Λεφτά καλό είναι να υπάρχουν, αλλά πάνω απ’ όλα
χρειάζεται να επέλθει η φώτιση στην αραχνιασμένη νοοτροπία μιας ολόκληρης
κοινωνίας, κουρασμένης και κορεσμένης, καταδικασμένης να χορεύει άγαρμπα σαν
την αρκούδα, στους ρυθμούς που ορίζει το ντέφι μερικών επιτήδειων μετρίων.
Διάγουμε την περίοδο που
οι Αμερικανοί αρέσκονται ν’ αποκαλούν και «slow news season», ενώ ουκ ολίγοι από τους Ευρωπαίους εταίρους μας ονόμασαν
«εποχή του αγγουριού». Αυτή ντε που οι μύγες είναι παχιές και δεν υπάρχουν
ειδήσεις.
Εκτός, βέβαια, αν ζεις στην Κύπρο, τη χώρα όπου δεν πλήττεις ποτέ και
ειδικά τον Αύγουστο οι ειδήσεις είναι συχνά πολλές και καυτές. Για καλή μας
τύχη (;), ωστόσο, βγάζουμε τον φετινό Αύγουστο με μια σχετική βαριεστημάρα και
πλήξη, τα πάντα μοιάζουν να υπολειτουργούν (όχι ότι τον υπόλοιπο χρόνο
υπερλειτουργούν) και καθώς σιγά- σιγά οδεύουμε προς το τέλος του μήνα το κλίμα
που επικρατεί μοιάζει περισσότερο με την ηρεμία πριν την καταιγίδα.
Το φθινόπωρο, μαζί με τα
φύλλα, θα πέσουν ανέμελα στο αφιλόξενο έδαφος οι σάπιες προσδοκίες, οι ελπίδες
και οι αυταπάτες, αυτές που μας καθιστούν ελεύθερους μα –δικαίως- φοβισμένους.
Ο ζωή είναι γεμάτη με ανατροπές η αφιλότιμη και καθώς μας περιμένουν
μαζεμένες, εμείς θα πρέπει να είμαστε πάλι έτοιμοι να τις δεχτούμε με σκυμμένο
το κεφάλι.
Ακόμη λιγότερες και
αδιάφορες είναι οι ειδήσεις που αφορούν τον Πολιτισμό. Έρχονται με το
σταγονόμετρο, τις κυνηγούμε με το ντουφέκι. Και περιμένουμε με ενδιαφέρον το
σχετικό φόρτο που χαρακτηρίζει την πολιτιστική δραστηριότητα τις πρώτες
εβδομάδες του φθινοπώρου, ν’ ανοίξει λίγο το ματάκι μας, να παραμυθιαστούμε ότι
κάτι κινείται επιτέλους, με τον ζόφο της κρίσης να σφίγγει όλο και πιο
ανυπόφορα στην παγερή του αγκαλιά όσα έχουν απομείνει για να λέμε ότι έχουμε κι
εμείς να ασχολούμαστε.
Το τριτοκοσμικό μας
επίπεδο αναφορικά με τα ζητήματα (και) του Πολιτισμού αναδεικνύεται εντονότερα,
καθώς οι οικονομικές αντιξοότητες μοιάζουν να προκύπτουν σαν πολυπόθητο άλλοθι
και δικαιολογία για όσους δεν έχουν όραμα, διάθεση και βούληση. Λεφτά καλό είναι
να υπάρχουν, αλλά πάνω απ’ όλα χρειάζεται να επέλθει η φώτιση στην αραχνιασμένη
νοοτροπία μιας ολόκληρης κοινωνίας, κουρασμένης και κορεσμένης, καταδικασμένης
να χορεύει άγαρμπα σαν την αρκούδα, στους ρυθμούς που ορίζει το ντέφι μερικών
επιτήδειων μετρίων.
Η πολιτιστική και
πνευματική νέκρα του Αυγούστου, έχει πάψει να μας ενοχλεί όχι γιατί τέτοιες
μέρες έχουμε το μυαλό μας μόνο στο αραλίκι και το χαλάρωμα (χρειάζεται κι
αυτό), αλλά γιατί συνηθίσαμε σ’ αυτή. Είναι λες και η δράση του υπόλοιπου
χρόνου κατάντησε μια αγγαρεία, που φοράμε υποχρεωτικά σαν μπαλωμένο ρούχο για
να μη μείνουμε και εντελώς γυμνοί στις ψυχικές και πνευματικές θύελλες που
μαίνονται στ’ ανοιχτά.
Το πνευματικό σοκ που
ευαγγελίζονταν οι ορώντες τη «θετική πλευρά» της κρίσης, αυτό που θα μας τίναζε
από τη βολική μας αδράνεια και θα μας έβγαζε από το διανοητικό λήθαργο και την
ηθική μας νάρκη, φαίνεται ότι δεν είχε τα ποθούμενα αποτελέσματα. Διατηρούμε
απαράλλαχτες τις προτεραιότητές μας, αφήνουμε την ψυχή και το μυαλό μας
διψασμένα και επιλέγουμε να επιδιώκουμε να κορέσουμε το στομάχι και τον πισινό
μας.
Έγνοια μας είναι να γυαλίσουμε τη βιτρίνα και να πλασάρουμε τη
ρετουσαρισμένη εικόνα του εαυτού μας, καθώς απομακρυνόμαστε ολοένα και
περισσότερο από την ουσία. Κι επιμένουμε μηχανικά να προσδοκούμε ότι θα βρούμε
τη δύναμη να διατηρήσουμε με νύχια και με δόντια την απεχθή κληρονομική μας
πραγματικότητα, όπως θα έλεγε και η Κική Δημουλά.
Να τη διατηρήσουμε, γιατί
έτσι μάθαμε κι έτσι συνηθίσαμε, κι αν είναι δυνατόν να βγούμε από αυτή τη δίνη
στεγνοί και αλώβητοι για να μπορούμε να εκφράσουμε και πάλι, πειθήνια, τα σέβη
μας σ’ εκείνη τη λιπαρή ρουτίνα.
