Ποτέ δεν μπορεί να είναι
περιττό ένα καίριο έργο υποδομής, ειδικότερα σ’ έναν τόπο που δεν έχει ΚΑΝΕΝΑ.
Μέγαρο σημαίνει «μεγάλο,
επιβλητικό και πολυτελές οικοδόμημα», που είναι χρήσιμο ως κατοικία αλλά κυρίως
ως δημόσιο κατάστημα. Είναι κατανοητή η πρόθεση των εμπνευστών του όρου «Μέγαρο
Πολιτισμού» να προσδώσουν κύρος στο οικοδόμημα, στο όλο έργο και τη σημασία
του, αλλά αρχίζει να φαίνεται ότι τελικά ίσως να είναι ο όρος «Μέγαρο» που
ενοχλεί και εξαγριώνει τους πολέμιους του έργου κι όχι η ουσία του.
Μπορεί αν ονομαστεί «σπίτι», «οίκος», «κέντρο», «αίθουσα», ή ακόμη καλύτερα «καλύβα», «τρώγλη», «τρύπα», να απαλλαγεί από το βάρος του όρου που αποπνέει έπαρση και να καταστεί ταπεινό ή μίζερο σαν και του λόγου μας, να μην μας πειράζει και τόσο.Ακούει λοιπόν ο άλλος «Μέγαρο» και το μυαλό του πάει στο Μέγαρο του Λαμπράκη, στην… σνομπ Ρίτα Σακελλαρίου, ή σε πιο καρικατουρίστικες καταστάσεις, σ’ ένα κλειστό κλαμπ για ψηλοτάκουνα και καθωσπρέπει κυράτσες με γούνες, για κύριους με σμόκιν, πούρο και λιμουζίνα, για κάθε λογής ψώνια, αρχοντοχωριάτες και μεγαλομανείς. Από την άλλη, υπάρχει κόσμος που συνδέει το έργο με τους εμπλεκόμενους, αυτούς στους οποίους ανατέθηκε η προώθηση του έργου. Και, στο τέλος, η γενική εικόνα που συντίθεται στο μυαλουδάκι είναι αυτή μιας περιττής πολυτέλειας που στόχο έχει να κατασπαταλήσει τα ωραία μας δημόσια χρήματα.
Μπορεί αν ονομαστεί «σπίτι», «οίκος», «κέντρο», «αίθουσα», ή ακόμη καλύτερα «καλύβα», «τρώγλη», «τρύπα», να απαλλαγεί από το βάρος του όρου που αποπνέει έπαρση και να καταστεί ταπεινό ή μίζερο σαν και του λόγου μας, να μην μας πειράζει και τόσο.Ακούει λοιπόν ο άλλος «Μέγαρο» και το μυαλό του πάει στο Μέγαρο του Λαμπράκη, στην… σνομπ Ρίτα Σακελλαρίου, ή σε πιο καρικατουρίστικες καταστάσεις, σ’ ένα κλειστό κλαμπ για ψηλοτάκουνα και καθωσπρέπει κυράτσες με γούνες, για κύριους με σμόκιν, πούρο και λιμουζίνα, για κάθε λογής ψώνια, αρχοντοχωριάτες και μεγαλομανείς. Από την άλλη, υπάρχει κόσμος που συνδέει το έργο με τους εμπλεκόμενους, αυτούς στους οποίους ανατέθηκε η προώθηση του έργου. Και, στο τέλος, η γενική εικόνα που συντίθεται στο μυαλουδάκι είναι αυτή μιας περιττής πολυτέλειας που στόχο έχει να κατασπαταλήσει τα ωραία μας δημόσια χρήματα.
Το έργο αυτό όμως δεν είναι
του Κίκη και του Τάσου, ανήκει σε όλους. Και δεν θα είναι ένας ναός κοσμικών
συγκεντρώσεων και ξεκατινιάσματος, αλλά ένας διαχρονικός φορέας και παραγωγός
πολιτισμού, σημείο αναφοράς για κοινωνική συνάθροιση και καλλιτεχνική
δραστηριότητα. Συμφωνώ, πώς για ένα έργο αρκούν «δυο σανίδια κι ένα πάθος» και
πως είναι η γενικότερη πολιτιστική πολιτική που υστερεί και χρειάζεται σοβαρή
αναθεώρηση φιλοσοφίας και προσέγγισης, αλλά ποτέ δεν μπορεί να είναι περιττό
ένα καίριο έργο υποδομής, ειδικότερα σ’ έναν τόπο που δεν έχει ΚΑΝΕΝΑ.
Φλερτάροντας, λοιπόν,
σοβαρά με τον κίνδυνο να με «ταμπελώσουν» κι εμένα και ν’ αναπτύξουν γύρω από
το όνομά μου καμιά από τις γνωστές θεωρίες συνωμοσίας που θέλουν ονόματα να
φιγουράρουν σε pay list θα αποτολμήσω, μιας και έχουμε δημοκρατία, να διατυπώσω
το εξής: τα 20-30 ή και 40 εκατομμύρια που θα επενδυθούν για ένα έργο που θα
αλλάξει τη ζωή μας είναι ΨΙΧΟΥΛΑ.
Τη στιγμή που τα
εκατομμύρια πέφτουν γύρω μας βροχή, όταν πρόκειται για τον πολιτισμό
τσιγκουνευόμαστε και με την πρώτη ψιχάλα ανοίγουμε διάπλατα την ομπρέλα, διότι
«πονάμε» τον κρατικό κορβανά ωσάν να ήταν οι τσέπες μας κι έχουν γεμίσει
καβούρια. Την ίδια στιγμή εκατομμύρια «καταπίνονται» από άπατα πηγάδια όπως
αυτό της Άμυνας, με τους εμπόρους- κατασκευαστές όπλων να θησαυρίζουν,
τονωτικές ενέσεις- επενδύσεις δεκάδων εκατομμυρίων γίνονται χωρίς κανείς να
ενοχλείται. Πόσα άραγε επενδύει –και καλά κάνει- το Κράτος στους τομείς της
Παιδείας, της Υγείας, των Συγκοινωνιών; Γιατί αυτά θεωρούνται απαραίτητα κι ένα
σοβαρό έργο πολιτιστικής υποδομής να είναι περιττή πολυτέλεια;




