Aν γύριζε ο χρόνος πίσω, πάλι τα ίδια θα κάναμε.

Θα τις
πληρώσουμε πανάκριβα όλες τις προδοσίες μας, μικρές και καθημερινές, μεγάλες
και σπάνιες. Θα τις βρούμε μπροστά μας. Όλα όσα σημαντικά ή ασήμαντα κλέψαμε,
όσα ξεπουλήσαμε, όσα δεν υποστηρίξαμε αρκετά, για όσα δεν αναλάβαμε τις ευθύνες
μας, δεν ήμασταν συνεπείς, για όσα αδιαφορήσαμε, σηκώσαμε τους ώμους ή κάναμε
τα στραβά μάτια. Όσα κρύψαμε κάτω από το χαλί –πόσα να χωρέσει κι αυτό; Όλα.
Ακόμη κι
εκείνη τη λυπητερή ώρα που θα έρθει ο λογαριασμός, όμως, θα χαμογελούμε πικρά
και νοσταλγικά, χωρίς ίχνος μετάνοιας, στολίζοντας με ελαφρυντικά τον εαυτό
μας: αν γύριζε ο χρόνος πίσω, πάλι τα ίδια θα κάναμε. Το πρόβλημα όμως είναι
ότι δεν γυρίζει πίσω και το μόνο πράγμα που πραγματικά μετανιώνουμε είναι η
διαχείριση του χαμένου χρόνου.
Είναι δύσκολο
και χρονοβόρο να ξεκινήσεις ένα κείμενο από εντελώς μηδενική βάση, χωρίς θέμα
και αφήνοντας λέξεις και σκέψεις να σε οδηγούν μέσα σε ένα νοητικό λαβύρινθο.
Το στοίχημα να βρεις κάπου, κάποτε την έξοδο δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα
το πετύχεις και κινδυνεύεις να εκτεθείς στα μάτια του αναγνώστη, ακόμη και του
ίδιου σου του εαυτού, αφού αργά ή γρήγορα ανατρέχεις αυτάρεσκα σε παλιότερα
κείμενα.
Στο θρυλικό
«Αναζητώντας το χαμένο χρόνο» ο Προυστ έβαζε τον αφηγητή του να αναβάλλει
συνεχώς την εκπλήρωση του πόθου του να γίνει συγγραφέας, καθώς αναζητούσε το
θέμα του βιβλίου, μέχρι που αυτό προέκυψε από μόνο του από τις αναμνήσεις που συνθέτουν
την αφήγηση. Με την ολοκλήρωση του κειμένου, τζακ ποτ! Ο χαμένος χρόνος
ξανακερδίζεται.
Έχω αισίως
εισέλθει στην πέμπτη παράγραφο αυτού του άρθρου κι αφού έφτασες ως εδώ -ω,
αναγνώστη- πάει να πει πως όλο και κάτι ενδιαφέρον θα βρήκες στη συλλογιστική
μου, ή έστω είσαι περίεργος για το πού το πάω. Ε, λοιπόν «το πάω» στο τέλος του
κειμένου. Άλλη μια προδοτική διεκπεραίωση, που πόρρω απέχει απ’ αυτά που
πραγματικά ήθελα να γράψω, απ’ αυτά που θα μπορούσα κι αυτά που απέφυγα.
Συνθέσεις,
σύνολα λέξεων, το ένα πίσω από το άλλο που γυρεύουν έναν θεματικό άξονα, κάποιο
υποτυπώδες νόημα να επιβιώσουν στην άπειρη δεξαμενή του γραπτού λόγου. Scripta manent. Για μια μέρα έστω αυτός ο ειρμός θα
έχει την τιμητική του και θα σκάσει σαν πυροτέχνημα για μερικά δευτερόλεπτα στο
μυαλό σου -ω, αναγνώστη- πριν περάσει για πάντα στη λήθη της ανυπαρξίας.
«Σαν πρόκες
πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις/ Nα μην τις παίρνει ο άνεμος» έγραφε ο Μανόλης
Αναγνωστάκης στην «Ποιητική» του. Κι εγώ, αφού πρόδωσα για άλλη μια φορά την
Ποίηση, άφησα τις λέξεις στο έλεος των στοιχείων της φύσης. Θα σκορπίσουν. Και
όταν τις ξανασυναντήσω θα χωθούν στο δέρμα μου σαν δηλητηριώδη αγκάθια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου