Σελίδες

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

Ας μείνουμε με τον παίδαρο

Ποτέ δεν μπορεί να είναι περιττό ένα καίριο έργο υποδομής, ειδικότερα σ’ έναν τόπο που δεν έχει ΚΑΝΕΝΑ.


Μέγαρο σημαίνει «μεγάλο, επιβλητικό και πολυτελές οικοδόμημα», που είναι χρήσιμο ως κατοικία αλλά κυρίως ως δημόσιο κατάστημα. Είναι κατανοητή η πρόθεση των εμπνευστών του όρου «Μέγαρο Πολιτισμού» να προσδώσουν κύρος στο οικοδόμημα, στο όλο έργο και τη σημασία του, αλλά αρχίζει να φαίνεται ότι τελικά ίσως να είναι ο όρος «Μέγαρο» που ενοχλεί και εξαγριώνει τους πολέμιους του έργου κι όχι η ουσία του.

 Μπορεί αν ονομαστεί «σπίτι», «οίκος», «κέντρο», «αίθουσα», ή ακόμη καλύτερα «καλύβα», «τρώγλη», «τρύπα», να απαλλαγεί από το βάρος του όρου που αποπνέει έπαρση και να καταστεί ταπεινό ή μίζερο σαν και του λόγου μας, να μην μας πειράζει και τόσο.Ακούει λοιπόν ο άλλος «Μέγαρο» και το μυαλό του πάει στο Μέγαρο του Λαμπράκη, στην… σνομπ Ρίτα Σακελλαρίου, ή σε πιο καρικατουρίστικες καταστάσεις, σ’ ένα κλειστό κλαμπ για ψηλοτάκουνα και καθωσπρέπει κυράτσες με γούνες, για κύριους με σμόκιν, πούρο και λιμουζίνα, για κάθε λογής ψώνια, αρχοντοχωριάτες και μεγαλομανείς. Από την άλλη, υπάρχει κόσμος που συνδέει το έργο με τους εμπλεκόμενους, αυτούς στους οποίους ανατέθηκε η προώθηση του έργου. Και, στο τέλος, η γενική εικόνα που συντίθεται στο μυαλουδάκι είναι αυτή μιας περιττής πολυτέλειας που στόχο έχει να κατασπαταλήσει τα ωραία μας δημόσια χρήματα.

Το έργο αυτό όμως δεν είναι του Κίκη και του Τάσου, ανήκει σε όλους. Και δεν θα είναι ένας ναός κοσμικών συγκεντρώσεων και ξεκατινιάσματος, αλλά ένας διαχρονικός φορέας και παραγωγός πολιτισμού, σημείο αναφοράς για κοινωνική συνάθροιση και καλλιτεχνική δραστηριότητα. Συμφωνώ, πώς για ένα έργο αρκούν «δυο σανίδια κι ένα πάθος» και πως είναι η γενικότερη πολιτιστική πολιτική που υστερεί και χρειάζεται σοβαρή αναθεώρηση φιλοσοφίας και προσέγγισης, αλλά ποτέ δεν μπορεί να είναι περιττό ένα καίριο έργο υποδομής, ειδικότερα σ’ έναν τόπο που δεν έχει ΚΑΝΕΝΑ.

Φλερτάροντας, λοιπόν, σοβαρά με τον κίνδυνο να με «ταμπελώσουν» κι εμένα και ν’ αναπτύξουν γύρω από το όνομά μου καμιά από τις γνωστές θεωρίες συνωμοσίας που θέλουν ονόματα να φιγουράρουν σε pay list θα αποτολμήσω, μιας και έχουμε δημοκρατία, να διατυπώσω το εξής: τα 20-30 ή και 40 εκατομμύρια που θα επενδυθούν για ένα έργο που θα αλλάξει τη ζωή μας είναι ΨΙΧΟΥΛΑ.

Τη στιγμή που τα εκατομμύρια πέφτουν γύρω μας βροχή, όταν πρόκειται για τον πολιτισμό τσιγκουνευόμαστε και με την πρώτη ψιχάλα ανοίγουμε διάπλατα την ομπρέλα, διότι «πονάμε» τον κρατικό κορβανά ωσάν να ήταν οι τσέπες μας κι έχουν γεμίσει καβούρια. Την ίδια στιγμή εκατομμύρια «καταπίνονται» από άπατα πηγάδια όπως αυτό της Άμυνας, με τους εμπόρους- κατασκευαστές όπλων να θησαυρίζουν, τονωτικές ενέσεις- επενδύσεις δεκάδων εκατομμυρίων γίνονται χωρίς κανείς να ενοχλείται. Πόσα άραγε επενδύει –και καλά κάνει- το Κράτος στους τομείς της Παιδείας, της Υγείας, των Συγκοινωνιών; Γιατί αυτά θεωρούνται απαραίτητα κι ένα σοβαρό έργο πολιτιστικής υποδομής να είναι περιττή πολυτέλεια;

Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

Το άδειο πλατύγυρο

Δεν έφυγε πικραμένος. Πάντοτε ήταν. Πικραμένος γι’ αυτά που κρύβονται και διψασμένος να τα ξεσκεπάσει.

 Όχι. Ουδείς νεκρός δεδικαίωται. Κι ίδιος θα ήταν ο πρώτος που θα λοιδορούσε οποιονδήποτε τολμούσε να παρουσιάσει κάποιου είδους «αγιογραφία» περί των έργων και ημερών του. Εντούτοις, θα λείψει σε πολύ κόσμο, με τα καλά και με τα στραβά και τα ολισθήματά του. Ακόμη και απ’ αυτούς που θεωρούσε καλούς φίλους και στη συνέχεια τους έπιανε στο στόμα του κι έβγαζε στη φόρα τα κουσούρια τους. Κι ήταν να μη σε πιάσει ένας Ρασούλης στο στόμα του.

Δεν έκατσε ποτέ στ’ αυγά του και δεν έζησε στη γυάλα. Είχε τη σπάνια ικανότητα να βλέπει πράγματα πίσω από τη σκούρη κουρτίνα της πραγματικότητας. Δεν έφυγε πικραμένος. Πάντοτε ήταν. Πικραμένος γι’ αυτά που κρύβονται και διψασμένος να τα ξεσκεπάσει. Άφησε άδειο το μαύρο πλατύγυρο «πλήρης ιδεών», όπως ήθελε, χάρη σ’ αυτή τη δίψα. Κι ας έφυγε ελλιπής ημερών.

Κι ας τον έκανε τσακωτό ο Θάνατος μόνο –φαινομενικά-  και αβοήθητο. Φαινομενικά, γιατί μόνος δεν ήταν ποτέ. Πλάσαρε μόνο τη χαρακτηριστική φυσιογνωμία του μοναχικού με τα λευκά γένια και τ’ αυγουλωτά μάτια. Η σκέψη και η έγνοια των απλών ανθρώπων ήταν πάντοτε μαζί του και τον ζέσταινε.

Αυτό που τον πλήγωνε περισσότερο ήταν και μεγαλύτερη πληγή της σύγχρονης Ελλάδας, η πνευματική παρακμή και η πολιτιστική της στειρότητα. Αυτή είναι που προηγήθηκε και επέφερε και την άλλη κατάντια, την οικονομική.

Για την κατάντια της Ελλάδας, τα ‘λεγε και τα ‘γραφε χρόνια πριν και τώρα οι διαπιστώσεις του φαντάζουν σαν αντριχιαστικες προφητείες («Ρασούλη» στα αραβικά σημαίνει «προφήτης», όπως επισήμαινε): «Η Ελλάδα δεν παρέχει πια κανένα υλικό, κανένα κραδασμό που να πάρει ο δημιουργός και να πλάσει» γράφει στο βιβλίο «Εδώ είναι του Ρασούλη». «Επομένως νοώ πως η Ελλάδα, ένα μικρό έθνος μέσα στο πουθενά της παγκοσμιοποίησης, αυτοκαταργείται και βγάζει τα προικιά της στα γιουσουρούμ του διεθνούς πάρε-δώσε που κι αυτό περνά βαθιά κρίση. Μεταλλάσσει το είναι της νομίζοντας ότι έτσι θα επιβιώσει. Βεβαίως η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει κ.λπ. όμως όλοι παραδέχονται ότι ζούμε πια στις moneyland: το χρήμα κυβερνά, δεν έχει σύνορα και πατρίδα κι ως εκ τούτου τρέχα γύρευε.»

Φώναζε ότι «η θηριώδης νεοπλουτίλα και νομενκλατούρα των κυβερνώντων οδήγησε το όλο πράγμα στον γκρεμό.»

Δεν διεκδίκησε θώκους και χρήσματα. Τα έβαλε με τους πάντες, δε συμβιβάστηκε και πονούσε βλέποντας πώς καταντά το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι. Μιλούσε για τη «δικτατορία της δισκογραφίας επί των ψυχών» που «επέβαλε ένα στάτους εμφιάλωσης του τραγουδιού προς όφελος του ναρκισσισμού των τραγουδιστών και των παραγωγίσκων».

Και η άποψή του για το τραγούδι ήταν σταράτη: «Το τραγούδι δεν είναι κωλοσφούγκι των εξουσιών. Το τραγούδι είναι σαν το λουλούδι. Δεν ζητά εξουσία. Ζητά να ενώσει τις ψυχές, διότι ‘Εν το παν’».


Αρκούσε να τον γνωρίσεις μια φορά και θα τον ένιωθες φίλο για πάντα τον Ρασούλη. Και κατά βάθος παρακάλαγες να σε πιάσει κάποτε στο στόμα του…


Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

Κατεβάστε το χειρόφρενο

Βεβαίως και Πολιτισμός δεν σημαίνει (μόνο) κτήρια, αίθουσες, βιτρίνες και κονδύλια, αυτά είναι όμως κάποιες βασικές προϋποθέσεις, για την ανάπτυξή του, κάτι σαν τη γλάστρα που φιλοξενεί το άνθος που περιμένουμε να θάλλει.

                                       Cai Guo-Qiang: "Move Along, Nothing to See Here" (2006).

Ραντισμένη με την εύκολη και βολική δικαιολογία της «οικονομικής κρίσης», σάμπως και προηγουμένως ζούσαμε όλοι θαμπωμένοι μέσα σε μια δημιουργική πανδαισία, η πολιτιστική μας πραγματικότητα συνεχίζει, με σηκωμένο χειρόφρενο, την αέναη ανηφορική της πορεία προς το πουθενά. Στο νησί αυτό, το οποίο οι συμπαθείς κάτοικοί του αντιμετωπίζουν ως τον Ομφαλό της Γης, το τελευταίο σοβαρό έργο πολιτιστικής υποδομής πρέπει να ήρθε εις πέρας πριν από τον Χριστό. Πολλοί από αυτούς τους κατοίκους εξακολουθούν, ωστόσο, να κοιτάζουν στα δόντια όποιον γάιδαρο τους χαρίζουν, να κοιτάζουν με μισό μάτι κάθε προοδευτική πρόταση έχει σχέση με την πολιτιστική μας ζωή, ενώ όταν μετά κόπων και βασάνων γίνεται κάποιο στοιχειώδες και αυτονόητο βηματάκι, νομίζουν ότι διαβήκανε τον Ρουβίκωνα.

Κι ενώ, οι πιο ρομαντικοί, μετράνε τις μέρες για να δρασκελίσουν την πλατεία του νέου Κρατικού Θεάτρου -180 και σήμερα- για να απολαύσουν την πρώτη πρεμιέρα και να αποθεώσουν την Ντενίση και τη Δουκάκη, κάποιοι άλλοι παρακολουθούν με απάθεια τα τρένα να περνούν και τον Πολιτισμό να βρίσκεται μονίμως στην τελευταία σειρά κάθε πολιτικής ατζέντας, στα Υπουργεία Οικονομικών, Παιδείας και Παλιμπαιδισμού, Συγκοινωνιών και Οδικών Έργων. Καλή και χρήσιμη η ιδιωτική πρωτοβουλία, αλλά κι αυτή ακόμη θα έπρεπε να της δίνουμε επιπλέον κίνητρο κι όχι να κάνουμε τον κάθε ενδιαφερόμενο να αισθάνεται ότι επωμίζεται ένα ασήκωτο ηθικό βάρος.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, αποκλείεται να υπάρχει άλλη χώρα στο βόρειο ημισφαίριο χωρίς κτήρια αναφοράς για την Κρατική Βιβλιοθήκη, το Αρχαιολογικό Μουσείο, την Κρατική Πινακοθήκη. Που να ντρέπεσαι να τα δείξεις στους ξένους επισκέπτες. Μια χώρα μικρή μεν, αλλά με τόσο πλούσια Ιστορία, παραμένει αγκυλωμένη σε σύνδρομα στειρότητας και βρίθει από κλαψιάρηδες κροκόδειλους, που βρίσκουν αβρόχοις ποσί ελαφρυντικά στην οικονομική της δυσπραγία και την ιστορική της κακοριζικιά. 

Η τσέπη μας να μην ελαφρύνει, η ελληνικότητά μας μην αμφισβητηθεί και γαία πυρί μειχθήτω.

Βεβαίως και Πολιτισμός δεν σημαίνει (μόνο) κτήρια, αίθουσες, βιτρίνες και κονδύλια, αυτά είναι όμως κάποιες βασικές προϋποθέσεις, για την ανάπτυξή του, κάτι σαν τη γλάστρα που φιλοξενεί το άνθος που περιμένουμε να θάλλει. Στην προκειμένη περίπτωση το άνθος αυτό δεν έχει ούτε χώμα, ενώ ποτίζεται μόνο με υποσχέσεις, κυρίως όταν πλησιάζουν οι εκλογές. Έργο πολιτιστικής υποδομής δε σημαίνει τούβλα, λάσπη και φτιασίδια, αλλά εν δυνάμει φορέας και παραγωγός πολιτισμού, σημείο αναφοράς για κοινωνική συνάθροιση και καλλιτεχνική δραστηριότητα. 

Πότε επιτέλους θα έρθει η ευλογημένη ώρα να κατεβάσουμε το χειρόφρενο; 

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

Στην εποχή του υπαρκτού καρναβαλισμού

Σήμερα, ο κυνισμός είναι η δεσπόζουσα ιδεολογία, γιατί κανείς κατά βάθος δεν μπορεί να πάρει στα σοβαρά οποιαδήποτε ιδεολογική ή ιδεολογικοφανή πρόταση.

Σε μια εποχή όπου όποιος ψελλίσει τη λέξη «ιδεολογία» λογίζεται από ρομαντικός μέχρι επικίνδυνος, όποτε προκύπτουν σοβαρά κοινωνικά ζόρια ή –ακόμη περισσότερο- όποτε ακούμε τη λέξη «εκλογές», σχεδόν παβλοφικά οι αντιστάσεις μας χαλαρώνουν και είμαστε πρόθυμοι να ακούσουμε και να καταπιούμε την κάθε κοινότυπη, επικοινωνιολογικά αποστειρωμένη μπαρούφα που θα μας τσαμπουνήσουν.

Μην πάτε μακριά. Σ’ ένα νησί κάπου στην ανατολική Μεσόγειο το εκλογικό κλίμα ανταγωνίζεται επάξια σε ρυθμό, κέφι και σοβαρότητα το κλίμα της Αποκριάς και φυσικά απαιτεί τη συμμετοχή όλων μας. Ναι, και τη δική σου! Έχουμε πολλά ακόμη να πάρουμε, τα οποία δεν θέλουμε, από αυτούς που δεν τα έχουν.

Αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι ζούμε στην εποχή που βασιλεύει ο κυνισμός, η άγνοια και η αδιαφορία. Και ποιο απ’ αυτά είναι χειρότερο; Ούτε ξέρω, ούτε με νοιάζει... Σήμερα, ο κυνισμός είναι η δεσπόζουσα ιδεολογία, γιατί κανείς κατά βάθος δεν μπορεί να πάρει στα σοβαρά οποιαδήποτε ιδεολογική ή ιδεολογικοφανή πρόταση. Αυτή η κυνική αποστασιοποίηση, βέβαια, που συνδέεται με την άγνοια και την αδιαφορία, είναι σαν μια εθελούσια τύφλωση, καθώς το γεγονός ότι δεν παίρνουμε τα πράγματα στα σοβαρά, δεν συνεπάγεται, δυστυχώς, ότι δεν συμβαίνουν, ότι δεν εξακολουθούμε να συμμετέχουμε σ’ αυτά, να τα κάνουμε και να τα λουζόμαστε. 

Και το γεγονός ότι πολλοί από εμάς συνειδητά επιλέγουμε να φοράμε αποκριάτικες ιδεολογικές μάσκες, ενώ κατά βάθος γνωρίζουμε ότι πόρρω απέχουν από την κοινωνική πραγματικότητα, συνιστά απόδειξη της κυριαρχίας του κυνισμού. 

Ο Γερμανός φιλόσοφος Πέτερ Σλότερνταϊκ, που μεταξύ άλλων έχει γράψει το μπεστ σέλλερ «Κριτική του κυνικού Λόγου» (δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά) επισημαίνει ότι ο κυνικός Λόγος δεν είναι πλέον αφελής, αλλά ένα παράδοξο «πεφωτισμένης ψευδούς συνείδησης». Με άλλα λόγια, είναι με επίγνωση που καταπίνουμε αμάσητο το ψεύδος και μάλιστα το ηθικοποιούμε, ανηθικοποιώντας παράλληλα την αλήθεια, μαζί με την εντιμότητα. Ο Σλότερνταϊκ αναφέρθηκε στην τυποποίηση και ομοιομορφοποίηση γεγονότων και πραγματικοτήτων από –ποιον άλλον;- τα ΜΜΕ με αποτέλεσμα ο κόσμος απλώς να παρακολουθεί χωρίς να απορρίπτει ή να αποδέχεται, ανεξάρτητα από το πόσο αφορούν τον καθένα ή σε ποια απόσταση από τον καναπέ του συμβαίνουν.

Το ψέμα πλέον απαιτεί να βιώνεται ως αλήθεια. Και μια μεγάλη ομάδα που μαζικά το βιώνει αποθεώνοντας τους εκφραστές του, δεν απέχει στην πραγματικότητα πολύ από τους καρναβαλιστές που αποθεώνουν άρματα και καρναβαλάρχες. Οι φορείς της εξουσίας, βέβαια, γνωρίζουν ακόμη καλύτερα από εμάς τους συνειδητοποιημένους καρναβαλιστές ότι είναι αδύνατον να τους πάρουμε στα σοβαρά –και δεν τους ενδιαφέρει. Προέχει η διατήρηση της εξουσίας, ή η συμμετοχή σ’ αυτήν.