουμε καν ποτέ τη Βιέννη, το Μιλάνο, τη Βαρκελώνη; Άλλωστε, τη Βιέννη την
κάνουν οι βιεννέζοι κι η Λευκωσία έχει σήμερα το πρόσωπο που της αξίζει, ένα τοπίο
με διάσπαρτες χωμάτινες αλάνες γεμάτες μπάζα ή αυτοκίνητα, μισοαρχινισμένα ή
παρατημένα εργοτάξια. Και γραφεία με κλειδωμένα συρτάρια, ξέχειλα με σχέδια και
πρότζεκτ που θα τη μετατρέψουν, με χρόνια και καιρούς, σε μια κανονική
ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Η πόλη σήμερα είναι ο καθρέφτης των κατοίκων της κι αν
κάποιους τους ικανοποιεί ο αντικατοπτρισμός, καλό είναι να μάθουν ότι υπάρχουν
και κάποιοι που τους προσβάλει.
Αποκλείεται άλλο ουσιώδες
έργο υποδομής –κι όχι μόνο για τον Πολιτισμό- να γνώρισε τόσες τρικλοποδιές,
αντιδράσεις και χτυπήματα όσες το στοιχειωμένο αυτό Μέγαρο. Ίσως να φταίει και
το πομπώδες όνομα, αλλά περισσότερο είναι η αδυναμία μιας ολόκληρης κοινωνίας,
ουσιαστικά, να συνειδητοποιήσει τη σημασία του για τις επόμενες γενιές και
–όπως έχουν γίνει τα πράγματα- θα το μνημονεύουμε για δεκαετίες ως μια μεγάλη
ευκαιρία που χάθηκε. Πού θα πάει, κάποτε θα νιώσουμε ότι το χρειαζόμαστε, όταν
θα είμαστε στριμωγμένοι στη μιζέρια μας, αλλά θα είναι πλέον αργά. Προτείνω
λοιπόν στο σημείο όπου ήταν να ανεγερθεί το να τοποθετηθεί ένα μνημείο, με
κονδύλια της ΕΕ, που να παριστάνει έναν γάιδαρο κι έναν αμήχανο χωρικό που τον
κοιτάζει στα δόντια. Κι αν δεν φτάσουν τα λεφτά, ας γίνει μόνο ο γάιδαρος.
Είναι απίστευτο πόση λάσπη
έχει εκτοξευτεί όλο αυτό τον καιρό ενάντια σ’ αυτό το έργο που θα το
αποκτούσαμε ουσιαστικά σε τιμή ευκαιρίας. Η κατασκευή του ΔΕΝ συγκρούεται με
κανένα άλλο έργο πολιτιστικής υποδομής που έχει ανάγκη η βορειοαφρικανική αυτή
πρωτεύουσα. Είναι ντροπή που δεν έχει αποκτήσει ακόμη ένα Αρχαιολογικό Μουσείο
της προκοπής με το χώρο όπου κάποτε ήταν το Νοσοκομείο, που υποτίθεται ότι
προορίζεται γι’ αυτό το σκοπό, να χαίνει σαν μολυσμένη πληγή από σάπιο δόντι,
που αφαιρέθηκε χωρίς να αντικατασταθεί.
Πριν από περίπου ένα χρόνο
(6/11/2011), μέσα σ’ αυτή τη στήλη, είχα γράψει ένα κείμενο με τίτλο «Μια ανεγκέφαλη χώρα» με την υπόσχεση
ότι θα το δημοσίευα ξανά σε ένα χρόνο και δεν θα χρειαζόταν να αλλάξω ούτε
κόμμα. Το κείμενο αφορούσε τη μεγαλύτερη ντροπή του κυπριακού κράτους, τη
θεσμική αδιαφορία που επιφέρει τη διαιώνιση του θέματος της ανυπαρξίας κρατικής
βιβλιοθήκης. Θα παραβλέψω την υπόσχεσή μου και θα το αφήσω για του χρόνου, με
τη σιγουριά ότι και πάλι θα βρισκόμαστε στον ίδιο παρονομαστή.
Η προώθηση κάποιου από
αυτά τα έργα πνοής για τον Πολιτισμό δεν εξυπακούει –και δεν πρέπει να
εξυπακούει- την αναβολή του άλλου. Είναι ξεχωριστά και ανεξάρτητα. Το γεγονός
ότι τα έργα αυτά δεν έχουν προωθηθεί και συνωστίζονται ακόμη στον προθάλαμο μεταξύ…
ζωής και ανυπαρξίας κι έχει φτάσει σήμερα, μέσα στη δίνη της ύφεσης, να
επικοινωνούνται στους ταλαίπωρους κρισόπληκτους ως «προκλητικές σπατάλες», ενώ
έπρεπε να προχωρήσουν εδώ και χρόνια ή και δεκαετίες, αποτελεί άλλη μια
επιβεβαίωση της κατάντιας μας.
Φτάσαμε στο «αμήν» για να διαπιστώσουμε ότι πλέον «είναι δύσκολο να προχωρήσουμε», τη στιγμή που φαίνεται ότι κάποιοι ενορχήστρωναν αλχημείες και φάλτσα τρικ για να σπρώξουν αλλού τα σχετικά κονδύλια, χωρίς ν’ ανοίξει μύτη. Και ίσως, για να θυμηθούμε και πού βρισκόμαστε, να μη χρειαστεί καν να σκεφτούν κάποιες ευφάνταστες δικαιολογίες για να δικαιολογήσουν πώς κονδύλια που αφορούσαν την «ανάδειξη πολιτιστικών πόρων και τη δημιουργία συγκεκριμένων πολιτιστικών και κοινωνικών υποδομών» που θα αναζωογονούσαν την πρωτεύουσα, αξιοποιήθηκαν (με ή χωρίς εισαγωγικά) για έργα εκτός τόπου και χρόνου.
Φτάσαμε στο «αμήν» για να διαπιστώσουμε ότι πλέον «είναι δύσκολο να προχωρήσουμε», τη στιγμή που φαίνεται ότι κάποιοι ενορχήστρωναν αλχημείες και φάλτσα τρικ για να σπρώξουν αλλού τα σχετικά κονδύλια, χωρίς ν’ ανοίξει μύτη. Και ίσως, για να θυμηθούμε και πού βρισκόμαστε, να μη χρειαστεί καν να σκεφτούν κάποιες ευφάνταστες δικαιολογίες για να δικαιολογήσουν πώς κονδύλια που αφορούσαν την «ανάδειξη πολιτιστικών πόρων και τη δημιουργία συγκεκριμένων πολιτιστικών και κοινωνικών υποδομών» που θα αναζωογονούσαν την πρωτεύουσα, αξιοποιήθηκαν (με ή χωρίς εισαγωγικά) για έργα εκτός τόπου και χρόνου.

