Σελίδες

Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Το αδιέξοδο της δημοκρατίας

Όχι μόνο υπάρχουν αδιέξοδα στη δημοκρατία –ή σ' αυτό που σήμερα έχουμε το θράσος να αποκαλούμε έτσι -αλλά το ίδιο το πολίτευμα έχει καταντήσει ένα Αδιέξοδο.


H δημοκρατία, έστω και με τον τρόπο που λειτούργησε στην Αρχαία Αθήνα, δηλαδή ως κλειστό κλαμπ για βέρους Αθηναίους, άρχισε να «μπάζει νερά» ως πολίτευμα μερικά μόλις χρόνια μετά τη «χρυσή εποχή» της, επί Περικλή. Αυτή την περίοδο ακμής των περίπου δύο δεκαετίων δεν την ματαείδε ο κόσμος. Εκτός, φυσικά, αν θεωρείτε «αποθέωση του δημοκρατικού πολιτεύματος» αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, στη βρικολακιασμένη πολιτική μας ζωή. 

Ήταν άσχημη λέξη από τότε η δημοκρατία, καθώς εμπεριείχε τη λέξη «κράτος» και μάλιστα πολλοί θεωρούν ότι ονόμασαν έτσι αυτό το πολίτευμα οι δυσφημιστές του, αντί για τον όρο π.χ. «δημαρχία» από το πιο… σοφτ «άρχω», δηλαδή κυβερνώ, καθοδηγώ. Αυτή η διαχρονική συκοφαντία μας έμεινε αμανάτι δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα και τη λουζόμαστε καθημερινά σ’ όλες τις εκφάνσεις της, κυρίως όμως ως ένα κωμικό γαϊτανάκι από φτηνά υποτραπέζια παιχνιδάκια, λαϊκίστικες αρλούμπες, διαγωνισμούς καρεκλολαγνείας, πασαλειμμένο και μ’ ένα ξύλινο λόγο που προσβάλει την ελληνική γλώσσα, μαζί με τη νοημοσύνη μας.

Τα κουσούρια της δημοκρατίας φάνηκαν από τότε, σχεδόν αμέσως, αφού η ανάπτυξη και η εδραίωσή της σύντομα άρχισε να λιμνάζει, ενώ η φιλολαϊκή φιλοσοφία της ερχόταν συχνά σε αντίφαση και αντίθεση με την έκφραση της εξουσίας, καθιστούσαν το κράτος πιο ευάλωτο, με συνέπειες ακόμη και για τον κοινωνικό ιστό.

Μετά από ένα μικρό διάλειμμα… 23 σκοτεινών αιώνων οι αρχές της δημοκρατίας επανήλθαν, ουσιαστικά με τη Γαλλική Επανάσταση. Σήμερα οι ολιγάρχες δημαγωγοί κρατούν τα ηνία της εξουσίας φορώντας ένα κακοφτιαγμένο προσωπείο που αποκαλούν «δημοκρατία», επικαλούμενοι μια ολιγόχρονη ουτοπία, που ουσιαστικά ποτέ δεν λειτούργησε. Γιατί αν λειτουργούσε, οι όμοιοί τους θα ήταν οι πρώτοι που θα είχε αποβάλλει. Η λέξη, η έννοια, έχει χάσει το νόημά της.

Επομένως, όχι μόνο υπάρχουν αδιέξοδα στη δημοκρατία – ή σ' αυτό που σήμερα έχουμε το θράσος να αποκαλούμε έτσι -αλλά το ίδιο το πολίτευμα έχει καταντήσει ένα Αδιέξοδο. Δεν προπαγανδίζω υπέρ κάποιου άλλου από τα πολιτεύματα που λυμαίνονταν και αιματοκυλούσαν την ανθρωπότητα για χιλιάδες χρόνια, απλώς επισημαίνω ότι η εφαρμογή του υπάρχοντος πολιτεύματος είναι μια φενάκη, μια διαχρονική απάτη, μια κωμικοτραγική παραλλαγή. Ο κόσμος μας δεν είναι σε καλά χέρια, οι κουμανταδόροι μας, ο «καθρέφτης» μας, αυτοί τους οποίους ορίσαμε με την ψήφο μας να κάνουν τη βρώμικη δουλειά, τη «λάντζα» της εξουσίας, μας επιστρέφουν τη χλεύη με την ανεπάρκειά τους.

«Δύο είναι οι εχθροί της Πολιτικής και του Πολιτισμού: ο ελιτισμός και ο λαϊκισμός» έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις. Κι εφόσον πλέον ο πρώτος δεν έχει πέραση, ειδικότερα στην εποχή που οι τσέπες- όχι οι καρδιές- των πολλών αδειάζουν, είμαστε καταδικασμένοι να υπομένουμε τον δεύτερο και τον πομπώδη «δημοκρατικό» του μανδύα. 

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

Ο βήχας και η αδιαφορία δεν κρύβονται

Η κοινωνία μας έχει άλλες προτεραιότητες και ξέρουμε καλά τι θα τα κάνουμε τα λεφτά μας: οτιδήποτε προκειμένου να τα αυγατώσουμε, προσθέτοντας μερικές πινελιές επίπλαστης ευημερίας.
 

Δεν περνούν τα δευτερόλεπτα να ολοκληρωθεί, επιτέλους, το πανηγύρι της δημοκρατίας, να τους υποστούμε ακόμη για μερικές ώρες να μεγαλαυχούν –όλοι- για τη «μεγάλη νίκη» τους, να ευγνωμονούν τους ψηφοφόρους τους, αλλά και το σύνολο του εκλογικού σώματος –μιας χρήσεως- «που δεν υπέπεσε στην ύβρη της αποχής».

Από αύριο τα κεφάλια μέσα, οι εκλεγμένοι θα τρίβονται μόνοι με τις δάφνες τους, μόνοι θα θρηνούν και θα αυτοσπλαχνίζονται κι όσοι δεν βολέψουν τελικά τους επιδέξιους ποπούς τους σε βουλευτικά έδρανα. Η πολυθρύλητη «αλλαγή» θα επέλθει. Αυτό είναι βέβαιο. Αυτή που δεν είναι καθόλου βέβαιη είναι η πρόοδος.

Η βαρετή καθημερινότητά μας θα επιστρέψει για να μας θυμίσει πόσο την έχουμε αναπολήσει και πόσο προτιμούμε την πλήξη από την αερολογία, ενώ η ζωή θα μπει στους λατρεμένους ρουτινιάρικους ρυθμούς της. Η πολυαναμενόμενη «αποκαθήλωση» της οπτικής μόλυνσης, με τις χαρωπές très sick (sic) κοστουμαρισμένες, γραβατωμένες, ή ψευτοανέμελες φιγούρες να μας αδειάζουν τη γωνιά, θα μας ανακουφίσει, θα καλμάρει λιγάκι τα τσιτωμένα νεύρα μας.

Η αμηχανία, το ενδιαφέρον και η απορία θα κρατήσει το πολύ μέχρι αύριο και μετά όλα θα γίνουν ξανά όπως πριν.

Στον τομέα του Πολιτισμού η αγωνία θα είναι μικρότερη από οπουδήποτε αλλού, αφού κανείς δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει ότι αυτή τη φορά, τουλάχιστον, δεν είχε κανείς το ΘΡΑΣΟΣ να τάξει και τίποτε. Ίσα- ίσα, σε μια εποχή που βασιλεύουν η κρίση και οι κροίσοι, οτιδήποτε σχετικό ακούγεται περίπου σαν περιττή πολυτέλεια. Πεταμένα λεφτά.

Η κοινωνία μας έχει άλλες προτεραιότητες και ξέρουμε καλά τι θα τα κάνουμε τα λεφτά μας: οτιδήποτε προκειμένου να τα αυγατώσουμε, προσθέτοντας μερικές πινελιές επίπλαστης ευημερίας. Έτσι κι αλλιώς, στη κοινωνία μας οι ανάγκες μας καθορίζονται και ικανοποιούνται από άχρηστα πράγματα και γεννούν άλλες ανάγκες που καθορίζονται και ικανοποιούνται από άχρηστα πράγματα κ.ο.κ.

Παρακμάζων Πολιτισμός, όμως, συνεπάγεται παρακμάζουσα κοινωνία. Η ελληνική γλώσσα είναι πολύ πλούσια για να είναι τυχαίο το γεγονός ότι η λέξη «Πολιτισμός» περικλείει αμφότερες τις έννοιες που οι κουτόφραγκοι περιγράφουν ως «culture» και «civilisation».

Για εμάς είναι ένα και το αυτό. Είναι όλα τα πνευματικά, υλικά και τεχνικά επιτεύγματα, τα αποτελέσματα των δημιουργικών δυνάμεων «όπως εκφράζεται ιστορικά στους τύπους και στις μορφές οργάνωσης και δράσης της κοινωνίας καθώς και στη δημιουργία (υλικών και πνευματικών) αξιών», οι συνθήκες ζωής όπως διαμορφώθηκαν από την πρόοδο και την εξέλιξη, ο τρόπος ζωής και συμπεριφοράς, η παιδεία, η μόρφωση, η καλλιέργεια.

Αλίμονό μας αν περιμέναμε μόνο την αρωγή της Πολιτείας, ο Πολιτισμός θα ήταν ένας πάμφτωχος συγγενής καταδικασμένος σε μαρασμό. Διόλου παράξενο, αφού από την εποχή του Αριστοτέλη ακόμη θεωρούνταν «μέγιστος εχθρός των εξουσιών». Συνεπώς, τέρμα στην αναμονή, είναι πλέον καθήκον του καθενός να ποτίζει το «δέντρο» και να συμβάλει στην περιποίησή του.




Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Ζήσε Μάη μου να φας μαχαίρι

Με την εγκληματικότητα να οξύνεται, την απάθεια να βασιλεύει και την ανθρωπιά να κουνάει το μαντήλι, ήγγικεν γαρ η βασιλεία της  θυγατρός της Στυγός και του Πάλλαντα.

«Ο αδερφός μου υπηρετεί στη Βαγδάτη, αλλά εγώ ανησυχώ για τη μάνα μου, που ζει στην Αθήνα» μού εκμυστηρεύθηκε πριν λίγες μέρες ένας καλός φίλος. Δεν τον αδικώ. Η κατάσταση έχει ξεφύγει από τον έλεγχο, δυστυχώς, ενώ οι περισσότεροι παρακολουθούμε αμήχανα και μουδιασμένα τα γεγονότα, ψευτοοικτίρωντας με αντιδράσεις κρότου- λάμψης.  

Με τον «οικονομικό πόλεμο» να μαίνεται και να θερίζει κεφάλια, κι ο τελευταίος Έλληνας έχει τους τελευταίους μήνες ενδιατρίψει στην οικονομολογία κι έχει εξαντλήσει όλες τις βάσιμες και αβάσιμες θεωρίες συνωμοσίας. Η κοινωνική «χύτρα», με το καπάκι ερμητικά κλειστό, έχει ήδη αρχίσει να «σφυρίζει» επικίνδυνα και μοιάζει έτοιμη να εκραγεί, ενώ κανείς και τίποτε δεν μοιάζει να μπορεί να παίξει το ρόλο της βαλβίδας εκτόνωσης. 

Το σαθρό σκηνικό που έχει ήδη αρχίσει να καταρρέει θορυβωδώς, διάβρωσαν ανεπανόρωθωτα η ανευθυνότητα, η έλλειψη πρόληψης και οράματος, η ατολμία, η διαφθορά, η απονιά, η ιστορική υποκρισία μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Η δολοφονία του 44χρονου, την Τρίτη, στη διασταύρωση Γ’ Σεπτεμβρίου και Ηπείρου λειτούργησε ως θρυαλλίδα που πυροδότησε τα πύρινα ποτάμια του μίσους, με τα εθνικιστικά στοιχεία, σαν να περιμέναν από καιρό την αφορμή, να εξαπολύουν ρατσιστικά πογκρόμ, μία σου και δέκα μου, απολαμβάνοντας και τις «πλάτες» της κοινής γνώμης που ως έρμαιο διαχρονικά στον κυκεώνα των επιφανειακών πρώτων εντυπώσεων «βλέπει θετικά» μια επιχείρηση-σκούπα στο κέντρο της Αθήνας και βλέπει ως εξιλαστήριο θύμα τους μετανάστες. Δείξε μου τον φταίχτη.

Το μεταναστευτικό είναι αυτή την περίοδο το πιο «καυτό» και ευαίσθητο ζήτημα για όλους τους Ευρωπαίους, με την Άκρα Δεξιά να ακονίζει τα νύχια της και να τρίβει τα χέρια της, βλέποντας τις δυνάμεις της να αυξάνονται. Η συνθήκη για το κλείσιμο της συνθήκης Σένγκεν και την άρση της ελεύθερης διακίνησης να έχει σοβαρέψει, οι Έλληνες την περίοδο αυτή θα ήταν η τελευταίοι που θα έβγαιναν ωφελημένοι από μια τέτοια εξέλιξη.

Με την εγκληματικότητα να οξύνεται, την απάθεια να βασιλεύει και την ανθρωπιά να κουνάει το μαντήλι, ήγγικεν γαρ η βασιλεία της  θυγατρός της Στυγός και του Πάλλαντα. Η Βία, αδελφή του Ζήλου, της Νίκης και του Κράτους –το οποίο στην ελληνική μυθολογία προσωποποιούσε την κάθε μορφής ωμή εξουσία- έχοντας ήδη συμβάλει στο αλυσόδεμα του Προμηθέα, θα ποδοπατήσει και πάλι τον Πολιτισμό και θα εξαπλωθεί σαν γάγγραινα σε όλο τον κοινωνικό ιστό. 

Η συγγενική σχέση Κράτους- Βίας επιβεβαιώνεται με την πρώτη ευκαιρία, με διαδηλωτές να χαροπαλεύουν για ψύλλου πήδημα, από τα «χάδια» της καταστολής. Τα χειρότερα έπονται.


Κυριακή 8 Μαΐου 2011

«Μαχαιροβγάλτης» με το σπαθί του

Ο θρίαμβος του «Μαχαιροβγάλτη» δείχνει ότι μετά τους σινεφίλ και τους σινεκριτικούς, πλέον η σκληρή δουλειά και το όραμα του Γιάννη Οικονομίδη έχει αναγνωριστεί και από το σινάφι των κινηματογραφιστών στην Ελλάδα, σε σημείο να μην μπορούν να κάνουν διαφορετικά από το να τον βραβεύσουν, παρά την αντισυμβατική του φύση και την πεισματική απουσία του από τους «διαδρόμους».

Με τίποτα δεν μπορώ να φανταστώ τον Γιάννη Οικονομίδη με φράκο και παπιγιόν να πατάει με τα λουστρίν πάνω στο κόκκινο χαλί του Kodak Theatre. Αν πάθαινε τέτοιο «κακό», δεν αποκλείεται να έστελνε στο πόδι του τον Πάνο τον Παπαχατζή, όπως συνέβη το βράδι της Τρίτης στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση. Τότε που ο άμοιρος παραγωγός λαχάνιασε να ανεβαίνει κάθε λίγο τις σκάλες για να παραλαμβάνει τα αγαλματάκια για λογαριασμό των συντελεστών: επτά βραβεία ήταν αυτά. 

Κι όχι όποια κι όποια. Και βραβείο καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας και σεναρίου και φωτογραφίας. Επίσης, ήχου, σκηνογραφίας, ήχου, μοντάζ. Ευτυχώς, δηλαδή, που ο Γιάννης δεν βάζει μουσική στις ταινίες του, αλλιώς στους υπόλοιπους θα έμεναν μόνο τα βραβεία ερμηνείας.

Πρόκειται για έναν απλησίαστο –θα το δούμε και τα επόμενα χρόνια- θρίαμβο, ο άνθρωπος «τα πήρε όλα κι έφυγε». Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε ότι η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου ανέδειξε και τον «Μαχαιροβγάλτη» ως καλύτερη ελληνική ταινία της χρονιάς που πέρασε, όπως δηλαδή συνέβη το 2007 με την «Ψυχή στο Στόμα» και το 2003 με το «Σπιρτόκουτο», τότε αναδεικνύεται με «απολυταρχικά» ποσοστά κορυφαία ελληνική ταινία της χρονιάς και οποιαδήποτε αμφισβήτηση αγγίζει τα όρια της εμπάθειας.

Ο θρίαμβος του «Μαχαιροβγάλτη» δείχνει ότι μετά τους σινεφίλ και τους σινεκριτικούς, πλέον η σκληρή δουλειά και το όραμα του Γιάννη Οικονομίδη έχει αναγνωριστεί και από το σινάφι των κινηματογραφιστών στην Ελλάδα, σε σημείο να μην μπορούν να κάνουν διαφορετικά από το να τον βραβεύσουν, παρά την αντισυμβατική του φύση και την πεισματική απουσία του από τους «διαδρόμους».

Δεδομένου, εντούτοις, ότι ο «Κυνόδοντας», που έβαλε ξανά το ελληνικό σινεμά στον χάρτη των Όσκαρ, είχε αναδειχτεί πέρσι από την Ελληνική Ακαδημία κινηματογράφου καλύτερη ελληνική ταινία, -αποσπώντας και λιγότερα βραβεία από τον «Μαχαιροβγάλτη»- θα εκλάμβανε κανείς ως αυτονόητη την επιλογή της ταινίας του Κύπριου σκηνοθέτη να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στην επόμενη προεπιλογή των βραβείων της αμερικανικής ακαδημίας.

Μπριτς! Ο αναπληρωτής υπουργός Πολιτισμού Τηλέμαχος Χυτήρης επιστράτευσε τα γυαλιά του σαν να μην πίστευε τον τίτλο- γλωσσοδέτη που του έδωσαν να ανακοινώσει: «Attenberg». Όσο καλή κι αν είναι η ταινία της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη, όσο συμπαθητική κι αν είναι η πορεία της στα διεθνή φεστιβάλ, όσο κι αν «κυνοδοντίζει» ελαφρώς και αν συμμετέχει ως ηθοποιός ο Γιώργος Λάνθιμος, άλλη ταινία «στραβώθηκαν» και ανέδειξαν ως καλύτερη τα μέλη της ακαδημίας, τι να κάνουμε; Ποιες προοπτικές, δηλαδή, διαβλέπουν για διάκριση σε μια ταινία την οποία ούτε οι ίδιοι δεν πιστεύουν; Τι αρνήθηκαν να δουν σχετικά με τη διεθνή αποδοχή της ταινίας του Οικονομίδη, που εντόπισαν με ευκολία τα μέλη της διεθνούς κριτικής επιτροπής του φεστιβάλ Κινηματογραφικές Μέρες στην Κύπρο (ένας Ισραηλινός, ένας Ταϊβανέζος κι ένας Έλληνας) και του έδωσαν πρόθυμα το βραβείο Καλύτερης Ταινίας;

* Δεν μπορούμε να μην αποδώσουμε τα εύσημα στη ΣΕΚΙΝ του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου, που από την εποχή του «Σπιρτόκουτου» ακόμη «αγκάλιασε» το σινεμά του Οικονομίδη και σήμερα τα μέλη της βλέπουν την επένδυσή τους να αποδίδει και τον σκηνοθέτη από τη Λεμεσό να βγάζει ασπροπρόσωπους αυτούς που πιστεύουν στο κανονικό σινεμά.

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Καθρέφτης σου είμαι ψηφοφόρε και σου μοιάζω

Εφόσον ένα σλόγκαν απευθύνεται σε μας και επιδιώκει να κερδίσει την ψήφο μας, «προδίδει» και την εντύπωση που έχει για μας αυτός που το απευθύνει.
Στην τοπική παραλλαγή της παγκόσμιας κοινωνίας του θεάματος, η αποστείρωση του πολιτικού λόγου είναι εξαιρετικά ανησυχητική. Σε μια εποχή που ο πλανήτης σύσσωμος χορεύει υπνωτισμένος στους ρυθμούς του θεάματος, του εντυπωσιασμού και της φαινομενικότητας, η Κύπρος κάνει την έκπληξη και αντάρτικα χοροπηδάει μόνη της.

Οι υποψήφιοι βουλευτές, οι μεγαλοπρεπείς φάτσες των οποίων μας «επιτίθενται» οπτικά σε κάθε γωνιά του δρόμου, θέλουν να μας κερδίσουν με την ομορφιά τους, την απλότητα, το χαμόγελο, τα εξωτερικά τους χαρίσματα. Τα σλόγκαν που τσαμπουνάει η συντριπτική πλειοψηφία, ακόμη κι αυτοί που για «λόγους αρχής» δεν μοστράρουν τα μούτρα τους σε αφίσες, είναι τα πιο ξύλινα, κλισέ, χιλιοειπωμένα, στεγνά, επιφανειακά, κενά νοήματος και ουσίας, ακίνδυνα, στείρα και ρηχά που έχουν παρουσιαστεί εδώ και δεκαετίες.

Το συμπέρασμα δεν μπορεί να είναι παρά ότι υποψήφιοι ΔΕΝ θέλουν να μας εντυπωσιάσουν. Δεν εξηγείται αλλιώς. Το ότι δεν έχουν τίποτε να πουν, τίποτε νέο να προτείνουν δεν μπορώ να το δεχτώ ως εξήγηση, διότι πότε ήταν η τελευταία φορά που πραγματικά είχαν;

Επειδή, ωστόσο, οι έννοιες «υποψήφιος» και «ψηφοθήρας» είναι ταυτόσημες, επειδή κανείς δεν θέτει υποψηφιότητα αν δεν επιθυμεί (διακαώς) να εκλεγεί κι επειδή, ακόμη, όσο και αν δεν τους έχουμε σε εκτίμηση, πολλοί απ’ αυτούς δεν αφήνουν τίποτε στην τύχη και λαμβάνουν υπόψη επαγγελματικού επιπέδου επικοινωνιολογικές συμβουλές, το ανησυχητικό είναι ότι τα σλόγκαν αυτά «στρέφονται» εναντίον των πολιτών: ουσιαστικά ο λαός τα γράφει.

Τι είναι αυτό που τους έχει πείσει ότι κόσμος δεν θέλει ούτε υποσχέσεις, ούτε μεγαλοστομίες, ούτε όμορφες και καλοστημένες προτάσεις, αλλά κι ότι ξενίζεται από τις φρέσκες ιδέες, τα εμπνευσμένα μηνύματα, τα οράματα, το «καινούριο», το ριζοσπαστικό, το φιλόδοξο;

Εφόσον ένα σλόγκαν απευθύνεται σε μας και επιδιώκει να κερδίσει την ψήφο μας, «προδίδει» και την εντύπωση που έχει για μας αυτός που το απευθύνει. Με άλλα λόγια, ένα στείρο και ανέμπνευστο σλόγκαν θα έπρεπε κανονικά να μας προσβάλει, ως δέκτες. Και ακόμη περισσότερο να μας προβληματίζει. Είναι δικό μας σύμπτωμα.

Τι μας συμβαίνει, γιατρέ; Μήπως έχουμε αποκτηνωθεί πολιτικά; Μήπως έχουμε μουλαρώσει μέσα στο καβούκι μας και αρνούμαστε να πάρουμε στα σοβαρά τα κοινά; Μήπως τα έχουμε ακούσει και δει ΟΛΑ; Μήπως μας έχουν κουράσει και απογοητεύσει τόσο που τα νεύρα μας δεν αντέχουν άλλες υποσχέσεις; Μήπως τρέμουν τον γιαουρτοβολισμό; Μήπως όλα αυτά μαζί;