Αν θέλουμε να προσωποιήσουμε τον πόλεμο, ας
κοιτάξουμε στον καθρέφτη.
Θα εισηγούμουν σε όσους λαδώνουν το καριοφίλι κι επιθεωρούν τα φουσέκια τους, να κάνουν λίγη υπομονή ακόμη. Είμαστε σε καλό δρόμο, αλλά δεν έχουν ωριμάσει ακόμη οι συνθήκες για τη γενικευμένη σύρραξη που φαντασιώνονται. Τη φαντασιώνονται, βέβαια, εν καιρώ ειρήνης κι από την ασφάλεια του καναπέ τους. Με την προοπτική να δουν τους προαιώνιους οχτρούς να καταστρέφονται και να γίνουν ξανά δικά μας -δικαιώνοντας τις προφητείες- αυτά που χάσαμε. Κι ακόμη περισσότερα.
Πώς να ελπίζουμε για τον Πολιτισμό τώρα που
ο Αναστασιάδης δεν ενδιαφέρεται να επανεκλεγεί και μόνο του κίνητρο είναι η
υστεροφημία του;
Κώστας Χαμπιαούρης, λοιπόν. Από την πρώτη στιγμή το όνομα ακούστηκε δυσοίωνο στ’ αφτιά μου. Όχι επειδή είναι κακόηχο, αλλά επειδή είμαι προκατειλημμένος. Ορίστε, λοιπόν, το παραδέχομαι. Από την πρώτη μέρα το έκρινα χαρακτηριστικό των προθέσεων της κυβέρνησης για τον Πολιτισμό. Κι άρχισα να τραβάω τα μαλλιά μου. Θα εισηγούμουν σε όσους συμμερίζονται τις αγωνίες μου για τον πολύπαθο τομέα να πράξουν το ίδιο.
Όλοι μαζί αδελφωμένοι, ένας ροζ πολτός με
αλεσμένο κρέας, προορισμένος να γίνει εύπεπτο λουκάνικο να μας δηλητηριάσει.
Αγαπητέ Χ.,
Δεν σου γράφω από τη φυλακή, αλλά τι σημασία έχει; Λίγο πολύ παντού το ίδιο είναι, όπως θα ‘λεγε κι ο Χρόνης Μίσσιος: φυλακή, τρελάδικο, κόμμα, κοινωνία. Ούτε μέσα μας δεν μπορούμε να είμαστε πια. Δεν είμαστε παρά φωνακλάδες αριθμοί, μπλεγμένοι σαν πουλιά στα δίχτυα μια απρόσωπης στατιστικής. Πνιγόμαστε σε μια ταραγμένη θάλασσα εγωκεντρισμού, ρουφηγμένοι μαζικά από τον καπιταληστρικό Καιάδα, μηχανικά αμήχανοι μπροστά στο δέος της πραγματικής ζωής.
Ο εθνικισμός δεν είναι παροδική μόδα. Δεν έπαψε ποτέ να βρίσκει πρόσφορο έδαφος στην κυπριακή κοινωνία.
Το Μάιο του 2012, όταν οι συμμορίτες της Χρυσής Αυγής πρωτομαγάριζαν με τα μισανθρωπικά τους τσαρούχια το δάπεδο του ελληνικού κοινοβουλίου, σημείωνα απ’ αυτήν εδώ τη στήλη ότι στην Κύπρο δεν πρέπει να βγάζουμε την ουρά μας απ’ έξω, διότι οι εκφραστές του ακραίου εθνικισμού λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία και ισχύει το «γιορτή δική τους, παραμονή δική μας». Δεν διεκδικώ ούτε μασάω, βέβαια, δάφνες μάντη. Δεν χρειάζεται κανείς ιδιαίτερα σφυρηλατημένο πολιτικό ένστικτο για να σημειώνει το αυτονόητο.