Σελίδες

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Το Μέγαρο μας μάρανε

Στο σημείο όπου ήταν να χτιστεί το Μέγαρο να τοποθετηθεί ένα μνημείο, που να παριστάνει έναν γάιδαρο κι έναν αμήχανο χωρικό να τον κοιτάζει στα δόντια.


Τι να τις κάνουμε, ρε, τις περιττές δυτικότροπες κουλτουριές; Σάμπως, μ’ ένα τέτοιου μεγέθους έργο θα κοντέψουμε καν ποτέ τη Βιέννη, το Μιλάνο, τη Βαρκελώνη; Άλλωστε, τη Βιέννη την κάνουν οι βιεννέζοι κι η Λευκωσία έχει σήμερα το πρόσωπο που της αξίζει, ένα τοπίο με διάσπαρτες χωμάτινες αλάνες γεμάτες μπάζα ή αυτοκίνητα, μισοαρχινισμένα ή παρατημένα εργοτάξια. Και γραφεία με κλειδωμένα συρτάρια, ξέχειλα με σχέδια και πρότζεκτ που θα τη μετατρέψουν, με χρόνια και καιρούς, σε μια κανονική ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Η πόλη σήμερα είναι ο καθρέφτης των κατοίκων της κι αν κάποιους τους ικανοποιεί ο αντικατοπτρισμός, καλό είναι να μάθουν ότι υπάρχουν και κάποιοι που τους προσβάλει.

Αποκλείεται άλλο ουσιώδες έργο υποδομής –κι όχι μόνο για τον Πολιτισμό- να γνώρισε τόσες τρικλοποδιές, αντιδράσεις και χτυπήματα όσες το στοιχειωμένο αυτό Μέγαρο. Ίσως να φταίει και το πομπώδες όνομα, αλλά περισσότερο είναι η αδυναμία μιας ολόκληρης κοινωνίας, ουσιαστικά, να συνειδητοποιήσει τη σημασία του για τις επόμενες γενιές και –όπως έχουν γίνει τα πράγματα- θα το μνημονεύουμε για δεκαετίες ως μια μεγάλη ευκαιρία που χάθηκε. Πού θα πάει, κάποτε θα νιώσουμε ότι το χρειαζόμαστε, όταν θα είμαστε στριμωγμένοι στη μιζέρια μας, αλλά θα είναι πλέον αργά. Προτείνω λοιπόν στο σημείο όπου ήταν να ανεγερθεί το να τοποθετηθεί ένα μνημείο, με κονδύλια της ΕΕ, που να παριστάνει έναν γάιδαρο κι έναν αμήχανο χωρικό που τον κοιτάζει στα δόντια. Κι αν δεν φτάσουν τα λεφτά, ας γίνει μόνο ο γάιδαρος.

Είναι απίστευτο πόση λάσπη έχει εκτοξευτεί όλο αυτό τον καιρό ενάντια σ’ αυτό το έργο που θα το αποκτούσαμε ουσιαστικά σε τιμή ευκαιρίας. Η κατασκευή του ΔΕΝ συγκρούεται με κανένα άλλο έργο πολιτιστικής υποδομής που έχει ανάγκη η βορειοαφρικανική αυτή πρωτεύουσα. Είναι ντροπή που δεν έχει αποκτήσει ακόμη ένα Αρχαιολογικό Μουσείο της προκοπής με το χώρο όπου κάποτε ήταν το Νοσοκομείο, που υποτίθεται ότι προορίζεται γι’ αυτό το σκοπό, να χαίνει σαν μολυσμένη πληγή από σάπιο δόντι, που αφαιρέθηκε χωρίς να αντικατασταθεί.

Πριν από περίπου ένα χρόνο (6/11/2011), μέσα σ’ αυτή τη στήλη, είχα γράψει ένα κείμενο με τίτλο «Μια ανεγκέφαλη χώρα» με την υπόσχεση ότι θα το δημοσίευα ξανά σε ένα χρόνο και δεν θα χρειαζόταν να αλλάξω ούτε κόμμα. Το κείμενο αφορούσε τη μεγαλύτερη ντροπή του κυπριακού κράτους, τη θεσμική αδιαφορία που επιφέρει τη διαιώνιση του θέματος της ανυπαρξίας κρατικής βιβλιοθήκης. Θα παραβλέψω την υπόσχεσή μου και θα το αφήσω για του χρόνου, με τη σιγουριά ότι και πάλι θα βρισκόμαστε στον ίδιο παρονομαστή.

Η προώθηση κάποιου από αυτά τα έργα πνοής για τον Πολιτισμό δεν εξυπακούει –και δεν πρέπει να εξυπακούει- την αναβολή του άλλου. Είναι ξεχωριστά και ανεξάρτητα. Το γεγονός ότι τα έργα αυτά δεν έχουν προωθηθεί και συνωστίζονται ακόμη στον προθάλαμο μεταξύ… ζωής και ανυπαρξίας κι έχει φτάσει σήμερα, μέσα στη δίνη της ύφεσης, να επικοινωνούνται στους ταλαίπωρους κρισόπληκτους ως «προκλητικές σπατάλες», ενώ έπρεπε να προχωρήσουν εδώ και χρόνια ή και δεκαετίες, αποτελεί άλλη μια επιβεβαίωση της κατάντιας μας. 

Φτάσαμε στο «αμήν» για να διαπιστώσουμε ότι πλέον «είναι δύσκολο να προχωρήσουμε», τη στιγμή που φαίνεται ότι κάποιοι ενορχήστρωναν αλχημείες και φάλτσα τρικ για να σπρώξουν αλλού τα σχετικά κονδύλια, χωρίς ν’ ανοίξει μύτη. Και ίσως, για να θυμηθούμε και πού βρισκόμαστε, να μη χρειαστεί καν να σκεφτούν κάποιες ευφάνταστες δικαιολογίες για να δικαιολογήσουν πώς κονδύλια που αφορούσαν την «ανάδειξη πολιτιστικών πόρων και τη δημιουργία συγκεκριμένων πολιτιστικών και κοινωνικών υποδομών» που θα αναζωογονούσαν την πρωτεύουσα, αξιοποιήθηκαν (με ή χωρίς εισαγωγικά) για έργα εκτός τόπου και χρόνου.

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Λευτεριά στα Κύπρια

Γιατί το εθνικό μας φεστιβάλ έχει ανάγκη να κλέψει λίγη από τη λάμψη της… Κυπριακής Προεδρίας;

Είναι μόνο δική μου η απορία; Γιατί μια καλλιτεχνική εκδήλωση ή μια ολόκληρη διοργάνωση να έχει φορεμένη, σαν τατουάζ στο μέτωπο, τη φανταχτερή ταμπέλα «στο πλαίσιο της Κυπριακής Προεδρίας», όταν αυτό επί της ουσίας δεν της προσφέρει σχεδόν τίποτε; Προφανώς είναι ακόμη ένα φθηνό τρικάκι εντυπωσιασμού, μια απελπισμένη προσπάθεια διεκδίκησης αχρείαστου κύρους.

Ως εκεί, όμως. Η ίδια η Προεδρία ανακοίνωσε με ύφος πανηγυρικό ένα σκασμό εκδηλώσεις, άρτον και θεάματα, που θα απολαύσουμε κατά την εξάμηνη… Pax Cipriana. Και δεν άφησε επιμελώς να φανεί ότι οι περισσότερες από δαύτες θα γινόντουσαν ούτως ή άλλως. «Πούλησε» το σήμα κατατεθέν της με αντάλλαγμα ένα φαινομενικά «παραφουσκωμένο» πολιτιστικό πρόγραμμα. Καθόλου κακό ντιλ.  

Έτσι, π.χ. το Διεθνές Φεστιβάλ Κύπρια 2012 εντάχθηκε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της Κυπριακής Προεδρίας ως έχει -κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Θα περίμενε κανείς, τουλάχιστον, ότι το πολύπαθο εθνικό μας φεστιβάλ θα ήταν τουλάχιστον μια ιδέα, ένα κλικ πιο αναβαθμισμένο, λόγω της ευτυχούς συγκυρίας, αλλά του κάκου. Αντίθετα, δύσκολα κανείς μπορεί να διαλύσει την αίσθηση ότι τείνει και προς υποβάθμιση. 

