Αν δεν υπήρχαν οι «Δράκουλες» που μας πίνουν το
αίμα θα έπρεπε να τους μυθοπλάσουμε.
Μια αλάνθαστη συμβουλή…
γυμναστικής που έδινε ο φτωχοδιάβολος Τζον Ντ. Ροκφέλερ για να μη σκουριάζουν
ποτέ οι κλειδώσεις μας: Άπλωνε τα χέρια όταν παίρνεις και μάζευέ τα όταν δίνεις.
Τελικά δεν είναι και τόσο δύσκολο να γίνεις πλούσιος σ’ αυτή τη ζωή. Είναι όμως
μεγάλος μπελάς το να είσαι συλλέκτης μέσων παραγωγής, πλούτου, δύναμης. Να
βαστάς το ντέφι, στο ρυθμό του οποίου έμαθε να χορεύει η άγαρμπη αρκούδα της
εξουσίας. Σημαίνει και ευθύνες, έγνοιες, ντέρτια, σημαίνει και βαθιά μόλυνση
από τον επουσιώδη υποπολιτισμό της μπουρζουαζίας. Παλιοδουλειά.
Αντίθετα, οι φτωχοί και οι
κακομοίρηδες είναι αμόλυντοι, αγνοί κι αυτοί αποτελούν τη μεγάλη ελπίδα για
άνθηση και ουσιαστική ακμή της κοινωνίας των ανθρώπων. Ωστόσο, κάποια κοινωνικά
και ηθικά αρχέτυπα παραμένουν ίδια εις τους αιώνας των αιώνων. Στο συλλογικό
υποσυνείδητο ο αιώνιος εχθρός, αυτός που πίνει το αίμα μας για ίδιον όφελος,
είναι ο παραδόπιστος συλλέκτης πλούτου, που φοβάται να σταματήσει να
συγκεντρώνει, για να μην αρχίσει να χάνει, αυτός που βλέπει τη ζωή σαν ένα
παιχνίδι και τον πλούτο σαν το σκορ. Ακόμη και σήμερα αυτοί είναι που κινούν τα
νήματα, κρυμμένοι σε σκοτεινές αίθουσες, παίζουν με τις ζωές μας σαν από χόμπι,
μας βλέπουν σαν μικρές μαριονέτες, σαν στατιστικά υποσύνολα ταγμένα στη δική
τους δούλεψη και επιβολή. Στυγνοί και κυνικοί αυθέντες που συνωμοτούν πίσω από
την πλάτη μας, ανακαλύπτοντας νέους τρόπους να χαλιναγωγήσουν την άβουλη πλέμπα.
Ακόμη και τώρα, την κρίση
«αυτοί» την αποφάσισαν και την επέβαλαν, «αυτοί» -έτσι, γενικά και αόριστα-
ευθύνονται για όλα τα δεινά που μας βρίσκουν, αυτοί φταίνε για τις πλημμύρες,
τις καταστροφές, την τρύπα του όζοντος, την εξάντληση των φυσικών πόρων, το
φαινόμενο του θερμοκηπίου, για το ότι μας κερατώνει η γυναίκα μας, ότι το παιδί
μας κάνει αταξίες στο σχολείο. Αυτοί οι σκοτεινοί τύποι, αυτοί οι σύγχρονοι και
διαχρονικοί «Δράκουλες», που άφησαν εμάς να κάνουμε τη λάτζα, για να συνεχίζουν
να παίζουν Μονόπολη με τις τύχες μας, να κρατούν σφιχτά στα χέρια τους τις ζωές
μας.
Αν δεν υπήρχαν όμως
«Δράκουλες» θα έπρεπε να τους μυθοπλάσουμε. Εμείς τι κάνουμε; Γιατί δεν
αντιδρούμε για να αλλάξουμε την κατάσταση; Δεν είμαστε συντριπτικά περισσότεροι;
Και γιατί όσες φορές το κάναμε στην πορεία της Ιστορίας, είτε πέτυχε, είτε
απέτυχε, βρισκόμαστε σήμερα ακόμη στον ίδιο παρονομαστή και «αυτοί» παραμένουν
απέναντι; Μήπως «αυτοί» είμαστε εμείς οι ίδιοι σε μια διαφορετική εκδοχή; Δεν
είναι άνθρωποι σαν κι εμάς που γεννήθηκαν με την ίδια φυσική διαδικασία, αλλά
βρήκαν ή κληρονόμησαν τον τρόπο και τα μέσα για να βρεθούν στο αντίπαλο
στρατόπεδο;
Η παθογένεια απορρέει από
τον τρόπο με τον οποίο είναι δομημένη στο σύνολό της η κοινωνία μας, είναι
βαθιά ριζωμένη στα γονίδιά μας: έτσι μάθαμε να ζούμε. Μια απλή αλλαγή
συσχετισμών σε σχέση με το ποιος διαθέτει και σε ποιες αναλογίες τη δύναμη και
τον πλούτο δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτε επί της ουσίας, είμαστε
καταδικασμένοι. Γι’ αυτό η αλλαγή πρέπει να είναι βαθύτερη. Ριζική και δομική. Ωστόσο,
πρώτα πρέπει να κατανοήσουμε τι είναι πραγματικά αυτό που μας φταίει.