Σελίδες

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Στην πυρά, στην πυρά

Αυτή η επίδειξη… πολιτισμού έξω από το «Χυτήριο» δείχνει ότι η κατάσταση στην Ελλάδα δυστυχώς ξεφεύγει.


Τα νέα «φυντάνια» της Ελληνικής Βουλής, αγκαζέ με κάθε είδους θρησκευτικά «ευαίσθητους», σκοταδιστές, πνευματικά ανάπηρους και κυνηγούς μαγισσών έβαλαν φρένο με το στανιό σε μια θεατρική παράσταση. Για τους Ελληναράδες νεοναζί αυτή η παράσταση πληρούσε όλα τα «κριτήρια»: σκηνοθέτης «Αλβανός», συγγραφέας «κίναιδος», έργο «βλάσφημο» κι έτσι το κατέστησαν σαφές: τέτοιες παράστασεις στην Ελλάδα πάπαλα. Αλλά δεν είναι μόνο αυτές οι παραστάσεις, είναι πολλά πράγματα που ξέραμε ή θεωρούσαμε δεδομένα και στοιχειώδη, που σιγά- σιγά θα κληθούμε να τα ξεχάσουμε.

Αυτή η επίδειξη… πολιτισμού έξω από το «Χυτήριο» δείχνει ότι η κατάσταση στην Ελλάδα δυστυχώς ξεφεύγει. Και το χειρότερο είναι ότι μια μεγάλη μερίδα ταλαίπωρων και ταραγμένων -με όλα αυτά που βιώνουν- Ελλήνων αρχίζει και λοξοκοιτάζει με θετικό μάτι τέτοιου είδους «ακτιβιστικές» δράσεις. Βλέπει στο πρόσωπο των ρατσιστών και των ακραίων εθνικιστών το μόνο «αγνό» και συνεπές κομμάτι της ελληνικής πολιτικής σκηνής, ξεχνώντας όχι μόνο ότι τέτοιου είδους «αγριόχορτα» ευδοκιμούν σε περιόδους κρίσης και ανασφάλειας, ή εκεί που -κατά τον Βάλτερ Μπένγιαμιν- «χάνεται μια επανάσταση», αλλά και ότι αποτελούν διαχρονικά το δεκανίκι ενός διεφθαρμένου και κλονισμένου συστήματος εξουσίας και γι’ αυτό παρουσιάζουν και τέτοια παροιμειώδη αντοχή μέσα στο χρόνο.

Το σκηνικό αυτό είναι σίγουρα βγαλμένο από το Μεσαίωνα και βγάλε. Ένα μπούγιο κουφιοκεφαλάκηδων, στρατόφιλων και θρησκόληπτων, να επικαλείται το θρησκευτικό συναίσθημα και να εφορμά με βάση συνθήματα και επιφανειακές εντυπώσεις και με αδυναμία να εκτιμήσει το ζήτημα στην πραγματική του διάσταση.

Ωστόσο, ο «Αλβανός σκηνοθέτης» είναι από τους πιο καταξιωμένους της γενιάς του, ο πρώτος μη Έλληνας πολίτης που έγινε δεκτός –και μάλιστα πανηγυρικά- στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, μια μεγάλη ελπίδα του νεοελληνικού θεάτρου. Ο «κίναιδος Αμερικανός συγγραφέας» έχει στο ενεργητικό του τέσσερα Βραβεία Τόνι, ένα Έμμυ και πολλές ακόμη διακρίσεις, μνείες και επιτυχίες. Από μόνο του αυτό, βέβαια, δεν λέει και τίποτε. Ας δούμε λοιπόν και το έργο. Ο Τέρενς ΜακΝάλι προτείνει μια δραματοποιημένη εκδοχή της ιστορίας του Χριστού και των Αποστόλων τους οποίους παρουσιάζει ως ομοφυλόφιλους άνδρες στο Τέξας του σήμερα.

Θα μου πείτε, αν οι σκοταδιστές και οι φασίστες είχαν τη διανοητική δυνατότητα να συνειδητοποιήσουν ότι πρόκειται απλώς για μια μεταφορά με υπαρξιακές προεκτάσεις, δεν θα ήταν σκοταδιστές και φασίστες. Εφόσον δεν μπορούν να δουν ότι αυτή η τόσο παλιά και πολυσυζητημένη ιστορία έχει προεκτάσεις που αφορούν τον σύγχρονο άνθρωπο στην καθημερινότητά του, ακόμη και αυτούς που θεωρούνται «οι πιο αμαρτωλοί», τότε είναι οι ίδιοι που είναι βλάσφημοι έναντι σ’ αυτό που υποτίθεται ότι πιστεύουν.

Προφανώς, όμως, είναι κάτι πέρα από αυτό. Αν κρίνουμε και από το ότι το έργο το έχει αποδοκιμάσει η ίδια η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, που δεν είναι όχλος αλλά αποτελείται από συνειδητοποιημένα, «φωτισμένα μυαλά», τότε πονηρευόμαστε ότι κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Ίσως να φταίει το ότι πέραν της «βλάσφημης διάθεσης», πέραν του γεγονότος ότι αναδεικνύει νοσηρά φαινόμενα της εποχής, την υποκρισία, την υπερ-κατανάλωση, το έργο μιλάει και για την ανάγκη να βρούμε τη φωνή μας, αλλά και να αμφισβητήσουμε τις απόλυτες αλήθειες της Εκκλησίας και του Κράτους. Άκου εκεί! Ας τους περάσουμε λοιπόν από μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή της Ιεράς Εξέτασης.

Για να μην αδικούμε τα στίφη των Ελλήνων κουφιοκεφαλάκηδων και όσους τους χρησιμοποιούν, το έργο αυτό γνώρισε αντιδράσεις σχεδόν όπου παίχτηκε, πριν ακόμη ανεβεί στο σανίδι, το 1998. Καταδικάστηκε από ρωμαιοκαθολικές και αγγλικανικές οργανώσεις, σε ΗΠΑ και Αυστραλία, χαρακτηρίστηκε βλάσφημο, ιερόσυλο και αντιχριστιανικό και ο ΜακΝάλι, δέχτηκε απειλές θανάτου, ακόμη και φοιτητικές παραστάσεις ακυρώθηκαν. 

Ε, η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να χαλάσει τη μόδα. Η στενοκεφαλιά, εξάλλου, δεν ανήκει στην άυλη πολιτιστική κληρονομιά κάποιας συγκεκριμένης χώρας. Είναι παγκόσμια και ανίκητη. Το γνωρίζουν καλύτερα κι αυτοί που τη μεταχειρίζονται προς ίδιον όφελος.

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Σαν να κατεβάζεις το διακόπτη

Το πράγμα είναι απλό: αν κοπούν οι επιχορηγήσεις τα ελεύθερα θέατρα στην Κύπρο θα αρχίσουν να τρέχουν πέρα-δώθε σαν αποκεφαλισμένα κοτόπουλα, για όσο αντέξουν πριν σωριαστούν στο έδαφος.


Η κρίση δεν είναι πια μια «αυτοεκπληρούμενη προφητεία», έχει αρχίσει να μας τσούζει για τα καλά, ενώ το πιο τρομακτικό είναι ότι μας έχει πολύ τεχνηέντως καλλιεργηθεί η αίσθηση ότι τα χειρότερα έρχονται, κοιμόμαστε και βλέπουμε μια δαμόκλειο σπάθη να κρατιέται από μια αλογότριχα πάνω από το πορτοφόλι μας. 

Η νέα θεατρική σεζόν σιγά- σιγά άρχισε και φαινομενικά όλα μοιάζουν να λειτουργούν σαν να μην τρέχει τίποτε, αντίθετα, όλες οι ομάδες δεν κρύβουν τις προσδοκίες τους για την αποδοχή των καλλιτεχνικών τους προτάσεων, ενώ στον ΘΟΚ φυσάει κι ο ούριος άνεμος της λειτουργίας του νέου κτηρίου, που τον έχει ανεβάσει σαν φτερό στα ουράνια και μέσα σε μερικές εβδομάδες θα κάνει τέσσερις πρεμιέρες, ετοιμάζοντας παράλληλα κι άλλες παράλληλες δραστηριότητες.

Να γιορτάσει, γιατί να μη γιορτάσει τη μεγάλη μετάβαση και να αξιοποιήσει, γιατί να μην αξιοποιήσει όσο γίνεται τις νέες του εγκαταστάσεις; Το ζήτημα, όμως, είναι αν κατά πόσο έχει προετοιμαστεί για τη δύσκολη συνέχεια. Δεν χρειάζεται να είσαι η Κασσάνδρα για να προβλέψεις ότι τα κυπριακά θέατρα θα κλυδωνιστούν συθέμελα από όσα συμβαίνουν σχετικά με την οικονομία. Ειδικότερα, στη χώρα όπου ζούμε, όπου είναι δύσκολο να πείσεις για πράγματα αυτονόητα, όπως ότι o Πολιτισμός δεν αποτελεί περιττή πολυτέλεια, αλλά ισχυρό δημιουργικό εργαλείο ανάπτυξης –υπό μια ευρύτερη από του πλουτισμού έννοια.

Ήδη κάποιοι αριθμοκέφαλοι ταγοί και υπο-ταγοί, άνθρωποι που έχουν μάθει να μετρούν την ανάπτυξη μόνο με δείκτες, διαλαλούν χαιρέκακα αριστερά και δεξιά την πεποίθησή τους ότι σύντομα θα κλείσουν οι κάνουλες των επιχορηγήσεων για όλους αυτούς τους «χαραμοφάηδες». Για το θέατρο, το «κλείσιμο της κάνουλας» μεταφράζεται σε «βγάλσιμο της πρίζας», είναι σαν να κατεβάζεις το διακόπτη. Το παράδειγμα της Ελλάδας είναι χαρακτηριστικό, καθώς έκλεισαν το ένα πίσω από το άλλο ιστορικά θέατρα, που κάποτε έμοιαζαν άτρωτα, βυθίζοντας στην ορφάνια την καλλιτεχνική ζωή.

Το πράγμα είναι απλό: αν κοπούν οι επιχορηγήσεις τα ελεύθερα θέατρα στην Κύπρο θα αρχίσουν να τρέχουν πέρα-δώθε σαν αποκεφαλισμένα κοτόπουλα, για όσο αντέξουν πριν σωριαστούν στο έδαφος. Θάνατος. Η ιδέα ότι –κούφια η ώρα- θα αρχίσει να συμβαίνει και στα λημέρια μας αυτό που γίνεται ήδη στην Ελλάδα, τον ΘΟΚ ως θίασο και ως άτυπο «υπουργείο θεάτρου» θα έπρεπε να τον πανικοβάλει. Τα ελεύθερα θέατρα θα έπρεπε να τα λούζει με κρύο ιδρώτα, να τους ξυπνά το ένστικτο της αυτοσυντήρησης.

Ήδη, η κατάσταση που διαμορφώνεται δημιουργεί νέα δεδομένα αναφορικά με την καλλιτεχνική πρόταση που προτείνει το κάθε σχήμα, επηρεάζοντας σοβαρά τις ρεπερτοριακές τους επιλογές. Προωθούνται περισσότερο εμπορικές παραστάσεις, με έργα που απευθύνονται στο ευρύ κοινό. Κι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, αν συμβάλουν στη δημιουργία εκείνης της ισορροπίας για την οποία κάνει ο λόγο ο Διαγόρας Χρονόπουλος, μεταξύ εμπορικού και ποιοτικού θεάτρου. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο, αλλά η προσκόλληση μόνο στο πρώτο είναι καλλιτεχνικά απαράδεκτη για επιχορηγούμενο θέατρο, ενώ η προσκόλληση στο δεύτερο ισοδυναμεί με οικονομική αυτοκτονία.

Το σίγουρο είναι ότι στην «πονηρή» εποχή που ζούμε τα επιχορηγούμενα θέατρα θα πρέπει να πάψουν να κατσικώνονται σε όρους, δεσμεύσεις και σχέδια που θεσπίστηκαν όταν οι αγελάδες ήταν παχιές και να σκέφτονται δύο και τρεις φορές πώς θα επενδύουν το κάθε ευρώπουλο που λαμβάνουν.