Από την άλλη, πάλι καλά να λέμε, δηλαδή, που δεν το «κουτσούρεψαν» εντελώς, όπως είχε γίνει το 2010. Τότε, εξαιτίας των εκδηλώσεων για το Χρυσό Ιωβηλαίο της Κυπριακής Δημοκρατίας (δηλαδή της εξής μιας, εκείνης της 1ης Οκτωβρίου) έβγαλαν ένα ψαλίδι ΝΑ –με το συμπάθιο- και χράαατς… Η μαρμάγκα έφαγε τη σημαντικότερη –υποτίθεται- καλλιτεχνική μας διοργάνωση. Τα Κύπρια ήταν τότε αφιερωμένα στα 50χρονα κι αυτό το πλήρωσαν ακριβά, καθώς οι εορτασμοί απορρόφησαν μεγάλο μερίδιο από το κονδύλι που δινόταν κάθε χρόνο για τη διοργάνωση. Ε, από πού αλλού να το έκοβαν;

Οι φετινές εκδηλώσεις είναι διπλάσιες από το 2010 και το φεστιβάλ δεν διαρκεί 20 μέρες, αλλά σχεδόν δύο μήνες. Αυτό όμως δεν μας αφαιρεί το δικαίωμα να προσδοκούμε κάτι παραπάνω (και) με αφορμή την Κυπριακή Προεδρία. Το πρόγραμμα είναι φέτος ελαφρώς «δυσκοίλιο», δεν εντυπωσιάζει, ούτε απογοητεύει. Από τις μέχρι τώρα παραστάσεις, φρονώ ότι το δυνατό «χαρτί» του Εθνικού Θεάτρου έχει καεί. Όχι επειδή ήταν κακές οι παραστάσεις του «Αμφιτρύωνα» και του «Περικλή», αλλά επειδή ήταν άστοχη η επιλογή των έργων. Γραμμένα και τα δύο τον 17ο αιώνα από κλασικούς συγγραφείς και με παρόμοια αισθητική και διανομή, παρουσιάστηκαν δύο μέρες σερί. Έκατσε λίγο «βαρύ». Για να μην ξύσουμε και την πληγή με το φιάσκο της ματαιωθείσας παράστασης του Νότη Γεωργίου.

Το ζήτημα, εντούτοις, δεν αφορά μόνο τη φετινή διοργάνωση. Δεν γίνεται να είμαστε ικανοποιημένοι όταν το επίσημο εθνικό πολιτιστικό φεστιβάλ μιας χώρας της ΕΕ έχει προϋπολογισμό αρκετά πιο κάτω από το ένα εκατομμύριο ευρώ. Αρκετά λιγότερο, δηλαδή, π.χ. από τον προϋπολογισμό του τριήμερου φεστιβάλ όπερας της Πάφου. Και καλύτερα να μην αρχίσουμε να συγκρίνουμε με μερικές περιφερειακές –όχι εθνικές- διοργανώσεις σε σοβαρές χώρες της Ευρώπης γιατί θα μελαγχολήσουμε βαριά.

Δεν γίνεται να κρατάμε μικρό καλάθι για το Φεστιβάλ Κύπρια. Ο θεσμός πρέπει να αναβαθμιστεί. Κι όχι μόνο οικονομικά, αλλά και θεσμικά- διοικητικά. Να αποτινάξει τις γραφειοκρατικές του αλυσίδες και τα μικροτοπικιστικά του ταμπού. Και –επιτέλους- να αφορά ολόκληρη την Κύπρο κι όχι μόνο την πρωτεύουσα. 

Το φεστιβάλ πρέπει να είναι ετερόφωτο, πλήρες, παγκύπριας εμβέλειας και να ικανοποιεί θεατές οποιασδήποτε βαθμίδας… εκλέπτυνσης. Και να μην έχει ανάγκη να ζητιανεύει λίγη λάμψη από καμιά παροδική ή έστω κυλιόμενη «Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ».