Σελίδες

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

Το βιβλίο δεν ήταν ποτέ ακριβό

Οι Κύπριοι όχι μόνο δεν διακρίνονται για τη φιλαναγνωσία τους, αλλά εξακολουθούν να θεωρούν το βιβλίο είδος πολυτελείας ή, ακόμη χειρότερα, σύμπτωμα ελιτισμού.


Το θέμα της «ακριβής» τιμής του βιβλίου στην Κύπρο σε σχέση με την Ελλάδα δεν αποτελούσε παρά ένα διαχρονικό άλλοθι όσον αφορά τη δημοφιλία του προϊόντος. Μια καραμέλα που πλέον έλιωσε από τις ίδιες τις περιστάσεις, μόλις εξισορροπήθηκαν οι τιμές στα ελληνικά και τα κυπριακά βιβλιοπωλεία. Άλλωστε, δεν ήταν μόνο τα βιβλία που ήταν ακριβότερα ως προϊόντα στην Κύπρο, όπου επιφορτίζονταν και με τα έξοδα μεταφοράς, αλλά τα περισσότερα καταναλωτικά είδη και για του λόγου το αληθές αρκούσε μια καθημερινή βόλτα σε υπεραγορές, φρουταρίες, καταστήματα ένδυσης και υπόδησης, ηλεκτρικών συσκευών κ.λπ. Μοναδική εξαίρεση που μου έρχεται στο μυαλό είναι η τιμή των καυσίμων.

Δεν είδα, λοιπόν, όλα αυτά τα ωραία χρόνια της ευμάρειας να πτοείται ο Κύπριος καθώς ασκούσε καθημερινά το αγαπημένο του σπορ, τον άκρατο καταναλωτισμό. Όταν τον ρωτούσε, βέβαια, κάποιος γιατί δεν αγοράζει βιβλία ξύπναγε μέσα του ο ψαγμένος αγοραστής κι η μόνιμη επωδός ήταν «διότι είναι ακριβότερα απ’ ότι στην Ελλάδα». Αποδείχτηκε περίτρανα ότι τελικά ήταν απλώς ζήτημα προτεραιοτήτων.

Οι Κύπριοι όχι μόνο δεν διακρίνονται για τη φιλαναγνωσία τους, αλλά εξακολουθούν να θεωρούν το βιβλίο είδος πολυτελείας ή, ακόμη χειρότερα, σύμπτωμα ελιτισμού. Σε αντίθεση π.χ. μ’ ένα τρικούβερτο φαγοπότι στην ταβέρνα, μια σαββατιάτικη έξοδο για ποτό ή μπίρα, με τη βενζίνη ως το βουνό ή τη θάλασσα, μ’ ένα εξεζητημένο αξεσουάρ για το αυτοκίνητο, ένα μεταξωτό βρακί για τη φιλενάδα κ.ο.κ. Φυσικά, τώρα με την οικονομική κρίση έχουν μειωθεί αισθητά τα έξοδα, οι έξοδοι κι οι εξορμήσεις. Γενικότερα, το «έξω». Ωστόσο, δεδομένου ότι κι η τηλεόραση έπαψε να αποτελεί (γιατί πότε ήταν;) ποιοτική επιλογή ψυχαγωγίας, το βιβλίο έχει «κοπεί» πριν απ’ όλα αυτά κι ενώ θα έπρεπε η κίνησή του ν’ αυξηθεί, μειώνεται.

Παλιότερα, σε εποχές κρίσεων, όταν ο κόσμος αναγκαζόταν να κλειστεί περισσότερο στα σπίτια και οξυνόταν το ενδιαφέρον του για να κατανοήσει τι συμβαίνει στον κόσμο και στην (π.χ. κατεχόμενη) πατρίδα του, η ανάγνωση –βιβλίων, εφημερίδων, περιοδικών- είχε αυξητική τάση. Στην Κύπρο του 2013 οι βιβλιοπώλες βλέπουν την κίνηση να μειώνεται και ανησυχούν σοβαρά για το μέλλον. Τα βιβλιοπωλεία σήμερα χάνουν ένα μέρος από το κοινό τους επειδή ψάχνεται περισσότερο με τις ανταλλαγές βιβλίων, με τα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία, ακόμη και με τις δανειστικές βιβλιοθήκες (εντάξει, δεν κάνουν και ουρές), σε πείσμα της σχετικής έλλειψης κουλτούρας αλλά και υποδομών που εκδηλώνεται με ντροπιαστικό τρόπο στην Κύπρο.

Ωστόσο, στην περίπτωση των βιβλιοπωλείων, ο ανταγωνισμός δεν είναι ούτε μεταξύ τους, ούτε με τις βιβλιοθήκες. Περισσότερο αφορά τις εναλλακτικές μορφές ψυχαγωγίας στο πλαίσιο μιας προσπάθειας για διαμόρφωση αναγνωστικής κουλτούρας. Η αρωγή της πολιτείας είναι απαραίτητη κι αυτό δεν αφορά μόνο την κρίση καθαυτή ούτε σημαίνει ότι πρέπει να αρχίσει να επιχορηγεί βιβλιοπωλεία κι εκδοτικούς οίκους. Αυτό που οφείλει να κάνει πρώτιστα είναι να ανυψώσει το μορφωτικό επίπεδο των πολιτών, να καλλιεργήσει τη φιλαναγνωσία, να δημιουργήσει δανειστικές βιβλιοθήκες, να μάθει στον άνθρωπο να αγαπάει την ανάγνωση. Εντούτοις, η θεσμική αδιαφορία που επιδεικνύει το κράτος που λέγεται Κυπριακή Δημοκρατία αποτυπώνεται ανάγλυφα στη διαιώνιση του θέματος της (ανύπαρκτης) Κυπριακής Βιβλιοθήκης.

Παρά τις διαφορές στις καταναλωτικές συνήθειες, η αγορά βιβλίου στην Ελλάδα και η αντίστοιχη στην Κύπρο είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Οι Κύπριοι βιβλιοπώλες θα ‘πρεπε να φτύνουν τον κόρφο τους παρακολουθώντας τα ελληνικά βιβλιοπωλεία να κλείνουν, άλλα να φυτοζωούν, μεγάλες αλυσίδες να έχουν γονατίσει και ιστορικούς εκδοτικούς οίκους να έχουν βάλει οριστικά λουκέτο. Βέβαια, δεν έχουν μείνει με τα χέρια σταυρωμένα και προσπαθούν να ανιχνεύσουν την κατάσταση, ν’ αποφασίσουν τις επόμενες επιχειρηματικές κινήσεις. Δεν πρέπει να ξεχνούν ότι υπάρχει πάντα αναμμένη μια μικρή φλόγα: το ποσοστό εκείνο του καταναλωτικού κοινού που παραμένει πιστά συνδεδεμένο με το βιβλίο από στάση ζωής και θεωρεί την αγορά του περίπου ως επένδυση.

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Μικρές καθημερινές συντέλειες

Ρε μπας κι ήρθε τελικά η συντέλεια και δεν το πήραμε χαμπάρι;


Αν διαβάζεις αυτές τις γραμμές, αγαπητέ αναγνώστα, τότε όλα αυτά τα περί «καταστροφής του κόσμου» αποδεικνύονται, όπως αναμενόταν, κουραφέξαλα. Βγήκες δειλά- δειλά από το καταφύγιο όπου τρύπωσες καλού- κακού κι αφού ψηλάφησες τη θεϊκή κορμάρα και διαπίστωσες προς μεγάλη σου ικανοποίηση ότι δεν λείπει τίποτε, η πρώτη σου δουλειά ήταν να πάρεις τον «Φ» της Κυριακής για να ενημερωθείς μπας κι έχασες κάποιο καίριο επεισόδιο στην υπερπαραγωγή «Η κατά Μάγια συντέλεια».

Κατεργάρη… Πάλι τη γλύτωσες. Ξεσκόνισε, λοιπόν, τα ρούχα σου και βουρ για το σπίτι. Tο τέλος του 13ου Μπακτούν δεν σήμανε παρά την έναρξη του 14ου. Τζάμπα, λοιπόν, ανησυχούσες. Όλα σου τα ερωτήματα θα απαντηθούν: πότε θα ανακάμψει η κυπριακή οικονομία, με ποιο τρόπο θα μας μοιράσουν τα εκατομμύρια από την εκμετάλλευση του φυσικού (μας) αερίου, ποια θέση θα πάρει η Κύπρος στην επόμενη Γιουροβίζιον, αν θα μπει η θεμέλια λίθος για το Μέγαρο Πολιτισμού, αν θα αξιωθούμε να δούμε την Ενιαία Αρχή Πολιτισμού, αν θα κάνει καλό στο κυπριακό θέατρο το χαστούκι των περικοπών.

Σιγά μην άφηνε ο Νίκος ο Αναστασιάδης την οικουμένη να καταστραφεί, πριν καμαρώσει την αφεντιά του στο ανώτατο αξίωμα. Όλα είναι εντάξει, δεν ήρθε και καμιά καταστροφή, έτσι δεν είναι; Κι ας τριβέλιζαν το μυαλό σου τον τελευταίο καιρό οι κακές σκέψεις, ας έβλεπες σημάδια και οιωνούς της Αποκάλυψης να καμπανίζουν στην καθημερινότητά σου: τρόικα, περικοπές, χαράτσια, αφραγκία, μελαγχολία, αβεβαιότητα, ανεργία: ο κόσμος σου δεν θα είναι ποτέ ξανά όπως τον ήξερες. 

Ρε μπας κι ήρθε τελικά η συντέλεια και δεν το πήραμε χαμπάρι; Είσαι σίγουρος ότι έχεις ξεπεράσει την αγωνία, το φόβο της καταστροφής; Για άνοιξε το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, την εφημερίδα, για μπες στις ειδησεογραφικές ιστοσελίδες. Για κοίταξε ποια ζόμπι σε κυβερνούν και ποιοι βρικόλακες κονταροχτυπιούνται για να τους διαδεχθούν, ποια φαντάσματα ξεροσταλιάζουν να βολευτούν όταν αλλάξουν τα κόζια.

Για κοίταξε και στον καθρέφτη. Είχες δίκιο να φοβάσαι, να νιώθεις εκείνη την ακαθόριστη ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά. Σήμερα μπορεί να είναι η μέρα που θα συνειδητοποιήσεις ότι η σχέση σου δεν σε βγάζει πουθενά κι είναι ώρα να τραβήξεις την πρίζα, ή η μέρα που ο/η σύντροφός σου θα σου δώσει στην ψύχρα τα παπούτσια στο χέρι. Τα οποία επιπλέον σε στενεύουν. Είχαν δίκιο λοιπόν οι συντελειολάγνοι κι οι καταστροφολόγοι. Σήμερα είναι η μέρα που ζεις μια ακόμη τελική σου πτώση, που ετοιμάζεσαι να βιώσεις με καρτερία κι αξιοπρέπεια, αλλά κι ένα μείγμα κυνισμού και τρυφερότητας, τη μικρή, καθημερινή σου συντέλεια. 

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Φοράει μπούρκα γιατί είναι άσχημη

Χειρότερη από τη λογοκρισία είναι η παθολογική σεμνοτυφία. Ειδικότερα όταν χαρακτηρίζει εκπαιδευτικούς.


Ζούμε σε μια κοινωνία βαθύτατα συντηρητική. Και το πρόβλημα είναι ότι δεν υποκρίνεται τη μυξοπαρθένα, αλλά είναι. Και δεν της φόρεσε κανείς τη μπούρκα με το ζόρι, τη φόρεσε μόνη της και συνειδητά για να κρύψει την ασχήμια της. Η σεμνοτυφία είναι βαθιά ριζωμένη στην καθημερινότητά μας, σκοντάφτουμε πάνω της σχεδόν σε κάθε μας βήμα, ζει ακόμη και στο βλέμμα της γειτόνισσας με το μίνι φουστάκι, της συναδέλφου με το καυτό σορτς. Η ατμόσφαιρα μυρίζει ναφθαλίνη.

Πληρώνουμε ηθικές και πνευματικές παθογένειες πολλών ετών, που διογκώνονται από το γεγονός ότι ζούμε σε μια κοινωνία μικρή και συγκρατημένη, επιφυλακτική και «κλειστή». Και είναι τρομακτικό να παρατηρείς ότι η μούχλα ξεκινάει να αναπτύσσεται από τον ίδιο το μηχανισμό της εκπαίδευσης. Και δεν αναφέρομαι στο ίδιο το αναχρονιστικό εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά στην κουλτούρα κάποιων εκ των λειτουργών του, ο ρόλος των οποίων υποτίθεται ότι είναι να παριστάνουν τους καθοδηγητές και τους παιδαγωγούς.

Το περιστατικό με την απόφαση του Τμήματος Αρχαιοτήτων (τουλάχιστον αυτό δικαιολογείται εξ ορισμού να διακατέχεται από παρωχημένες απόψεις) να απενεργοποιεί επιλεκτικά την ηχητική εγκατάσταση καλλιτέχνη στον οντά της Οικίας Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου, δεν θα ήταν και τόσο σοβαρό, δεδομένου ότι τελικά η απόφαση αυτή δεν πέρασε. Θα κατηγοριοποιείτο ως ένα μεμονωμένο, ασόβαρο κρούσμα λογοκρισίας στο οποίο δεν δόθηκε συνέχεια. Έστω κι ένα σύντομης διάρκειας κρούσμα, όμως, αρκεί για να αναδείξει το μέγεθος της κατάντιας, όπως αποτυπώνεται από το γεγονός ότι το όλο ζήτημα δεν ξεκίνησε από διαμαρτυρίες κάποιου γραφικού και απαίδευτου πουριτανού περαστικού, αλλά από εκπαιδευτικούς που έθεσαν θέμα, επειδή, λέει, ο ήχος είναι προκλητικός, αφήνει σεξουαλικά υπονοούμενα και παραπέμπει σε βιασμό.

Με τι όρεξη, άραγε, ξύπνησε εκείνο το πρωί ο συγκεκριμένος δάσκαλος ή δασκάλα –αν ήταν ένας- γνωρίζοντας ότι θα συμμετείχε στην προγραμματισμένη επίσκεψη με το σχολείο στην ομαδική έκθεση «στης Μαρουδιάς»; Αποκλείεται να είχε πλήρη γνώση του αντικειμένου της έκθεσης και στοιχειώδη επίγνωση του ρόλου της σύγχρονης τέχνης και του λόγου της επίσκεψης- αγγαρείας του σχολείου σ’ αυτή. Μιλάμε για μια ανοιχτή μουσειακή παρέμβαση που ενεργοποιεί το χώρο μέσα από μια σειρά έργων αλλά και εργαστηρίων με τη συμμετοχή μαθητών. 

Η έκθεση ασχολείται με τις άγραφες γυναικείες ιστορίες της Κύπρου και τις ιδιωτικές και δημόσιες δομές τους. Η πολυεπίπεδη ιστορία της οικείας αξιοποιείται ως μέσο αμφισβήτησης παλιών μύθων και αφηγημάτων σε μια διαδικασία όπου τίθενται προβληματισμοί γύρω από ζητήματα που αφορούν, μεταξύ άλλων, τη σεξουαλικότητα, το τετριμμένο και το κιτς, τη σχέση ιστορίας και εθνικής συνείδησης, αλλά και ζητήματα διαφορετικότητας.

Εφόσον, λοιπόν, δεν είχε πάρει χαμπάρι περί τίνος πρόκειται γιατί δεν δήλωσε άρρωστος εκείνη την ημέρα που κλήθηκε να συνοδέψει τα παιδιά σε μια ουσιαστική εκπαιδευτική διαδικασία; Είναι να ανατριχιάζει κανείς αναλογιζόμενος σε ποιων τις διαθέσεις έχουμε εμπιστευτεί την ανάπτυξη της προσωπικότητας και των πνευματικών ικανοτήτων των παιδιών μας. Η πολιτεία έχει αποτύχει να διασφαλίσει ότι κάθε σχολείο έχει διαμορφώσει το κατάλληλο παιδαγωγικό πλαίσιο. Αυτό που εξασφαλίζει στο παιδί την καλλιέργεια των σχετικών δεξιοτήτων που θα οδηγήσουν στην ολόπλευρη και υγιή ανάπτυξη και κατά συνέπεια στην ολόπλευρη και υγιή ανάπτυξη της ίδιας της κοινωνίας.

Ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται με το παιδί στο οποίο ο δάσκαλος θα μεταλαμπαδεύσει τα «φωτεινά» μυαλά του. Είναι μια νοοτροπία που διαιωνίζεται καθώς το παιδί προσλαμβάνει στο πετσί του όλο αυτό τον οχετό αναχρονιστικών ηθικολογιών που μολύνει την ατμόσφαιρα για να τη μεταφέρει, όταν μεγαλώσει κι αυτό και γίνει με το καλό δάσκαλος, στους μαθητές του και πάει λέγοντας. 

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Μια νότα αισιοδοξίας

Υπάρχει κάτι θετικό στην απαισιοδοξία: Είτε θα νιώσεις δικαίωση που την είχες, είτε θα δοκιμάσεις μια ευχάριστη έκπληξη.


Κόντεψαν κι οι γιορτέεεεες. Αλλά ποιος νοιάζεται; Τα μαύρα σύννεφα έχουν πυκνώσει απειλητικά πάνω από τα κεφάλια μας κι ο κόμπος στο λαιμό μας κόβει την ανάσα. Το επαγγελματικό και οικονομικό μας αύριο έχει τεθεί υπό σοβαρή αμφισβήτηση, δεν ξέρουμε τι θα μας ξημερώσει, η μεγάλη καταιγίδα είναι έτοιμη να ξεσπάσει και τα παρελκόμενά της να αστράψουν και να βροντήσουν. Είναι κι αυτή η ανυπόφορη αίσθηση ότι δεν είδαμε τίποτε ακόμη, ότι τα χειρότερα έρχονται, ποιος ξέρει τι μας περιμένει; Μαύρο κι άραχλο φαντάζει όχι πια το αύριο, αλλά το απόψε, ή ακόμη και το τώρα, το σήμερα –που είναι το αύριο που φοβόμασταν χθες. Τέτοιες μέρες δεν ξανάδαμε στην Κύπρο και δεν ξέρουμε και πώς θα χειριστούμε την κατάσταση. Είμαστε έτοιμοι ως κοινωνία να την αντιμετωπίσουμε, έχουμε την κουλτούρα;

Μετά τις περικοπές στα εορταστικά μπάτζετ μέχρι και η Παραμυθούπολη μοιάζει τεθλιμμένη και πιο φτωχική από άλλες χρονιές, ο διάκοσμος σε όλες τις πόλεις και κοινότητες είναι πιο λιτός, τα δέντρα είναι μικρότερα και με λιγότερα στολίδια, ουδεμία διάθεση δεν υπάρχει για πανηγύρια και εορταστικές καταναλωτικές επιδρομές. Είναι σαν να πενθεί ολόκληρος ο μηχανισμός του καπιταλισμού –μακριά από μας. Πλέον έχουμε ξεπεράσει το στάδιο όπου προσπαθούσαμε να ξεγελάσουμε τον εαυτό μας, αρνούμενοι να παραδεχτούμε ότι όλο αυτό το κύμα μιζέριας και μελαγχολίας θα παράσερνε και την αφεντιά μας, ελπίζοντας ότι «δεν θα συμβεί σε μας», ότι θα είχαμε την ικανότητα να κάνουμε… σέρφινγκ ανέμελοι.

Επειδή καλομάθαμε –και δεν κακομάθαμε- το γεγονός ότι τα κουκιά δεν βγαίνουν μας κάνουν να αισθανόμαστε ενίοτε ωσάν την τελευταία τρύπα του ζουρνά. Το πανηγύρι, λοιπόν, τέλος. Το ίδιο και οι φρούδες ελπίδες και η αισιοδοξία. Ω, μα τι άστοχη λέξη! Πόσο εκτός εποχής φαντάζει! Περίπου όσο εύστοχη και επίκαιρη φαντάζει η ρήση του Γάλλου φιλόσοφου και βιολόγου Ζαν Ροστάν «είμαι αισιόδοξος για το μέλλον της απαισιοδοξίας».

Τέτοιες μέρες παλιότερα γκρινιάζαμε με τη διαπίστωση ότι ο καταναλωτισμός έχει ξεχειλώσει την εορταστική περίοδο, με τη φθηνή δικαιολογία ότι θέλει να μεγαλώσει την ευχάριστη παρένθεση στη μίζερη ζωή μας. Τώρα έχουμε βγάλει το τεφτέρι και σβήνουμε μία- μία τις αγορές που προγραμματίζαμε για τον Δεκέμβριο, την εποχή που ρεφάρουμε τις οικονομικές τρύπες, το έλλειμμα των υπόλοιπων έντεκα μηνών. 

Τελικά, δεν θα αγοράσω καινούριο ποδήλατο στο παιδί. Ούτε θα αναβαθμίζω το smartphone μου. Η γυναίκα μου να ξεχάσει όχι μόνο το Σάλτσμπουργκ και το Ζανκτ Μόριτς, αλλά και τις διήμερες εξορμήσεις στο Τρόοδος. Και ποιος χρειάζεται καινούρια ρούχα; Δεν είμαστε δα και στη Γροιλανδία για να είναι ζωτικής σημασίας το ζήτημα της θέρμανσης κι οι δόσεις για το δάνειο μπορούν να περιμένουν. Και μπορούμε να κάνουμε σημαντική οικονομία στις χριστουγεννιάτικες μπάλες, αν καθώς στολίζουμε το προπέρσινο δέντρο φαντασιωνόμαστε ότι κρεμάμε όλους αυτούς που εμείς πιστεύουμε ότι έφταιξαν για την κατάντια μας. Και στην κορυφή, αντί για αστέρι, να κάτσουμε πάνω –με το συμπάθειο- εμείς οι ίδιοι. 

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Το φως (lux) που δεν θαμπώνει

Οι ευρωβουλευτές ΟΦΕΙΛΟΥΝ να παρακολουθήσουν και τις τρεις ταινίες πριν ψηφίσουν τη μία που προτιμούν για το Βραβείο LUX. Είναι όμως αμφίβολο πόσοι βρήκαν χρόνο ή διάθεση να καθίσουν να παρακολουθήσουν έστω και μία από αυτές.


Η Βελγίδα καλλιτέχνιδα Ζοκλίν Κόστερ φιλοτέχνησε το βραβείο LUX εμπνευσμένη από τον Πύργο της Βαβέλ, σύμβολο που χρησιμοποίησε και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για να υπογραμμίσει την πολυγλωσσία και την πολιτισμική διαφορετικότητα που ενώνονται με κοινό στόχο. Άλλωστε, σ’ αυτό παραπέμπει κι η αρχιτεκτονική του κεντρικού κτηρίου «Louise Weiss» του Ευρωκοινοβουλίου στο Στρασβούργο. Δεν είμαι σίγουρος αν ο συμβολισμός του μισοτελειωμένου πύργου, που παραπέμπει στην πλήρη σύγχυση και υποτίθεται ότι αντανακλά «την ατελή φύση της Ευρώπης» είναι και τόσο επιτυχημένος. Πόσο μάλλον όταν εδώ και 50 χρόνια η ενωμένη Ευρώπη επιχειρεί τη διαρκή της εξέλιξη προκειμένου να πλησιάσει ένα μοντέλο ολοκλήρωσης, ενώ η έννοια «πολιτική συνοχής» κουδουνίζει όλο και περισσότερο στ’ αυτιά των Ευρωπαίων πολιτών. Μάλλον με αυτοσαρκασμό μοιάζει, υποδηλώνοντας ότι ο στόχος είναι ένα ιδανικό που ποτέ δεν θα καταφέρει να εκπληρώσει.

Αναφορικά, όμως, με το βραβείο LUX που φέτος απονεμήθηκε για 6η φορά, τολμώ να πω ότι ο συμβολισμός του Πύργου της Βαβέλ είναι αρκετά επιτυχημένος. Το «μικρό παιδί» εξακολουθεί να κάνει ασταθή βήματα στη στράτα προς την καθιέρωση στη συνείδηση της παγκόσμιας καλλιτεχνικής κοινότητα και εξαρτάται ακόμη από το όραμα και την καλή διάθεση μερικών εκ των Ευρωβουλευτών και φυσικά τη θεσμική λάμψη του εκλεγμένου κοινοβουλευτικού οργάνου της ΕΕ.

Η επιλογή των τριών υποψήφιων ταινιών, ανάμεσα σε δέκα, έγινε το καλοκαίρι από ένα πάνελ ανθρώπων του σινεμά. Κι εκεί τελείωσε η οποιαδήποτε σχέση με τους ειδικούς επί του θέματος, καθώς το ζήτημα της βράβευσης πέρασε πλέον στη δικαιοδοσία των 736 ΜΕΚ. Τα μέλη ΟΦΕΙΛΟΥΝ να παρακολουθήσουν και τις τρεις ταινίες πριν ψηφίσουν τη μία που προτιμούν μέσω του διαδικτυακού τόπου του Κοινοβουλίου. Είναι όμως εξαιρετικά αμφίβολο πόσοι από αυτούς βρήκαν χρόνο ή διάθεση να καθίσουν να παρακολουθήσουν τρεις -όχι και τόσο «βατές» στην παρακολούθηση- ευρωπαϊκές ταινίες. Ειδικά μέσα στη φούρια της προετοιμασίας ενόψει των διεξοδικών συζητήσεων για το μακροπρόθεσμο πλαίσιο προϋπολογισμού της ΕΕ στην Ολομέλεια του ΕΚ στο Στρασβούργο, σ’ ένα σύντομο διάλειμμα των οποίων έγινε κι η τελετή απονομής την περασμένη εβδομάδα.

Από τη στιγμή που η κινηματογραφική κοινότητα δεν έχει ακόμη πειστεί ότι η πρωτοβουλία της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας του ΕΚ χαίρει στήριξης από το ίδιο το Σώμα, το φως (lux) του βραβείου θα δυσκολεύεται να περάσει μέσα από την αχλύ ατμόσφαιρα της αμφισβήτησης για την εγκυρότητα και αντικειμενικότητα της επιλογής κι ο θεσμός θα συνεχίσει να φυτοζωεί στη σκιά και του πιο άσημου κινηματογραφικού φεστιβάλ.

Με τη θέσπιση του LUX, όμως, το Κοινοβούλιο ήθελε να δηλώσει και τη δέσμευσή του προς την ευρωπαϊκή κινηματογραφική βιομηχανία για συμβολή στη διάδοση των ευρωπαϊκών ταινιών. Kαι πέρα από την αμφισβητούμενη αίγλη του βραβείου, κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει τη θετικότατη συνεισφορά του θεσμού στη διάδοση του ευρωπαϊκού σινεμά, που αγκομαχάει και στη σκέψη ότι μπορεί να ανταγωνιστεί την ενιαία αγορά της Βόρειας Αμερικής. 

Τουλάχιστον μπορεί να συμβάλει στη διάρρηξη των γλωσσικών φραγμάτων, με τον υποτιτλισμό ταινιών στις 23 γλώσσες της ΕΕ. Αυτό είναι πιο σημαντικό κι από το ίδιο το βραβείο και φέτος ήρθε να ενισχυθεί από την απόφαση του ΕΚ να υποτιτλίσει και να προβάλει σε όλη τη Γηραιά Ήπειρο και τις τρεις ταινίες των φιναλίστ Αντρέα Σέγκρε («Η Σουν Λι και ο Ποιητής» που τελικά κέρδισε), Μιγκέλ Γκόμες («Ταμπού») και Μπέντσε Φλίεγκαουφ («Μόνο ο Άνεμος»).

                          Η συνάδελφος Μερόπη Μωυσέως, ο σκηνοθέτης Μιγκέλ Γκόμες και ο
                                           υποφαινόμενος στο χώρο συνεντεύξεων του ΕΚ.