Ελάχιστοι έχουν απομείνει ακόμη -μακάρι να έχουν για πολλά χρόνια ακόμη την υγειά τους- και στο τέλος θα μας αφήσουν όλοι.
Παρά την προχωρημένη ηλικία του και τις συχνές αναφορές σε-φυσιολογικές για έναν 90χρονο- μικρές περιπέτειες με την υγεία του, ήταν σαν μη θέλουμε να πιστέψουμε ότι θα έρθει η αποφράδα ημέρα. Κι όμως ήλθε. Ο Μιχάλης Κακογιάννης πέρασε στην αιωνιότητα ως ένας από τους τελευταίους σύγχρονους μύθους της Ελλάδας. Με όλη του την ταπεινοφροσύνη, το πνευματικό του ανάστημα έριχνε τη σκιά του πάνω μας και μας δρόσιζε από τον καυτό ήλιο της στειρότητας, της ασυδοσίας, της καθημερινής αγωνίας, το έργο του έλαμπε φέρνοντάς μας σε επαφή με τα βάθη των αιώνων και της ψυχής μας, φώτιζε τη ζωή σε όλες τις διαστάσεις της.
Γιος αστού, Κύπριου δικηγόρου και μετέπειτα σερ, ξεκίνησε από τη Λεμεσό, στην Κύπρο του βρετανικού στέμματος, για να κατακτήσει μόνος του τον κόσμο, με τους δικούς του πάντα όρους, χωρίς συμβιβασμούς και υποχωρήσεις. Και παρότι ήταν γεννημένος μπουρζουά και μεγαλούργησε σ’ ένα καλλιτεχνικό είδος που θεωρείται αστικό, στην εποχή που η τέχνη έμοιαζε αστική μέχρι παρεξηγήσεως, δεν δίστασε να συγκρουστεί ταξικά, να εκφράσει τη δική του πνευματική διαμαρτυρία και να επαληθεύσει το γεγονός ότι η πραγματική τέχνη, η ήρα, ξεχωρίζει από το στάρι μόνο αν συρθεί πάνω στη λυδία λίθο της αλήθειας και της ανθρωπιάς.
Η παρακαταθήκη του Κακογιάννη, το έργο ζωής, δεν δημιουργήθηκε επειδή ο ίδιος ήλπιζε πως κάποτε το όνομά του θα δινόταν σε ένα ίδρυμα ή σε μια οδό -όπως ανακοίνωσε ο δήμαρχος Μοσχάτου/ Ταύρου Π. Δημητρίου και όπως αναμένεται να κάνει ο Δήμος Λεμεσού και άλλοι- αλλά επειδή προέκυψε από την ίδια την εποχή, με όχημα την ανάγκη ενός ευαίσθητου, καλλιεργημένου οραματιστή να εκφραστεί, την παρόρμησή του να φτιάξει κάτι όμορφο. Λειτούργησε δηλαδή, ως καθρέφτης της εποχής του. «Ο “Αττίλας 74” δεν είναι μία ταινία που σκηνοθέτησα εγώ», είχε πει. «Τη σκηνοθέτησε η Ιστορία κι εγώ απλώς κατέγραψα τα γεγονότα».
Συντονισμένος με τις ιδέες της εποχής του, προσδιόρισε και αποτέλεσε γνήσιο κομμάτι του πολιτισμού της εποχής του. Μόνο που αυτή η εποχή έχει παρέλθει. Η εποχή μας δεν δημιουργεί μύθους, τους καταναλώνει. Η μυθικότητα είναι προϊόν. Το πνεύμα, στο βαθμό που κρύβεται από πίσω της, ασφυκτιά και εν τέλει στραγγαλίζεται. Είμαστε μετέωροι στην τροπή που έχει πάρει η ανθρώπινη εξέλιξη, με τους θεσμούς να καταρρέουν και τη σχέση μας με τον χώρο, τον χρόνο και τον εαυτό μας τον ίδιο να έχει αλλάξει άρδην.
Έχουμε ήδη εισέλθει στην «εποχή των φουσκωμένων εγώ», στην εποχή που η πολιτισμική κοσμοθεώρηση εξαντλείται στο να νιώθει ο καθένας αρκετά ικανός να τα βάλει μόνος του με όλο τον κόσμο, ότι του ανήκει η ίδια η Φύση, αλλά και όλα τα κεκτημένα των ανθρώπων, σε σχέση με τη λογική, την επιστήμη, την επιθυμία, την Ιστορία. Στην εποχή αυτή δεν υπάρχει χώρος και καιρός για μύθους, για γίγαντες που καθορίζουν αβίαστα αυτό που πραγματικά είμαστε: νάνοι.
Παρά την προχωρημένη ηλικία του και τις συχνές αναφορές σε-φυσιολογικές για έναν 90χρονο- μικρές περιπέτειες με την υγεία του, ήταν σαν μη θέλουμε να πιστέψουμε ότι θα έρθει η αποφράδα ημέρα. Κι όμως ήλθε. Ο Μιχάλης Κακογιάννης πέρασε στην αιωνιότητα ως ένας από τους τελευταίους σύγχρονους μύθους της Ελλάδας. Με όλη του την ταπεινοφροσύνη, το πνευματικό του ανάστημα έριχνε τη σκιά του πάνω μας και μας δρόσιζε από τον καυτό ήλιο της στειρότητας, της ασυδοσίας, της καθημερινής αγωνίας, το έργο του έλαμπε φέρνοντάς μας σε επαφή με τα βάθη των αιώνων και της ψυχής μας, φώτιζε τη ζωή σε όλες τις διαστάσεις της.
Γιος αστού, Κύπριου δικηγόρου και μετέπειτα σερ, ξεκίνησε από τη Λεμεσό, στην Κύπρο του βρετανικού στέμματος, για να κατακτήσει μόνος του τον κόσμο, με τους δικούς του πάντα όρους, χωρίς συμβιβασμούς και υποχωρήσεις. Και παρότι ήταν γεννημένος μπουρζουά και μεγαλούργησε σ’ ένα καλλιτεχνικό είδος που θεωρείται αστικό, στην εποχή που η τέχνη έμοιαζε αστική μέχρι παρεξηγήσεως, δεν δίστασε να συγκρουστεί ταξικά, να εκφράσει τη δική του πνευματική διαμαρτυρία και να επαληθεύσει το γεγονός ότι η πραγματική τέχνη, η ήρα, ξεχωρίζει από το στάρι μόνο αν συρθεί πάνω στη λυδία λίθο της αλήθειας και της ανθρωπιάς.
Η παρακαταθήκη του Κακογιάννη, το έργο ζωής, δεν δημιουργήθηκε επειδή ο ίδιος ήλπιζε πως κάποτε το όνομά του θα δινόταν σε ένα ίδρυμα ή σε μια οδό -όπως ανακοίνωσε ο δήμαρχος Μοσχάτου/ Ταύρου Π. Δημητρίου και όπως αναμένεται να κάνει ο Δήμος Λεμεσού και άλλοι- αλλά επειδή προέκυψε από την ίδια την εποχή, με όχημα την ανάγκη ενός ευαίσθητου, καλλιεργημένου οραματιστή να εκφραστεί, την παρόρμησή του να φτιάξει κάτι όμορφο. Λειτούργησε δηλαδή, ως καθρέφτης της εποχής του. «Ο “Αττίλας 74” δεν είναι μία ταινία που σκηνοθέτησα εγώ», είχε πει. «Τη σκηνοθέτησε η Ιστορία κι εγώ απλώς κατέγραψα τα γεγονότα».
Συντονισμένος με τις ιδέες της εποχής του, προσδιόρισε και αποτέλεσε γνήσιο κομμάτι του πολιτισμού της εποχής του. Μόνο που αυτή η εποχή έχει παρέλθει. Η εποχή μας δεν δημιουργεί μύθους, τους καταναλώνει. Η μυθικότητα είναι προϊόν. Το πνεύμα, στο βαθμό που κρύβεται από πίσω της, ασφυκτιά και εν τέλει στραγγαλίζεται. Είμαστε μετέωροι στην τροπή που έχει πάρει η ανθρώπινη εξέλιξη, με τους θεσμούς να καταρρέουν και τη σχέση μας με τον χώρο, τον χρόνο και τον εαυτό μας τον ίδιο να έχει αλλάξει άρδην.
Έχουμε ήδη εισέλθει στην «εποχή των φουσκωμένων εγώ», στην εποχή που η πολιτισμική κοσμοθεώρηση εξαντλείται στο να νιώθει ο καθένας αρκετά ικανός να τα βάλει μόνος του με όλο τον κόσμο, ότι του ανήκει η ίδια η Φύση, αλλά και όλα τα κεκτημένα των ανθρώπων, σε σχέση με τη λογική, την επιστήμη, την επιθυμία, την Ιστορία. Στην εποχή αυτή δεν υπάρχει χώρος και καιρός για μύθους, για γίγαντες που καθορίζουν αβίαστα αυτό που πραγματικά είμαστε: νάνοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου