Σελίδες

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

Το βιβλίο δεν ήταν ποτέ ακριβό

Οι Κύπριοι όχι μόνο δεν διακρίνονται για τη φιλαναγνωσία τους, αλλά εξακολουθούν να θεωρούν το βιβλίο είδος πολυτελείας ή, ακόμη χειρότερα, σύμπτωμα ελιτισμού.


Το θέμα της «ακριβής» τιμής του βιβλίου στην Κύπρο σε σχέση με την Ελλάδα δεν αποτελούσε παρά ένα διαχρονικό άλλοθι όσον αφορά τη δημοφιλία του προϊόντος. Μια καραμέλα που πλέον έλιωσε από τις ίδιες τις περιστάσεις, μόλις εξισορροπήθηκαν οι τιμές στα ελληνικά και τα κυπριακά βιβλιοπωλεία. Άλλωστε, δεν ήταν μόνο τα βιβλία που ήταν ακριβότερα ως προϊόντα στην Κύπρο, όπου επιφορτίζονταν και με τα έξοδα μεταφοράς, αλλά τα περισσότερα καταναλωτικά είδη και για του λόγου το αληθές αρκούσε μια καθημερινή βόλτα σε υπεραγορές, φρουταρίες, καταστήματα ένδυσης και υπόδησης, ηλεκτρικών συσκευών κ.λπ. Μοναδική εξαίρεση που μου έρχεται στο μυαλό είναι η τιμή των καυσίμων.

Δεν είδα, λοιπόν, όλα αυτά τα ωραία χρόνια της ευμάρειας να πτοείται ο Κύπριος καθώς ασκούσε καθημερινά το αγαπημένο του σπορ, τον άκρατο καταναλωτισμό. Όταν τον ρωτούσε, βέβαια, κάποιος γιατί δεν αγοράζει βιβλία ξύπναγε μέσα του ο ψαγμένος αγοραστής κι η μόνιμη επωδός ήταν «διότι είναι ακριβότερα απ’ ότι στην Ελλάδα». Αποδείχτηκε περίτρανα ότι τελικά ήταν απλώς ζήτημα προτεραιοτήτων.

Οι Κύπριοι όχι μόνο δεν διακρίνονται για τη φιλαναγνωσία τους, αλλά εξακολουθούν να θεωρούν το βιβλίο είδος πολυτελείας ή, ακόμη χειρότερα, σύμπτωμα ελιτισμού. Σε αντίθεση π.χ. μ’ ένα τρικούβερτο φαγοπότι στην ταβέρνα, μια σαββατιάτικη έξοδο για ποτό ή μπίρα, με τη βενζίνη ως το βουνό ή τη θάλασσα, μ’ ένα εξεζητημένο αξεσουάρ για το αυτοκίνητο, ένα μεταξωτό βρακί για τη φιλενάδα κ.ο.κ. Φυσικά, τώρα με την οικονομική κρίση έχουν μειωθεί αισθητά τα έξοδα, οι έξοδοι κι οι εξορμήσεις. Γενικότερα, το «έξω». Ωστόσο, δεδομένου ότι κι η τηλεόραση έπαψε να αποτελεί (γιατί πότε ήταν;) ποιοτική επιλογή ψυχαγωγίας, το βιβλίο έχει «κοπεί» πριν απ’ όλα αυτά κι ενώ θα έπρεπε η κίνησή του ν’ αυξηθεί, μειώνεται.

Παλιότερα, σε εποχές κρίσεων, όταν ο κόσμος αναγκαζόταν να κλειστεί περισσότερο στα σπίτια και οξυνόταν το ενδιαφέρον του για να κατανοήσει τι συμβαίνει στον κόσμο και στην (π.χ. κατεχόμενη) πατρίδα του, η ανάγνωση –βιβλίων, εφημερίδων, περιοδικών- είχε αυξητική τάση. Στην Κύπρο του 2013 οι βιβλιοπώλες βλέπουν την κίνηση να μειώνεται και ανησυχούν σοβαρά για το μέλλον. Τα βιβλιοπωλεία σήμερα χάνουν ένα μέρος από το κοινό τους επειδή ψάχνεται περισσότερο με τις ανταλλαγές βιβλίων, με τα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία, ακόμη και με τις δανειστικές βιβλιοθήκες (εντάξει, δεν κάνουν και ουρές), σε πείσμα της σχετικής έλλειψης κουλτούρας αλλά και υποδομών που εκδηλώνεται με ντροπιαστικό τρόπο στην Κύπρο.

Ωστόσο, στην περίπτωση των βιβλιοπωλείων, ο ανταγωνισμός δεν είναι ούτε μεταξύ τους, ούτε με τις βιβλιοθήκες. Περισσότερο αφορά τις εναλλακτικές μορφές ψυχαγωγίας στο πλαίσιο μιας προσπάθειας για διαμόρφωση αναγνωστικής κουλτούρας. Η αρωγή της πολιτείας είναι απαραίτητη κι αυτό δεν αφορά μόνο την κρίση καθαυτή ούτε σημαίνει ότι πρέπει να αρχίσει να επιχορηγεί βιβλιοπωλεία κι εκδοτικούς οίκους. Αυτό που οφείλει να κάνει πρώτιστα είναι να ανυψώσει το μορφωτικό επίπεδο των πολιτών, να καλλιεργήσει τη φιλαναγνωσία, να δημιουργήσει δανειστικές βιβλιοθήκες, να μάθει στον άνθρωπο να αγαπάει την ανάγνωση. Εντούτοις, η θεσμική αδιαφορία που επιδεικνύει το κράτος που λέγεται Κυπριακή Δημοκρατία αποτυπώνεται ανάγλυφα στη διαιώνιση του θέματος της (ανύπαρκτης) Κυπριακής Βιβλιοθήκης.

Παρά τις διαφορές στις καταναλωτικές συνήθειες, η αγορά βιβλίου στην Ελλάδα και η αντίστοιχη στην Κύπρο είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Οι Κύπριοι βιβλιοπώλες θα ‘πρεπε να φτύνουν τον κόρφο τους παρακολουθώντας τα ελληνικά βιβλιοπωλεία να κλείνουν, άλλα να φυτοζωούν, μεγάλες αλυσίδες να έχουν γονατίσει και ιστορικούς εκδοτικούς οίκους να έχουν βάλει οριστικά λουκέτο. Βέβαια, δεν έχουν μείνει με τα χέρια σταυρωμένα και προσπαθούν να ανιχνεύσουν την κατάσταση, ν’ αποφασίσουν τις επόμενες επιχειρηματικές κινήσεις. Δεν πρέπει να ξεχνούν ότι υπάρχει πάντα αναμμένη μια μικρή φλόγα: το ποσοστό εκείνο του καταναλωτικού κοινού που παραμένει πιστά συνδεδεμένο με το βιβλίο από στάση ζωής και θεωρεί την αγορά του περίπου ως επένδυση.

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Μικρές καθημερινές συντέλειες

Ρε μπας κι ήρθε τελικά η συντέλεια και δεν το πήραμε χαμπάρι;


Αν διαβάζεις αυτές τις γραμμές, αγαπητέ αναγνώστα, τότε όλα αυτά τα περί «καταστροφής του κόσμου» αποδεικνύονται, όπως αναμενόταν, κουραφέξαλα. Βγήκες δειλά- δειλά από το καταφύγιο όπου τρύπωσες καλού- κακού κι αφού ψηλάφησες τη θεϊκή κορμάρα και διαπίστωσες προς μεγάλη σου ικανοποίηση ότι δεν λείπει τίποτε, η πρώτη σου δουλειά ήταν να πάρεις τον «Φ» της Κυριακής για να ενημερωθείς μπας κι έχασες κάποιο καίριο επεισόδιο στην υπερπαραγωγή «Η κατά Μάγια συντέλεια».

Κατεργάρη… Πάλι τη γλύτωσες. Ξεσκόνισε, λοιπόν, τα ρούχα σου και βουρ για το σπίτι. Tο τέλος του 13ου Μπακτούν δεν σήμανε παρά την έναρξη του 14ου. Τζάμπα, λοιπόν, ανησυχούσες. Όλα σου τα ερωτήματα θα απαντηθούν: πότε θα ανακάμψει η κυπριακή οικονομία, με ποιο τρόπο θα μας μοιράσουν τα εκατομμύρια από την εκμετάλλευση του φυσικού (μας) αερίου, ποια θέση θα πάρει η Κύπρος στην επόμενη Γιουροβίζιον, αν θα μπει η θεμέλια λίθος για το Μέγαρο Πολιτισμού, αν θα αξιωθούμε να δούμε την Ενιαία Αρχή Πολιτισμού, αν θα κάνει καλό στο κυπριακό θέατρο το χαστούκι των περικοπών.

Σιγά μην άφηνε ο Νίκος ο Αναστασιάδης την οικουμένη να καταστραφεί, πριν καμαρώσει την αφεντιά του στο ανώτατο αξίωμα. Όλα είναι εντάξει, δεν ήρθε και καμιά καταστροφή, έτσι δεν είναι; Κι ας τριβέλιζαν το μυαλό σου τον τελευταίο καιρό οι κακές σκέψεις, ας έβλεπες σημάδια και οιωνούς της Αποκάλυψης να καμπανίζουν στην καθημερινότητά σου: τρόικα, περικοπές, χαράτσια, αφραγκία, μελαγχολία, αβεβαιότητα, ανεργία: ο κόσμος σου δεν θα είναι ποτέ ξανά όπως τον ήξερες. 

Ρε μπας κι ήρθε τελικά η συντέλεια και δεν το πήραμε χαμπάρι; Είσαι σίγουρος ότι έχεις ξεπεράσει την αγωνία, το φόβο της καταστροφής; Για άνοιξε το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, την εφημερίδα, για μπες στις ειδησεογραφικές ιστοσελίδες. Για κοίταξε ποια ζόμπι σε κυβερνούν και ποιοι βρικόλακες κονταροχτυπιούνται για να τους διαδεχθούν, ποια φαντάσματα ξεροσταλιάζουν να βολευτούν όταν αλλάξουν τα κόζια.

Για κοίταξε και στον καθρέφτη. Είχες δίκιο να φοβάσαι, να νιώθεις εκείνη την ακαθόριστη ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά. Σήμερα μπορεί να είναι η μέρα που θα συνειδητοποιήσεις ότι η σχέση σου δεν σε βγάζει πουθενά κι είναι ώρα να τραβήξεις την πρίζα, ή η μέρα που ο/η σύντροφός σου θα σου δώσει στην ψύχρα τα παπούτσια στο χέρι. Τα οποία επιπλέον σε στενεύουν. Είχαν δίκιο λοιπόν οι συντελειολάγνοι κι οι καταστροφολόγοι. Σήμερα είναι η μέρα που ζεις μια ακόμη τελική σου πτώση, που ετοιμάζεσαι να βιώσεις με καρτερία κι αξιοπρέπεια, αλλά κι ένα μείγμα κυνισμού και τρυφερότητας, τη μικρή, καθημερινή σου συντέλεια. 

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Φοράει μπούρκα γιατί είναι άσχημη

Χειρότερη από τη λογοκρισία είναι η παθολογική σεμνοτυφία. Ειδικότερα όταν χαρακτηρίζει εκπαιδευτικούς.


Ζούμε σε μια κοινωνία βαθύτατα συντηρητική. Και το πρόβλημα είναι ότι δεν υποκρίνεται τη μυξοπαρθένα, αλλά είναι. Και δεν της φόρεσε κανείς τη μπούρκα με το ζόρι, τη φόρεσε μόνη της και συνειδητά για να κρύψει την ασχήμια της. Η σεμνοτυφία είναι βαθιά ριζωμένη στην καθημερινότητά μας, σκοντάφτουμε πάνω της σχεδόν σε κάθε μας βήμα, ζει ακόμη και στο βλέμμα της γειτόνισσας με το μίνι φουστάκι, της συναδέλφου με το καυτό σορτς. Η ατμόσφαιρα μυρίζει ναφθαλίνη.

Πληρώνουμε ηθικές και πνευματικές παθογένειες πολλών ετών, που διογκώνονται από το γεγονός ότι ζούμε σε μια κοινωνία μικρή και συγκρατημένη, επιφυλακτική και «κλειστή». Και είναι τρομακτικό να παρατηρείς ότι η μούχλα ξεκινάει να αναπτύσσεται από τον ίδιο το μηχανισμό της εκπαίδευσης. Και δεν αναφέρομαι στο ίδιο το αναχρονιστικό εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά στην κουλτούρα κάποιων εκ των λειτουργών του, ο ρόλος των οποίων υποτίθεται ότι είναι να παριστάνουν τους καθοδηγητές και τους παιδαγωγούς.

Το περιστατικό με την απόφαση του Τμήματος Αρχαιοτήτων (τουλάχιστον αυτό δικαιολογείται εξ ορισμού να διακατέχεται από παρωχημένες απόψεις) να απενεργοποιεί επιλεκτικά την ηχητική εγκατάσταση καλλιτέχνη στον οντά της Οικίας Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου, δεν θα ήταν και τόσο σοβαρό, δεδομένου ότι τελικά η απόφαση αυτή δεν πέρασε. Θα κατηγοριοποιείτο ως ένα μεμονωμένο, ασόβαρο κρούσμα λογοκρισίας στο οποίο δεν δόθηκε συνέχεια. Έστω κι ένα σύντομης διάρκειας κρούσμα, όμως, αρκεί για να αναδείξει το μέγεθος της κατάντιας, όπως αποτυπώνεται από το γεγονός ότι το όλο ζήτημα δεν ξεκίνησε από διαμαρτυρίες κάποιου γραφικού και απαίδευτου πουριτανού περαστικού, αλλά από εκπαιδευτικούς που έθεσαν θέμα, επειδή, λέει, ο ήχος είναι προκλητικός, αφήνει σεξουαλικά υπονοούμενα και παραπέμπει σε βιασμό.

Με τι όρεξη, άραγε, ξύπνησε εκείνο το πρωί ο συγκεκριμένος δάσκαλος ή δασκάλα –αν ήταν ένας- γνωρίζοντας ότι θα συμμετείχε στην προγραμματισμένη επίσκεψη με το σχολείο στην ομαδική έκθεση «στης Μαρουδιάς»; Αποκλείεται να είχε πλήρη γνώση του αντικειμένου της έκθεσης και στοιχειώδη επίγνωση του ρόλου της σύγχρονης τέχνης και του λόγου της επίσκεψης- αγγαρείας του σχολείου σ’ αυτή. Μιλάμε για μια ανοιχτή μουσειακή παρέμβαση που ενεργοποιεί το χώρο μέσα από μια σειρά έργων αλλά και εργαστηρίων με τη συμμετοχή μαθητών. 

Η έκθεση ασχολείται με τις άγραφες γυναικείες ιστορίες της Κύπρου και τις ιδιωτικές και δημόσιες δομές τους. Η πολυεπίπεδη ιστορία της οικείας αξιοποιείται ως μέσο αμφισβήτησης παλιών μύθων και αφηγημάτων σε μια διαδικασία όπου τίθενται προβληματισμοί γύρω από ζητήματα που αφορούν, μεταξύ άλλων, τη σεξουαλικότητα, το τετριμμένο και το κιτς, τη σχέση ιστορίας και εθνικής συνείδησης, αλλά και ζητήματα διαφορετικότητας.

Εφόσον, λοιπόν, δεν είχε πάρει χαμπάρι περί τίνος πρόκειται γιατί δεν δήλωσε άρρωστος εκείνη την ημέρα που κλήθηκε να συνοδέψει τα παιδιά σε μια ουσιαστική εκπαιδευτική διαδικασία; Είναι να ανατριχιάζει κανείς αναλογιζόμενος σε ποιων τις διαθέσεις έχουμε εμπιστευτεί την ανάπτυξη της προσωπικότητας και των πνευματικών ικανοτήτων των παιδιών μας. Η πολιτεία έχει αποτύχει να διασφαλίσει ότι κάθε σχολείο έχει διαμορφώσει το κατάλληλο παιδαγωγικό πλαίσιο. Αυτό που εξασφαλίζει στο παιδί την καλλιέργεια των σχετικών δεξιοτήτων που θα οδηγήσουν στην ολόπλευρη και υγιή ανάπτυξη και κατά συνέπεια στην ολόπλευρη και υγιή ανάπτυξη της ίδιας της κοινωνίας.

Ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται με το παιδί στο οποίο ο δάσκαλος θα μεταλαμπαδεύσει τα «φωτεινά» μυαλά του. Είναι μια νοοτροπία που διαιωνίζεται καθώς το παιδί προσλαμβάνει στο πετσί του όλο αυτό τον οχετό αναχρονιστικών ηθικολογιών που μολύνει την ατμόσφαιρα για να τη μεταφέρει, όταν μεγαλώσει κι αυτό και γίνει με το καλό δάσκαλος, στους μαθητές του και πάει λέγοντας. 

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Μια νότα αισιοδοξίας

Υπάρχει κάτι θετικό στην απαισιοδοξία: Είτε θα νιώσεις δικαίωση που την είχες, είτε θα δοκιμάσεις μια ευχάριστη έκπληξη.


Κόντεψαν κι οι γιορτέεεεες. Αλλά ποιος νοιάζεται; Τα μαύρα σύννεφα έχουν πυκνώσει απειλητικά πάνω από τα κεφάλια μας κι ο κόμπος στο λαιμό μας κόβει την ανάσα. Το επαγγελματικό και οικονομικό μας αύριο έχει τεθεί υπό σοβαρή αμφισβήτηση, δεν ξέρουμε τι θα μας ξημερώσει, η μεγάλη καταιγίδα είναι έτοιμη να ξεσπάσει και τα παρελκόμενά της να αστράψουν και να βροντήσουν. Είναι κι αυτή η ανυπόφορη αίσθηση ότι δεν είδαμε τίποτε ακόμη, ότι τα χειρότερα έρχονται, ποιος ξέρει τι μας περιμένει; Μαύρο κι άραχλο φαντάζει όχι πια το αύριο, αλλά το απόψε, ή ακόμη και το τώρα, το σήμερα –που είναι το αύριο που φοβόμασταν χθες. Τέτοιες μέρες δεν ξανάδαμε στην Κύπρο και δεν ξέρουμε και πώς θα χειριστούμε την κατάσταση. Είμαστε έτοιμοι ως κοινωνία να την αντιμετωπίσουμε, έχουμε την κουλτούρα;

Μετά τις περικοπές στα εορταστικά μπάτζετ μέχρι και η Παραμυθούπολη μοιάζει τεθλιμμένη και πιο φτωχική από άλλες χρονιές, ο διάκοσμος σε όλες τις πόλεις και κοινότητες είναι πιο λιτός, τα δέντρα είναι μικρότερα και με λιγότερα στολίδια, ουδεμία διάθεση δεν υπάρχει για πανηγύρια και εορταστικές καταναλωτικές επιδρομές. Είναι σαν να πενθεί ολόκληρος ο μηχανισμός του καπιταλισμού –μακριά από μας. Πλέον έχουμε ξεπεράσει το στάδιο όπου προσπαθούσαμε να ξεγελάσουμε τον εαυτό μας, αρνούμενοι να παραδεχτούμε ότι όλο αυτό το κύμα μιζέριας και μελαγχολίας θα παράσερνε και την αφεντιά μας, ελπίζοντας ότι «δεν θα συμβεί σε μας», ότι θα είχαμε την ικανότητα να κάνουμε… σέρφινγκ ανέμελοι.

Επειδή καλομάθαμε –και δεν κακομάθαμε- το γεγονός ότι τα κουκιά δεν βγαίνουν μας κάνουν να αισθανόμαστε ενίοτε ωσάν την τελευταία τρύπα του ζουρνά. Το πανηγύρι, λοιπόν, τέλος. Το ίδιο και οι φρούδες ελπίδες και η αισιοδοξία. Ω, μα τι άστοχη λέξη! Πόσο εκτός εποχής φαντάζει! Περίπου όσο εύστοχη και επίκαιρη φαντάζει η ρήση του Γάλλου φιλόσοφου και βιολόγου Ζαν Ροστάν «είμαι αισιόδοξος για το μέλλον της απαισιοδοξίας».

Τέτοιες μέρες παλιότερα γκρινιάζαμε με τη διαπίστωση ότι ο καταναλωτισμός έχει ξεχειλώσει την εορταστική περίοδο, με τη φθηνή δικαιολογία ότι θέλει να μεγαλώσει την ευχάριστη παρένθεση στη μίζερη ζωή μας. Τώρα έχουμε βγάλει το τεφτέρι και σβήνουμε μία- μία τις αγορές που προγραμματίζαμε για τον Δεκέμβριο, την εποχή που ρεφάρουμε τις οικονομικές τρύπες, το έλλειμμα των υπόλοιπων έντεκα μηνών. 

Τελικά, δεν θα αγοράσω καινούριο ποδήλατο στο παιδί. Ούτε θα αναβαθμίζω το smartphone μου. Η γυναίκα μου να ξεχάσει όχι μόνο το Σάλτσμπουργκ και το Ζανκτ Μόριτς, αλλά και τις διήμερες εξορμήσεις στο Τρόοδος. Και ποιος χρειάζεται καινούρια ρούχα; Δεν είμαστε δα και στη Γροιλανδία για να είναι ζωτικής σημασίας το ζήτημα της θέρμανσης κι οι δόσεις για το δάνειο μπορούν να περιμένουν. Και μπορούμε να κάνουμε σημαντική οικονομία στις χριστουγεννιάτικες μπάλες, αν καθώς στολίζουμε το προπέρσινο δέντρο φαντασιωνόμαστε ότι κρεμάμε όλους αυτούς που εμείς πιστεύουμε ότι έφταιξαν για την κατάντια μας. Και στην κορυφή, αντί για αστέρι, να κάτσουμε πάνω –με το συμπάθειο- εμείς οι ίδιοι. 

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Το φως (lux) που δεν θαμπώνει

Οι ευρωβουλευτές ΟΦΕΙΛΟΥΝ να παρακολουθήσουν και τις τρεις ταινίες πριν ψηφίσουν τη μία που προτιμούν για το Βραβείο LUX. Είναι όμως αμφίβολο πόσοι βρήκαν χρόνο ή διάθεση να καθίσουν να παρακολουθήσουν έστω και μία από αυτές.


Η Βελγίδα καλλιτέχνιδα Ζοκλίν Κόστερ φιλοτέχνησε το βραβείο LUX εμπνευσμένη από τον Πύργο της Βαβέλ, σύμβολο που χρησιμοποίησε και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για να υπογραμμίσει την πολυγλωσσία και την πολιτισμική διαφορετικότητα που ενώνονται με κοινό στόχο. Άλλωστε, σ’ αυτό παραπέμπει κι η αρχιτεκτονική του κεντρικού κτηρίου «Louise Weiss» του Ευρωκοινοβουλίου στο Στρασβούργο. Δεν είμαι σίγουρος αν ο συμβολισμός του μισοτελειωμένου πύργου, που παραπέμπει στην πλήρη σύγχυση και υποτίθεται ότι αντανακλά «την ατελή φύση της Ευρώπης» είναι και τόσο επιτυχημένος. Πόσο μάλλον όταν εδώ και 50 χρόνια η ενωμένη Ευρώπη επιχειρεί τη διαρκή της εξέλιξη προκειμένου να πλησιάσει ένα μοντέλο ολοκλήρωσης, ενώ η έννοια «πολιτική συνοχής» κουδουνίζει όλο και περισσότερο στ’ αυτιά των Ευρωπαίων πολιτών. Μάλλον με αυτοσαρκασμό μοιάζει, υποδηλώνοντας ότι ο στόχος είναι ένα ιδανικό που ποτέ δεν θα καταφέρει να εκπληρώσει.

Αναφορικά, όμως, με το βραβείο LUX που φέτος απονεμήθηκε για 6η φορά, τολμώ να πω ότι ο συμβολισμός του Πύργου της Βαβέλ είναι αρκετά επιτυχημένος. Το «μικρό παιδί» εξακολουθεί να κάνει ασταθή βήματα στη στράτα προς την καθιέρωση στη συνείδηση της παγκόσμιας καλλιτεχνικής κοινότητα και εξαρτάται ακόμη από το όραμα και την καλή διάθεση μερικών εκ των Ευρωβουλευτών και φυσικά τη θεσμική λάμψη του εκλεγμένου κοινοβουλευτικού οργάνου της ΕΕ.

Η επιλογή των τριών υποψήφιων ταινιών, ανάμεσα σε δέκα, έγινε το καλοκαίρι από ένα πάνελ ανθρώπων του σινεμά. Κι εκεί τελείωσε η οποιαδήποτε σχέση με τους ειδικούς επί του θέματος, καθώς το ζήτημα της βράβευσης πέρασε πλέον στη δικαιοδοσία των 736 ΜΕΚ. Τα μέλη ΟΦΕΙΛΟΥΝ να παρακολουθήσουν και τις τρεις ταινίες πριν ψηφίσουν τη μία που προτιμούν μέσω του διαδικτυακού τόπου του Κοινοβουλίου. Είναι όμως εξαιρετικά αμφίβολο πόσοι από αυτούς βρήκαν χρόνο ή διάθεση να καθίσουν να παρακολουθήσουν τρεις -όχι και τόσο «βατές» στην παρακολούθηση- ευρωπαϊκές ταινίες. Ειδικά μέσα στη φούρια της προετοιμασίας ενόψει των διεξοδικών συζητήσεων για το μακροπρόθεσμο πλαίσιο προϋπολογισμού της ΕΕ στην Ολομέλεια του ΕΚ στο Στρασβούργο, σ’ ένα σύντομο διάλειμμα των οποίων έγινε κι η τελετή απονομής την περασμένη εβδομάδα.

Από τη στιγμή που η κινηματογραφική κοινότητα δεν έχει ακόμη πειστεί ότι η πρωτοβουλία της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας του ΕΚ χαίρει στήριξης από το ίδιο το Σώμα, το φως (lux) του βραβείου θα δυσκολεύεται να περάσει μέσα από την αχλύ ατμόσφαιρα της αμφισβήτησης για την εγκυρότητα και αντικειμενικότητα της επιλογής κι ο θεσμός θα συνεχίσει να φυτοζωεί στη σκιά και του πιο άσημου κινηματογραφικού φεστιβάλ.

Με τη θέσπιση του LUX, όμως, το Κοινοβούλιο ήθελε να δηλώσει και τη δέσμευσή του προς την ευρωπαϊκή κινηματογραφική βιομηχανία για συμβολή στη διάδοση των ευρωπαϊκών ταινιών. Kαι πέρα από την αμφισβητούμενη αίγλη του βραβείου, κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει τη θετικότατη συνεισφορά του θεσμού στη διάδοση του ευρωπαϊκού σινεμά, που αγκομαχάει και στη σκέψη ότι μπορεί να ανταγωνιστεί την ενιαία αγορά της Βόρειας Αμερικής. 

Τουλάχιστον μπορεί να συμβάλει στη διάρρηξη των γλωσσικών φραγμάτων, με τον υποτιτλισμό ταινιών στις 23 γλώσσες της ΕΕ. Αυτό είναι πιο σημαντικό κι από το ίδιο το βραβείο και φέτος ήρθε να ενισχυθεί από την απόφαση του ΕΚ να υποτιτλίσει και να προβάλει σε όλη τη Γηραιά Ήπειρο και τις τρεις ταινίες των φιναλίστ Αντρέα Σέγκρε («Η Σουν Λι και ο Ποιητής» που τελικά κέρδισε), Μιγκέλ Γκόμες («Ταμπού») και Μπέντσε Φλίεγκαουφ («Μόνο ο Άνεμος»).

                          Η συνάδελφος Μερόπη Μωυσέως, ο σκηνοθέτης Μιγκέλ Γκόμες και ο
                                           υποφαινόμενος στο χώρο συνεντεύξεων του ΕΚ. 


Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Είδαν το τυρί, όχι τη φάκα

Όπως έχει διαμορφωθεί το σκηνικό οι «γραφικοί» ερασίμολποι μπορούν να τραβήξουν τα μαλλιά τους και οι ευκαιριατζήδες να τρίψουν τα χέρια τους.



Οι Κινέζοι λένε ότι οι ευκαιρίες έχουν μαλλιά μόνο μπροστά. Από πίσω είναι καραφλές. Ας ελπίσουμε ότι η ανατολίτικη σοφία τόσων αιώνων να διαψευστεί στην Κύπρο, όπως συνέβη με τόσες και τόσες περιπτώσεις βασικής σοφίας και γνώσης. Στην περίπτωση του Μεγάρου Πολιτισμού οι προϋποθέσεις είχαν δημιουργηθεί κι είχε στηθεί ένα σκηνικό που άνοιγε πολλές χαραμάδες ελπίδας για ένα έργο υποδομής που θα άλλαζε καθοριστικά τον πολιτιστικό χάρτη της Κύπρου.

Δεν σκοπεύω να εξελίξω αυτό το άρθρο ούτε σε επικήδειο για το Μέγαρο, αλλά ούτε σε ύμνο για τη σημασία του στο δρόμο προς την πολυπόθητη πολιτιστική μας αναγέννηση. Άλλωστε πιο εύκολα θα άλλαζε το χτένισμά της η βασίλισσα Ελισάβετ, παρά την κάθετη γνώμη τους οι φωστήρες που θεωρούν τον Πολιτισμό σπατάλη και περιττή πολυτέλεια, μετρώντας το ενδεχόμενο ανάπτυξης με χρηματικούς όρους και κοντοπρόθεσμες συγκυρίες. Στη μιζέρια, τη στενοκεφαλιά και τα τοπικιστικά συμπλέγματα ήρθε να προστεθεί το άλλοθι της οικονομικής κρίσης –βούτυρο στο ψωμί κάθε κοντόφθαλμου ευκαιριατζή. Το πιο καθοριστικό σύμπτωμα, ωστόσο, αποδεικνύεται ότι είναι πάντοτε η έλλειψη ειλικρινούς πολιτικής βούλησης.

Έχοντας κόψει την κορδέλα στο Θέατρο του ΘΟΚ ο Πρόεδρος Χριστόφιας, φαίνεται ότι νίπτει πλέον τας χείρας του. Νιώθει ότι έχει βγει από την υποχρέωση, ότι παρέδωσε κι αυτός «το ένα μεγάλο έργο υποδομής» που αναλογεί σε κάθε Πρόεδρο για να τον μνημονεύουν οι επόμενες γενιές. Άρα έχει απαλλαχτεί από το βάρος. Εκτός του ότι είναι ο πρώτος Πρόεδρος στην Ιστορία της ΚΔ που αποφασίζει συνειδητά να μην επαναδιεκδικήσει το ανώτατο αξίωμα, είναι ίσως κι ο πρώτος στην παγκόσμια Ιστορία που δίνει αβίαστα την εντύπωση ότι μετράει με ανυπομονησία τις μέρες μέχρι να παραδώσει τη σκυτάλη. Και δεν περνάνε οι αναθεματισμένες! Σαν να μην του έκατσε καλά το φενγκ σούι στο Προεδρικό, γι’ αυτό και όταν θα εξέλθει για τελευταία φορά ούτε που θα κοιτάξει πίσω του, θα ρίξει μαύρη πέτρα.

Το σωστό, λοιπόν, δεν είναι να τον λιβανίζουμε για ό,τι παρέδωσε, αλλά να τον κριτικάρουμε για ό,τι μπορούσε να παραδώσει ή να προωθήσει και ΔΕΝ το έκανε. Τα τελευταία ψήγματα πολιτικής βούλησης πρέπει να εξανεμίστηκαν όταν στο κουρασμένο του μυαλό προέκυψε η εξής σκέψη: «Κορόιδο είμαι να σκιστώ τώρα για να σπρώξω το θέμα του Μεγάρου και να καμαρώνει στα εγκαίνια σα γύφτικο σκεπάρνι ο (όποιος) ακατονόμαστος που θα με διαδεχθεί; Γιατί να τον διευκολύνω;»

Όπως έχει διαμορφωθεί πλέον το σκηνικό οι «γραφικοί» ερασίμολποι μπορούν να τραβήξουν τα μαλλιά τους –ή ότι τραβιέται τέλος πάντων- και οι ευκαιριατζήδες να τρίψουν τα χέρια τους. Κι ελπίζω σιγά- σιγά όσοι τόσα χρόνια διατείνονταν ότι τα «χρήματα για το Μέγαρο πρέπει να διαμοιραστούν σε μικρές εστίες και εκδηλώσεις πολιτισμού» να κατάλαβαν ότι τελικά τόσο καιρό έβλεπαν το τυράκι κι όχι τη φάκα και ότι άθελά τους ή ηθελημένα έπαιξαν το ρόλο των αβανταδόρων για τους παπατζήδες.

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Υφυπουργείο Υποσχέσεων και Ανεκπλήρωτων Οραμάτων;

Το θέμα του Υφυπουργείου Πολιτισμού δεν είναι παίξε γέλασε. Δεν μπορεί να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη, ούτε με «μηδενικό δημοσιονομικό κόστος».

Αρκετά διαβασμένος σχετικά με τις πραγματικές ανάγκες του θαλασσοδαρμένου τομέα του Πολιτισμού εμφανίστηκε στη συνάντησή του με ανθρώπους του χώρου, ο υποψήφιος ΠτΔ Νίκος Αναστασιάδης. Αυτές αφορούν κυρίως τις υποδομές και τη θεσμική- διοικητική ανασυγκρότηση, προκειμένου ο «αιώνιος ναυαγός» να βρει επιτέλους το δρόμο προς την Ιθάκη. Ο ίδιος δεν άφησε την εντύπωση ότι θέλει να κάνει τον ειδικό επί του θέματος, αλλά επέλεξε να δείξει αποφασισμένος να παράξει σχετικό πολιτικό έργο. 

Όσο καλά κι αν τον προετοίμασε το επιτελείο του για τη συνάντηση αυτή, προφανώς δεν πρέπει να προσπάθησε καν να τον πείσει ότι θα χρειαστεί να πλασάρει την εικόνα του ειδήμονος και φιλοθεάμονα, του λάτρη και μαικήνα των τεχνών και των καλλιτεχνών. Το πιθανότερο είναι, σε μια τέτοια περίπτωση, ότι θα γελούσαν και οι καρέκλες εκεί στο Caraffa Bastione.

Αυτό, όμως, είναι και το τελευταίο που θα έπρεπε να ενοχλεί όσους ασχολούνται με τα του Πολιτισμού. Δεν είναι αυτές οι ιδιότητες και αρετές που θα έπρεπε να μας νοιάζουν. Εξάλλου, χορτάσαμε από φιλοθεάμονες και μυσταγωγούς Προέδρους, από «σχετικούς» και «ευαίσθητους» με την Τέχνη, η προηγηθείσα στάση και συμπεριφορά των οποίων γέμιζε με προσδοκίες όσους κόπτονται για τον Πολιτισμό, αλλά στο τέλος μείναμε όλοι με την όρεξη. Εδώ που φτάσαμε, η θεωρία των «καλών κι αγνών προθέσεων» που συγκρούστηκαν με το τέρας των «αστάθμητων οικονομικών αναποδιών» ακούγεται πιο γραφική κι από το Κελλάκι. Είναι προτιμότερο ν’ ακούμε «στεγνές» πολιτικής και τεχνοκρατικής φύσεως προσεγγίσεις: έκαστος στο είδος του και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στην εκτελεστική εξουσία.

Ωστόσο, ο Αναστασιάδης δεν είναι ακόμη ο ανώτατος άρχων. Και η μόδα της εποχής επιβάλλει να κρατάμε όλοι μικρό καλάθι. Πόσο μάλλον όταν ο ομιλητής είναι ένας φιλόδοξος υποψήφιος και –θεωρητικά- φαβορί στην κούρσα των Προεδρικών. Το γεγονός από μόνο του βγάζει αβίαστα στη ράχη του μέσου ανοιχτομάτη ακροατή τ’ αγκάθια της επιφυλακτικότητας. Η επίτευξη του –κακόηχου- «Μνημονίου Πολιτισμού» που εξήγγειλε ο υποψήφιος, θεωρεί ότι προϋποθέτει την άμεση ίδρυση Υφυπουργείου Πολιτισμού. 

Το θέμα της Ενιαίας Αρχής Πολιτισμού, ενός ανεξάρτητου φορέα που θα ασκεί πολιτιστική πολιτική -η μελέτη για την οποία ξεκίνησε επί της προηγούμενης κυβέρνησης και ολοκληρώθηκε επί της απερχόμενης- έχει τοποθετηθεί στην παγωνιέρα. Και είναι φυσικό να έχει περίοπτη θέση στην ατζέντα για τα πολιτιστικά: αναμένεται να το ακούσουμε κι από τους άλλους υποψηφίους.

Ωστόσο, το θέμα του Υφυπουργείου Πολιτισμού δεν είναι παίξε γέλασε. Το θέμα έχει σκαλώσει περισσότερο στο κόστος λειτουργίας κι όχι στις νομικίστικες πτυχές του. Και είναι παράξενο που ο Νίκος Αναστασιάδης επιμένει ότι έχει θέσει ως απαράβατη αρχή το μηδενικό δημοσιονομικό κόστος. Είχα γράψει παλιότερα, όταν το θέμα ήταν ξανά της μόδας, ότι αν είναι να κατεβάσουμε, απλώς, την ταμπέλα «Πολιτιστικές Υπηρεσίες» και στη θέση της να γράψουμε «Υφυπουργείο Πολιτισμού», εντάσσοντας και το Τμήμα Αρχαιοτήτων, καλύτερα να μην μπούμε καν στον κόπο. Δεν χρειαζόμαστε ένα νέο γραφειοκρατικό τέρας που θα κάνει τον «τροχονόμο» στα πολιτιστικά δρώμενα.

Η νέα υπηρεσία που θα δημιουργηθεί πρέπει να είναι αυτή που θα θέσει τον πολιτισμό υπό στέρεα διοικητική και θεσμική βάση. Πρέπει να δίνει τις λύσεις κι όχι να εξελιχθεί σ’ ένα νέο πρόβλημα. Γι’ αυτό πρέπει να στελεχωθεί, να ενισχυθεί, να αποκτήσει τα εχέγγυα για να μπορεί να κάνει τις απαιτούμενες τομές. Αυτή πρέπει να είναι η εκκίνηση οποιασδήποτε συζήτησης προσβλέπει στη διέξοδο από το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει ο Πολιτισμός, λόγω αδιαφορίας, αδράνειας, ανικανότητας κι έλλειψης οράματος και πολιτικής βούλησης.

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Εδώ στέρεψαν και τα «θα»

Είναι απογοητευτικό να βλέπεις πολιτικά λυγισμένους και δύσθυμους ταγούς, πρώην πρωταθλητές στις υποσχέσεις και τις κυβιστήσεις, να μην έχουν κουράγιο ούτε να τάξουν.


Στα αυτιά μας αρέσουν τα χάδια, ήταν συνηθισμένα ν’ ακούν ανέξοδες υποσχέσεις και λόγια του αέρα. Κουδούνιζαν ωραία οι λαγοί με τα πετραχήλια. Και τώρα τους κακοφαίνεται που η μόδα της εποχής είναι «κρύβε λόγια και μην υπόσχεσαι». Αλλά τι λέω; Εδώ φτάσαμε να αναμένουμε την τρόικα ανυπόμονοι σαν τη χήρα στο κρεβάτι, λες και οι τροϊκανοί και τα ράμματα που έχουν για τη γούνα μας να ήσαν μια κάποια λύσις. Είναι απογοητευτικό να βλέπεις πολιτικά λυγισμένους και δύσθυμους ταγούς, πρώην πρωταθλητές στις υποσχέσεις και τις κυβιστήσεις, να μην έχουν κουράγιο ούτε για να τάξουν.

Μάταια, στα εγκαίνια του νέου κτηρίου του ΘΟΚ, ο δήμαρχος Λευκωσίας προσπαθούσε να εκμαιεύσει μια τόση δα υποσχεσούλα σε σχέση με τα έργα που έπρεπε ήδη να έχουν τροχιοδρομηθεί για την ανάπτυξη του κέντρου της πρωτεύουσας, αλλά και της πολιτιστικής μας πραγματικότητας. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας, σχεδόν με σκυμμένο το κεφάλι, αναφέρθηκε σε αόριστες ομάδες που εκπονούν και εφαρμόζουν, λέει, σχέδια που έχουν αποφασιστεί «αλλά τα οικονομικά δεδομένα δεν μας επιτρέπουν ακόμη να τα υλοποιήσουμε εδώ και τώρα». Από σχέδια άλλο τίποτε. Σαν αυτά που όταν τα κάνει ο άνθρωπος, ο θεούλης ξεκαρδίζεται στα γέλια. Τα συρτάρια, άλλωστε, έχουν αρκετό χώρο ακόμη για μερικές στίβες σκονισμένων σχεδίων.

Ο απερχόμενος Πρόεδρος μοιάζει απασχολημένος με το πώς θα ελαχιστοποιήσει τη ζημιά για τον ίδιο, το κόμμα του, την κυβέρνηση και ίσως κατά βάθος και για τον τόπο. Είναι όμως αρκετά έξυπνος και παρατηρητικός, αλλά και ρεαλιστής για να χαρακτηρίσει αδικαιολόγητη την «ανομβρία πολλών χρόνων στη δημιουργία πολιτισμού». Ωστόσο, παρά την καλή διάθεση και την επίγνωση της πραγματικότητας, θα έπρεπε να ξέρει ότι αυτή η ανομβρία δεν θεραπεύεται με το «χορό της βροχής», με σχέδια επί σχεδίων, καλές προθέσεις και υποσχέσεις.

Δεν αρκεί το «κάνουμε ό,τι μπορούμε» και είναι απογοητευτικό και δυσοίωνο να ακούς ότι το μόνο που μπορούμε να προσδοκούμε είναι να περάσει η καταιγίδα της άτιμης της οικονομικής κρίσης και συνεπώς μέχρι τότε πρέπει να κάτσουμε άπρακτοι στ’ αυγά μας και να κάνουμε σχέδια με το μυαλό μας. Σε ακραίες συνθήκες δεν κάνεις σχέδια, ούτε βγάζεις έτοιμα σχέδια από την κατάψυξη. Αυτοσχεδιάζεις. Το ζήτημα είναι ότι πρέπει τώρα να καθόμαστε και να σκουπίζουμε τα δακρυσμένα μάτια μας με ανεκπλήρωτα σχέδια έχοντας αφήσει να χαθεί τόσος χρόνος άδικα.

Η κατασκευή του Μεγάρου Πολιτισμού, η προώθηση του Αρχαιολογικού Μουσείου, η διαμόρφωση του πάρκου του ΓΣΠ είναι έργα που έχουν ήδη αργήσει. Όπως άργησε δεκαετίες ολόκληρες το κτήριο του ΘΟΚ. Είναι γεγονός ότι φτάσαμε στο «αμήν» για να μπορούμε να βρούμε εύκολα τις δικαιολογίες για την αναβολή ή και ματαίωση τέτοιων σημαντικών έργων που θα άλλαζαν καθοριστικά τη ζωή μας και θα έμεναν κληρονομιά για τις επόμενες γενιές.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Στην πυρά, στην πυρά

Αυτή η επίδειξη… πολιτισμού έξω από το «Χυτήριο» δείχνει ότι η κατάσταση στην Ελλάδα δυστυχώς ξεφεύγει.


Τα νέα «φυντάνια» της Ελληνικής Βουλής, αγκαζέ με κάθε είδους θρησκευτικά «ευαίσθητους», σκοταδιστές, πνευματικά ανάπηρους και κυνηγούς μαγισσών έβαλαν φρένο με το στανιό σε μια θεατρική παράσταση. Για τους Ελληναράδες νεοναζί αυτή η παράσταση πληρούσε όλα τα «κριτήρια»: σκηνοθέτης «Αλβανός», συγγραφέας «κίναιδος», έργο «βλάσφημο» κι έτσι το κατέστησαν σαφές: τέτοιες παράστασεις στην Ελλάδα πάπαλα. Αλλά δεν είναι μόνο αυτές οι παραστάσεις, είναι πολλά πράγματα που ξέραμε ή θεωρούσαμε δεδομένα και στοιχειώδη, που σιγά- σιγά θα κληθούμε να τα ξεχάσουμε.

Αυτή η επίδειξη… πολιτισμού έξω από το «Χυτήριο» δείχνει ότι η κατάσταση στην Ελλάδα δυστυχώς ξεφεύγει. Και το χειρότερο είναι ότι μια μεγάλη μερίδα ταλαίπωρων και ταραγμένων -με όλα αυτά που βιώνουν- Ελλήνων αρχίζει και λοξοκοιτάζει με θετικό μάτι τέτοιου είδους «ακτιβιστικές» δράσεις. Βλέπει στο πρόσωπο των ρατσιστών και των ακραίων εθνικιστών το μόνο «αγνό» και συνεπές κομμάτι της ελληνικής πολιτικής σκηνής, ξεχνώντας όχι μόνο ότι τέτοιου είδους «αγριόχορτα» ευδοκιμούν σε περιόδους κρίσης και ανασφάλειας, ή εκεί που -κατά τον Βάλτερ Μπένγιαμιν- «χάνεται μια επανάσταση», αλλά και ότι αποτελούν διαχρονικά το δεκανίκι ενός διεφθαρμένου και κλονισμένου συστήματος εξουσίας και γι’ αυτό παρουσιάζουν και τέτοια παροιμειώδη αντοχή μέσα στο χρόνο.

Το σκηνικό αυτό είναι σίγουρα βγαλμένο από το Μεσαίωνα και βγάλε. Ένα μπούγιο κουφιοκεφαλάκηδων, στρατόφιλων και θρησκόληπτων, να επικαλείται το θρησκευτικό συναίσθημα και να εφορμά με βάση συνθήματα και επιφανειακές εντυπώσεις και με αδυναμία να εκτιμήσει το ζήτημα στην πραγματική του διάσταση.

Ωστόσο, ο «Αλβανός σκηνοθέτης» είναι από τους πιο καταξιωμένους της γενιάς του, ο πρώτος μη Έλληνας πολίτης που έγινε δεκτός –και μάλιστα πανηγυρικά- στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, μια μεγάλη ελπίδα του νεοελληνικού θεάτρου. Ο «κίναιδος Αμερικανός συγγραφέας» έχει στο ενεργητικό του τέσσερα Βραβεία Τόνι, ένα Έμμυ και πολλές ακόμη διακρίσεις, μνείες και επιτυχίες. Από μόνο του αυτό, βέβαια, δεν λέει και τίποτε. Ας δούμε λοιπόν και το έργο. Ο Τέρενς ΜακΝάλι προτείνει μια δραματοποιημένη εκδοχή της ιστορίας του Χριστού και των Αποστόλων τους οποίους παρουσιάζει ως ομοφυλόφιλους άνδρες στο Τέξας του σήμερα.

Θα μου πείτε, αν οι σκοταδιστές και οι φασίστες είχαν τη διανοητική δυνατότητα να συνειδητοποιήσουν ότι πρόκειται απλώς για μια μεταφορά με υπαρξιακές προεκτάσεις, δεν θα ήταν σκοταδιστές και φασίστες. Εφόσον δεν μπορούν να δουν ότι αυτή η τόσο παλιά και πολυσυζητημένη ιστορία έχει προεκτάσεις που αφορούν τον σύγχρονο άνθρωπο στην καθημερινότητά του, ακόμη και αυτούς που θεωρούνται «οι πιο αμαρτωλοί», τότε είναι οι ίδιοι που είναι βλάσφημοι έναντι σ’ αυτό που υποτίθεται ότι πιστεύουν.

Προφανώς, όμως, είναι κάτι πέρα από αυτό. Αν κρίνουμε και από το ότι το έργο το έχει αποδοκιμάσει η ίδια η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, που δεν είναι όχλος αλλά αποτελείται από συνειδητοποιημένα, «φωτισμένα μυαλά», τότε πονηρευόμαστε ότι κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Ίσως να φταίει το ότι πέραν της «βλάσφημης διάθεσης», πέραν του γεγονότος ότι αναδεικνύει νοσηρά φαινόμενα της εποχής, την υποκρισία, την υπερ-κατανάλωση, το έργο μιλάει και για την ανάγκη να βρούμε τη φωνή μας, αλλά και να αμφισβητήσουμε τις απόλυτες αλήθειες της Εκκλησίας και του Κράτους. Άκου εκεί! Ας τους περάσουμε λοιπόν από μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή της Ιεράς Εξέτασης.

Για να μην αδικούμε τα στίφη των Ελλήνων κουφιοκεφαλάκηδων και όσους τους χρησιμοποιούν, το έργο αυτό γνώρισε αντιδράσεις σχεδόν όπου παίχτηκε, πριν ακόμη ανεβεί στο σανίδι, το 1998. Καταδικάστηκε από ρωμαιοκαθολικές και αγγλικανικές οργανώσεις, σε ΗΠΑ και Αυστραλία, χαρακτηρίστηκε βλάσφημο, ιερόσυλο και αντιχριστιανικό και ο ΜακΝάλι, δέχτηκε απειλές θανάτου, ακόμη και φοιτητικές παραστάσεις ακυρώθηκαν. 

Ε, η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να χαλάσει τη μόδα. Η στενοκεφαλιά, εξάλλου, δεν ανήκει στην άυλη πολιτιστική κληρονομιά κάποιας συγκεκριμένης χώρας. Είναι παγκόσμια και ανίκητη. Το γνωρίζουν καλύτερα κι αυτοί που τη μεταχειρίζονται προς ίδιον όφελος.

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Σαν να κατεβάζεις το διακόπτη

Το πράγμα είναι απλό: αν κοπούν οι επιχορηγήσεις τα ελεύθερα θέατρα στην Κύπρο θα αρχίσουν να τρέχουν πέρα-δώθε σαν αποκεφαλισμένα κοτόπουλα, για όσο αντέξουν πριν σωριαστούν στο έδαφος.


Η κρίση δεν είναι πια μια «αυτοεκπληρούμενη προφητεία», έχει αρχίσει να μας τσούζει για τα καλά, ενώ το πιο τρομακτικό είναι ότι μας έχει πολύ τεχνηέντως καλλιεργηθεί η αίσθηση ότι τα χειρότερα έρχονται, κοιμόμαστε και βλέπουμε μια δαμόκλειο σπάθη να κρατιέται από μια αλογότριχα πάνω από το πορτοφόλι μας. 

Η νέα θεατρική σεζόν σιγά- σιγά άρχισε και φαινομενικά όλα μοιάζουν να λειτουργούν σαν να μην τρέχει τίποτε, αντίθετα, όλες οι ομάδες δεν κρύβουν τις προσδοκίες τους για την αποδοχή των καλλιτεχνικών τους προτάσεων, ενώ στον ΘΟΚ φυσάει κι ο ούριος άνεμος της λειτουργίας του νέου κτηρίου, που τον έχει ανεβάσει σαν φτερό στα ουράνια και μέσα σε μερικές εβδομάδες θα κάνει τέσσερις πρεμιέρες, ετοιμάζοντας παράλληλα κι άλλες παράλληλες δραστηριότητες.

Να γιορτάσει, γιατί να μη γιορτάσει τη μεγάλη μετάβαση και να αξιοποιήσει, γιατί να μην αξιοποιήσει όσο γίνεται τις νέες του εγκαταστάσεις; Το ζήτημα, όμως, είναι αν κατά πόσο έχει προετοιμαστεί για τη δύσκολη συνέχεια. Δεν χρειάζεται να είσαι η Κασσάνδρα για να προβλέψεις ότι τα κυπριακά θέατρα θα κλυδωνιστούν συθέμελα από όσα συμβαίνουν σχετικά με την οικονομία. Ειδικότερα, στη χώρα όπου ζούμε, όπου είναι δύσκολο να πείσεις για πράγματα αυτονόητα, όπως ότι o Πολιτισμός δεν αποτελεί περιττή πολυτέλεια, αλλά ισχυρό δημιουργικό εργαλείο ανάπτυξης –υπό μια ευρύτερη από του πλουτισμού έννοια.

Ήδη κάποιοι αριθμοκέφαλοι ταγοί και υπο-ταγοί, άνθρωποι που έχουν μάθει να μετρούν την ανάπτυξη μόνο με δείκτες, διαλαλούν χαιρέκακα αριστερά και δεξιά την πεποίθησή τους ότι σύντομα θα κλείσουν οι κάνουλες των επιχορηγήσεων για όλους αυτούς τους «χαραμοφάηδες». Για το θέατρο, το «κλείσιμο της κάνουλας» μεταφράζεται σε «βγάλσιμο της πρίζας», είναι σαν να κατεβάζεις το διακόπτη. Το παράδειγμα της Ελλάδας είναι χαρακτηριστικό, καθώς έκλεισαν το ένα πίσω από το άλλο ιστορικά θέατρα, που κάποτε έμοιαζαν άτρωτα, βυθίζοντας στην ορφάνια την καλλιτεχνική ζωή.

Το πράγμα είναι απλό: αν κοπούν οι επιχορηγήσεις τα ελεύθερα θέατρα στην Κύπρο θα αρχίσουν να τρέχουν πέρα-δώθε σαν αποκεφαλισμένα κοτόπουλα, για όσο αντέξουν πριν σωριαστούν στο έδαφος. Θάνατος. Η ιδέα ότι –κούφια η ώρα- θα αρχίσει να συμβαίνει και στα λημέρια μας αυτό που γίνεται ήδη στην Ελλάδα, τον ΘΟΚ ως θίασο και ως άτυπο «υπουργείο θεάτρου» θα έπρεπε να τον πανικοβάλει. Τα ελεύθερα θέατρα θα έπρεπε να τα λούζει με κρύο ιδρώτα, να τους ξυπνά το ένστικτο της αυτοσυντήρησης.

Ήδη, η κατάσταση που διαμορφώνεται δημιουργεί νέα δεδομένα αναφορικά με την καλλιτεχνική πρόταση που προτείνει το κάθε σχήμα, επηρεάζοντας σοβαρά τις ρεπερτοριακές τους επιλογές. Προωθούνται περισσότερο εμπορικές παραστάσεις, με έργα που απευθύνονται στο ευρύ κοινό. Κι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, αν συμβάλουν στη δημιουργία εκείνης της ισορροπίας για την οποία κάνει ο λόγο ο Διαγόρας Χρονόπουλος, μεταξύ εμπορικού και ποιοτικού θεάτρου. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο, αλλά η προσκόλληση μόνο στο πρώτο είναι καλλιτεχνικά απαράδεκτη για επιχορηγούμενο θέατρο, ενώ η προσκόλληση στο δεύτερο ισοδυναμεί με οικονομική αυτοκτονία.

Το σίγουρο είναι ότι στην «πονηρή» εποχή που ζούμε τα επιχορηγούμενα θέατρα θα πρέπει να πάψουν να κατσικώνονται σε όρους, δεσμεύσεις και σχέδια που θεσπίστηκαν όταν οι αγελάδες ήταν παχιές και να σκέφτονται δύο και τρεις φορές πώς θα επενδύουν το κάθε ευρώπουλο που λαμβάνουν.

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Το Μέγαρο μας μάρανε

Στο σημείο όπου ήταν να χτιστεί το Μέγαρο να τοποθετηθεί ένα μνημείο, που να παριστάνει έναν γάιδαρο κι έναν αμήχανο χωρικό να τον κοιτάζει στα δόντια.


Τι να τις κάνουμε, ρε, τις περιττές δυτικότροπες κουλτουριές; Σάμπως, μ’ ένα τέτοιου μεγέθους έργο θα κοντέψουμε καν ποτέ τη Βιέννη, το Μιλάνο, τη Βαρκελώνη; Άλλωστε, τη Βιέννη την κάνουν οι βιεννέζοι κι η Λευκωσία έχει σήμερα το πρόσωπο που της αξίζει, ένα τοπίο με διάσπαρτες χωμάτινες αλάνες γεμάτες μπάζα ή αυτοκίνητα, μισοαρχινισμένα ή παρατημένα εργοτάξια. Και γραφεία με κλειδωμένα συρτάρια, ξέχειλα με σχέδια και πρότζεκτ που θα τη μετατρέψουν, με χρόνια και καιρούς, σε μια κανονική ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Η πόλη σήμερα είναι ο καθρέφτης των κατοίκων της κι αν κάποιους τους ικανοποιεί ο αντικατοπτρισμός, καλό είναι να μάθουν ότι υπάρχουν και κάποιοι που τους προσβάλει.

Αποκλείεται άλλο ουσιώδες έργο υποδομής –κι όχι μόνο για τον Πολιτισμό- να γνώρισε τόσες τρικλοποδιές, αντιδράσεις και χτυπήματα όσες το στοιχειωμένο αυτό Μέγαρο. Ίσως να φταίει και το πομπώδες όνομα, αλλά περισσότερο είναι η αδυναμία μιας ολόκληρης κοινωνίας, ουσιαστικά, να συνειδητοποιήσει τη σημασία του για τις επόμενες γενιές και –όπως έχουν γίνει τα πράγματα- θα το μνημονεύουμε για δεκαετίες ως μια μεγάλη ευκαιρία που χάθηκε. Πού θα πάει, κάποτε θα νιώσουμε ότι το χρειαζόμαστε, όταν θα είμαστε στριμωγμένοι στη μιζέρια μας, αλλά θα είναι πλέον αργά. Προτείνω λοιπόν στο σημείο όπου ήταν να ανεγερθεί το να τοποθετηθεί ένα μνημείο, με κονδύλια της ΕΕ, που να παριστάνει έναν γάιδαρο κι έναν αμήχανο χωρικό που τον κοιτάζει στα δόντια. Κι αν δεν φτάσουν τα λεφτά, ας γίνει μόνο ο γάιδαρος.

Είναι απίστευτο πόση λάσπη έχει εκτοξευτεί όλο αυτό τον καιρό ενάντια σ’ αυτό το έργο που θα το αποκτούσαμε ουσιαστικά σε τιμή ευκαιρίας. Η κατασκευή του ΔΕΝ συγκρούεται με κανένα άλλο έργο πολιτιστικής υποδομής που έχει ανάγκη η βορειοαφρικανική αυτή πρωτεύουσα. Είναι ντροπή που δεν έχει αποκτήσει ακόμη ένα Αρχαιολογικό Μουσείο της προκοπής με το χώρο όπου κάποτε ήταν το Νοσοκομείο, που υποτίθεται ότι προορίζεται γι’ αυτό το σκοπό, να χαίνει σαν μολυσμένη πληγή από σάπιο δόντι, που αφαιρέθηκε χωρίς να αντικατασταθεί.

Πριν από περίπου ένα χρόνο (6/11/2011), μέσα σ’ αυτή τη στήλη, είχα γράψει ένα κείμενο με τίτλο «Μια ανεγκέφαλη χώρα» με την υπόσχεση ότι θα το δημοσίευα ξανά σε ένα χρόνο και δεν θα χρειαζόταν να αλλάξω ούτε κόμμα. Το κείμενο αφορούσε τη μεγαλύτερη ντροπή του κυπριακού κράτους, τη θεσμική αδιαφορία που επιφέρει τη διαιώνιση του θέματος της ανυπαρξίας κρατικής βιβλιοθήκης. Θα παραβλέψω την υπόσχεσή μου και θα το αφήσω για του χρόνου, με τη σιγουριά ότι και πάλι θα βρισκόμαστε στον ίδιο παρονομαστή.

Η προώθηση κάποιου από αυτά τα έργα πνοής για τον Πολιτισμό δεν εξυπακούει –και δεν πρέπει να εξυπακούει- την αναβολή του άλλου. Είναι ξεχωριστά και ανεξάρτητα. Το γεγονός ότι τα έργα αυτά δεν έχουν προωθηθεί και συνωστίζονται ακόμη στον προθάλαμο μεταξύ… ζωής και ανυπαρξίας κι έχει φτάσει σήμερα, μέσα στη δίνη της ύφεσης, να επικοινωνούνται στους ταλαίπωρους κρισόπληκτους ως «προκλητικές σπατάλες», ενώ έπρεπε να προχωρήσουν εδώ και χρόνια ή και δεκαετίες, αποτελεί άλλη μια επιβεβαίωση της κατάντιας μας. 

Φτάσαμε στο «αμήν» για να διαπιστώσουμε ότι πλέον «είναι δύσκολο να προχωρήσουμε», τη στιγμή που φαίνεται ότι κάποιοι ενορχήστρωναν αλχημείες και φάλτσα τρικ για να σπρώξουν αλλού τα σχετικά κονδύλια, χωρίς ν’ ανοίξει μύτη. Και ίσως, για να θυμηθούμε και πού βρισκόμαστε, να μη χρειαστεί καν να σκεφτούν κάποιες ευφάνταστες δικαιολογίες για να δικαιολογήσουν πώς κονδύλια που αφορούσαν την «ανάδειξη πολιτιστικών πόρων και τη δημιουργία συγκεκριμένων πολιτιστικών και κοινωνικών υποδομών» που θα αναζωογονούσαν την πρωτεύουσα, αξιοποιήθηκαν (με ή χωρίς εισαγωγικά) για έργα εκτός τόπου και χρόνου.

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Λευτεριά στα Κύπρια

Γιατί το εθνικό μας φεστιβάλ έχει ανάγκη να κλέψει λίγη από τη λάμψη της… Κυπριακής Προεδρίας;

Είναι μόνο δική μου η απορία; Γιατί μια καλλιτεχνική εκδήλωση ή μια ολόκληρη διοργάνωση να έχει φορεμένη, σαν τατουάζ στο μέτωπο, τη φανταχτερή ταμπέλα «στο πλαίσιο της Κυπριακής Προεδρίας», όταν αυτό επί της ουσίας δεν της προσφέρει σχεδόν τίποτε; Προφανώς είναι ακόμη ένα φθηνό τρικάκι εντυπωσιασμού, μια απελπισμένη προσπάθεια διεκδίκησης αχρείαστου κύρους.

Ως εκεί, όμως. Η ίδια η Προεδρία ανακοίνωσε με ύφος πανηγυρικό ένα σκασμό εκδηλώσεις, άρτον και θεάματα, που θα απολαύσουμε κατά την εξάμηνη… Pax Cipriana. Και δεν άφησε επιμελώς να φανεί ότι οι περισσότερες από δαύτες θα γινόντουσαν ούτως ή άλλως. «Πούλησε» το σήμα κατατεθέν της με αντάλλαγμα ένα φαινομενικά «παραφουσκωμένο» πολιτιστικό πρόγραμμα. Καθόλου κακό ντιλ.  

Έτσι, π.χ. το Διεθνές Φεστιβάλ Κύπρια 2012 εντάχθηκε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της Κυπριακής Προεδρίας ως έχει -κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Θα περίμενε κανείς, τουλάχιστον, ότι το πολύπαθο εθνικό μας φεστιβάλ θα ήταν τουλάχιστον μια ιδέα, ένα κλικ πιο αναβαθμισμένο, λόγω της ευτυχούς συγκυρίας, αλλά του κάκου. Αντίθετα, δύσκολα κανείς μπορεί να διαλύσει την αίσθηση ότι τείνει και προς υποβάθμιση. 

Από την άλλη, πάλι καλά να λέμε, δηλαδή, που δεν το «κουτσούρεψαν» εντελώς, όπως είχε γίνει το 2010. Τότε, εξαιτίας των εκδηλώσεων για το Χρυσό Ιωβηλαίο της Κυπριακής Δημοκρατίας (δηλαδή της εξής μιας, εκείνης της 1ης Οκτωβρίου) έβγαλαν ένα ψαλίδι ΝΑ –με το συμπάθιο- και χράαατς… Η μαρμάγκα έφαγε τη σημαντικότερη –υποτίθεται- καλλιτεχνική μας διοργάνωση. Τα Κύπρια ήταν τότε αφιερωμένα στα 50χρονα κι αυτό το πλήρωσαν ακριβά, καθώς οι εορτασμοί απορρόφησαν μεγάλο μερίδιο από το κονδύλι που δινόταν κάθε χρόνο για τη διοργάνωση. Ε, από πού αλλού να το έκοβαν;

Οι φετινές εκδηλώσεις είναι διπλάσιες από το 2010 και το φεστιβάλ δεν διαρκεί 20 μέρες, αλλά σχεδόν δύο μήνες. Αυτό όμως δεν μας αφαιρεί το δικαίωμα να προσδοκούμε κάτι παραπάνω (και) με αφορμή την Κυπριακή Προεδρία. Το πρόγραμμα είναι φέτος ελαφρώς «δυσκοίλιο», δεν εντυπωσιάζει, ούτε απογοητεύει. Από τις μέχρι τώρα παραστάσεις, φρονώ ότι το δυνατό «χαρτί» του Εθνικού Θεάτρου έχει καεί. Όχι επειδή ήταν κακές οι παραστάσεις του «Αμφιτρύωνα» και του «Περικλή», αλλά επειδή ήταν άστοχη η επιλογή των έργων. Γραμμένα και τα δύο τον 17ο αιώνα από κλασικούς συγγραφείς και με παρόμοια αισθητική και διανομή, παρουσιάστηκαν δύο μέρες σερί. Έκατσε λίγο «βαρύ». Για να μην ξύσουμε και την πληγή με το φιάσκο της ματαιωθείσας παράστασης του Νότη Γεωργίου.

Το ζήτημα, εντούτοις, δεν αφορά μόνο τη φετινή διοργάνωση. Δεν γίνεται να είμαστε ικανοποιημένοι όταν το επίσημο εθνικό πολιτιστικό φεστιβάλ μιας χώρας της ΕΕ έχει προϋπολογισμό αρκετά πιο κάτω από το ένα εκατομμύριο ευρώ. Αρκετά λιγότερο, δηλαδή, π.χ. από τον προϋπολογισμό του τριήμερου φεστιβάλ όπερας της Πάφου. Και καλύτερα να μην αρχίσουμε να συγκρίνουμε με μερικές περιφερειακές –όχι εθνικές- διοργανώσεις σε σοβαρές χώρες της Ευρώπης γιατί θα μελαγχολήσουμε βαριά.

Δεν γίνεται να κρατάμε μικρό καλάθι για το Φεστιβάλ Κύπρια. Ο θεσμός πρέπει να αναβαθμιστεί. Κι όχι μόνο οικονομικά, αλλά και θεσμικά- διοικητικά. Να αποτινάξει τις γραφειοκρατικές του αλυσίδες και τα μικροτοπικιστικά του ταμπού. Και –επιτέλους- να αφορά ολόκληρη την Κύπρο κι όχι μόνο την πρωτεύουσα. 

Το φεστιβάλ πρέπει να είναι ετερόφωτο, πλήρες, παγκύπριας εμβέλειας και να ικανοποιεί θεατές οποιασδήποτε βαθμίδας… εκλέπτυνσης. Και να μην έχει ανάγκη να ζητιανεύει λίγη λάμψη από καμιά παροδική ή έστω κυλιόμενη «Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ».

Κυριακή 19 Αυγούστου 2012

Συννεφιασμένος Αύγουστος

Το καλοκαίρι φεύγει, το φθινόπωρο έρχεται. Κι είναι διάχυτη στην ατμόσφαιρα μια ανησυχία, να μη φθίνουν μαζί με τις οπώρες και πολλά ακόμη που θεωρούσαμε δεδομένα.


Εκτός από τις μύγες και τους κολιούς, πληθωρικές τον Αύγουστο είναι και οι διαθέσεις για άπλα, ξεκούραση και ανανέωση, για επαναφόρτιση της μπαταρίας. Είναι η εποχή που η ρουτίνα «τρέμει» περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη κι αυτό δεν αφορά μόνο όσους (έχουν την άνεση και) απολαμβάνουν τις διακοπές τους, αλλά και όσους ξέμειναν στο μετερίζι για να φυλάττουν Θερμοπύλας, οι οποίοι αναπόφευκτα προσέρχονται καθημερινά στο χώρο εργασίας με όρεξη… παρατεταμένης τσαγκαροδευτέρας. 

Ορισμένοι, βέβαια, το έχουν φιλοσοφήσει διαφορετικά – ή τουλάχιστον έτσι υποκρίνονται. Ισχυρίζονται ότι απολαμβάνουν την ιδέα ότι περιφέρονται στους δρόμους της έρημης πολιτείας σαν τις άδικες κατάρες και προτιμούν να εργάζονται στους πιο χαλαρούς ρυθμούς που επιτάσσει η εποχή, για να ξεφύγουν από την καθημερινότητα σε περιόδους αιχμής, διότι, λέει, έτσι μόνο «σπάζει» πραγματικά η επάρατη ρουτίνα.

Επειδή, δυστυχώς, ο Αύγουστος δεν είναι δυο φορές το χρόνο, εισέρχεται σιγά- σιγά στην τελική του ευθεία, παρασύροντας μαζί του ένα καλοκαίρι που -συγκρινόμενο με όσα έκαψαν τη γούνα μας κάτι περασμένα κι ουχί ξεχασμένα καλοκαίρια- φάνηκε να κυλάει τόσο γρήγορα, όσο ένα ποτήρι νερό στο λαιμό του διψασμένου.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το καλοκαίρι μας ήταν πληκτικό, ή ότι ο Αύγουστός μας δεν είχε ειδήσεις, μπαντ νιουζ για να είμαστε και ακριβείς. Δει δε χρημάτων, όπως θα αναφωνούσε και ο Δημοσθένης για να μας αφιερώσει τον ολυνθιακό του. Η βαριά και ασήκωτη τρόικα στογγυλοκάθισε για τα καλά στην πλάτη μας, βολικότατα καλά για όσους μας είχαν ήδη καβαλημένους. 

Έτσι, την ανάληψη της Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ από την Κύπρο –πέρασε κιόλας 1,5 μήνας, φτου φτου- επισκίασε η ένταξη στο καθημερινό μας λεξιλόγιο λέξεων και εννοιών όπως «μνημόνιο», «μηχανισμός στήριξης», «ΔΝΤ», «χρεοκοπία», «στάση πληρωμών», «συνεχής οικονομική συρρίκνωση» που έγινε ποίημα και νεράκι για τους κατοίκους των PIIGS. Και φτύνουμε και τον κόρφο μας να μην μπει και το «C» σ’ αυτό το… εύγλωττο τσουβάλιασμα, καθώς ήδη έχουμε λίγο- πολύ όλοι αρχίσει να γινόμαστε ειδήμονες στην οικονομολογία.


Έτσι, καθώς η ράθυμη ανεμελιά του Αυγούστου διάγει τις τελευταίες της ημέρες, υποβόσκει στο μυαλό της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων ένας δυσάρεστος άνεμος αβεβαιότητας, αμηχανίας, αστάθειας. Μοιάζει με τον αγέρα, που κατά τον Σεφέρη «ακονίζει πάνω στα νεύρα μας ένα ξυράφι». Είναι διάχυτη στην ατμόσφαιρα μια ανησυχία για το επερχόμενο φθινόπωρο, να μη φθίνουν μαζί με τις οπώρες και πολλά ακόμη που θεωρούσαμε δεδομένα, κατακτημένα με κόπους, αλλά όχι εκτιμημένα όταν έπρεπε. 

Οι αρθρώσεις πονάνε σαν να προαισθάνονται φουρτούνες και καταιγίδες, ασυνήθιστης έντασης για την εποχή, μια μουνταμάρα στα μυαλά και στις ψυχές. Ακραία φαινόμενα σαν αυτά που μαστίζουν την παγκόσμια οικονομική περιφέρεια, όχι απλώς μας χτυπούν την πόρτα αλλά έχουν μπει και στο σπίτι μας για να αναστατώσουν τις βολικές ανισορροπίες μας και να δοκιμάσουν σε ανατριχιαστικό βαθμό τις χαμηλές αντοχές μας.

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

Όχι άλλο κάρβουνο

Ο Πολιτισμός, που θα μπορούσε να είναι η ατμομηχανή της οικονομίας, μοιάζει περισσότερο με έναν καρβουνιάρη που ξεκαπνίζει άσκοπα πασχίζοντας να μπει στις ράγες.


Δυστυχώς, το τοπίο στην Κύπρο αναφορικά με τον Πολιτισμό, με την εύκολη πρόφαση της οικονομικής κρίσης, προδιαγράφεται ζοφερό. «Τώρα κάτι μας είπες», θα απαντούσε κανείς. «Λες και δεν ήταν έτσι μέχρι σήμερα»… Το πρόβλημα είναι καθαρά ιδιοσυγκρασιακό και αφορά κατεστημένες νοοτροπίες, το παραδάκι είναι το τελευταίο που χρειάζεται, κάτι σαν το καύσιμο στη μηχανή. Όταν όμως η μηχανή είναι αλάδωτη, πεπαλαιωμένη και ξεχαρβαλωμένη όχι μόνο δεν «τραβάει», αλλά καίει και περισσότερο «καύσιμο».

Στη δική μας περίπτωση ο Πολιτισμός, που θα μπορούσε να είναι η ατμομηχανή της οικονομίας, μοιάζει περισσότερο με έναν… μουτζούρη, έναν καρβουνιάρη που ξεκαπνίζει άσκοπα πασχίζοντας να μπει στις ράγες. Δυστυχώς, σε πολλές εκφάνσεις της πολιτιστικής μας πραγματικότητας παρατηρούμε να υπάρχουν πρωτόγονες νοοτροπίες και μια ανύπαρκτη διάθεση να αλλάξουν, είτε λόγω βολέματος, είτε λόγω αδιαφορίας. Η κυπριακή κοινωνία αντί να μετατοπιστεί, επιτέλους, από την Ανεξαρτησία στην αλληλεξάρτηση, επέστρεψε στην Εξάρτηση.

Στο τέλος του μήνα, στο πλαίσιο της Κυπριακής Προεδρίας, η Λευκωσία φιλοξενεί τη Συνάντηση Ανώτερων Αξιωματούχων για τον Πολιτισμό, την οποία θα απασχολήσει το θέμα της πολιτιστικής διακυβέρνησης (cultural governance). Η επιλογή του δεν είναι τυχαία, το θέμα αυτό είναι πολύ της μόδας τα τελευταία χρόνια στας Ευρώπας και από την άλλη η Κύπρος ίσως να αισθάνεται τύψεις για την κωλυσιεργία που έχει επιδείξει στο «πονεμένο» θέμα του σχεδιασμού και της άσκησης στοιχειοθετημένης πολιτιστικής πολιτικής, με τον Πολιτισμό να φυτοζωεί (στη σκιά της Παιδείας).

Αρκεί να σταθούμε σε μια πτυχή μόνο από αυτές που θα αγγίξει η Συνάντηση της 29ης Αυγούστου για να διαμορφώσουμε εικόνα σε σχέση με την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων. Ας πάρουμε λοιπόν την ανάλυση των πολιτιστικών στατιστικών στην Ευρώπη και του σχετικού προγράμματος ESSnet Culture, του Ευρωπαϊκού Στατιστικού Συστήµατος για τον Πολιτισµό. Αν κάποιος, λοιπόν, διατυπώσει στους ιθύνοντες της Στατιστικής Υπηρεσίας μια πρόταση που να περιλαμβάνει τις λέξεις «στατιστική» και «πολιτισμός» θα τον κοιτάζουν σαν χάννοι. 

Κι όμως, οι δραστηριότητες της Στατιστικής Υπηρεσίας που υποτίθεται ότι υποβοηθούν το κυβερνητικό έργο και στην πληροφόρηση του ενδιαφερόμενου κοινού, σπάνια καταδέχονται να ασχοληθούν με το θέμα αυτό. Ίσως επειδή πιθανόν μέσα στο μυαλό τους η εικόνα που έχουν διαμορφώσει για τον τομέα να εντάσσεται στη σφαίρα του αφηρημένου, της φαντασίας, της διανόησης ή και της αερολογίας. Να τους πληροφορήσουμε λοιπόν ότι υπάρχουν μεγάλης χρησιμότητας συγκρίσιμα στατιστικά στοιχεία, δείκτες, αλλά και πηγές και μέθοδοι για τη συλλογή τους.

Ξεκινώντας από τα βασικά, θα έπρεπε να υπάρχει μια τακτικότερη δραστηριότητα για την καταγραφή της προσέλευσης στα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους, στις βιβλιοθήκες, στα θέατρα, στους κινηματογράφους, στις συναυλίες και τις υπόλοιπες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, αλλά και μια καταγραφή που να αφορά τους χώρους και τον εξοπλισμό, τις προσφερόμενες υπηρεσίες κ.λπ. Θα μπορούσε επίσης να γίνει έρευνα για τη λογοτεχνική παραγωγή και την αναγνωστική κίνηση στην Κύπρο. Χρήσιμη θα ήταν μια καταγραφή των σχολών θεάτρου, καλών τεχνών και χορού, των μουσικών σχολών και των ωδείων και της δυναμικότητάς τους. 

Θέλουμε επίσης να ενημερωθούμε για την κίνηση των αιθουσών τέχνης, αριθμούς για τους επισκέπτες, τους καλλιτέχνες και τα έργα που παρουσιάζουν. Να μάθουμε για την εξαγωγή και την εισαγωγή έργων τέχνης, τη συμμετοχή κυπριακών ιδιωτικών ομάδων στο εξωτερικών, να σχηματίσουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα για τις τοπικού ή διεθνούς χαρακτήρα διοργανώσεις εκθέσεων και κινηματογραφικών ή άλλων φεστιβάλ. Πόσο μάλλον να διαπιστώσουμε ότι υπάρχει διάθεση και ιδέες για τη διενέργεια εξειδικευμένων δειγματοληπτικών ερευνών, πέραν από τη συλλογή αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων αρμοδιότητας πολιτισμού.

Ποιος πιστεύει ότι η διενέργεια τέτοιων ερευνών είναι ανέφικτη και ποιος ότι τα αποτελέσματά τους δεν είναι χρήσιμα;

Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

Δεν είναι πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση

Mε το χτικιό της επάρατης ύφεσης να δείχνει τα δόντια, για πολλούς καρεκλοκένταυρους ο Πολιτισμός αποτελεί το πρώτο και πιο μπόσικο θύμα της λιτότητας.


Culture is not a luxury. Cultura no es un lujo. Cultura não é um luxo. La cultura non è un lusso. Kültür bir lüks değildir. La culture n'est pas un luxe. Kultur ist kein luxus. Cultuur is geen luxe. Καλλιτέχνες και πνευματικοί άνθρωποι σε όλο τον κόσμο και ειδικότερα στην Ευρώπη, χρειάζεται να διαδηλώνουν ή να δηλώνουν δημόσια με κάθε τρόπο το αυτονόητο: ο Πολιτισμός δεν είναι κάποιου είδους καπρίτσιο, ή η διαστροφή κάποιου εκκεντρικού μεγαλομανούς. Δεν είναι μια πολυτέλεια της ζωής. ΕΙΝΑΙ η ζωή. Στην ελληνική γλώσσα διατηρεί πεισματικά τη διττή του έννοια και περιλαμβάνει τα επιτεύγματα της εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας. Είναι λοιπόν αναγκαιότητα, προϋπόθεση. Και ίσως (μπορεί να αποτελέσει και τη) λύση μέσα στη μαύρη αβεβαιότητα της κρίσης, που μπορεί να διασφαλίσει τα απαραίτητα δημιουργικά, κριτικά και πνευματικά αντίβαρα για την ανατροπή του ζοφερού κλίματος.

Mε το χτικιό της επάρατης ύφεσης να δείχνει τα δόντια, για πολλούς καρεκλοκένταυρους αποτελεί το πρώτο και πιο μπόσικο θύμα της λιτότητας. Στα μέρη μας θα το βιώσουμε στο πετσί μας, όσοι στοιχειωδώς ενδιαφερόμαστε. Θα μου πείτε βέβαια, ότι εδώ και χρόνια ο πολύπαθος αυτός τομέας λειτουργούσε με προϋπολογισμό «ασφαλείας», ίσα- ίσα για να επιπλεύσει στη λιπαρή επιφάνεια της ανισσόροπης και ατελούς κοινωνίας μας. Ο κοφτερός μπαλτάς έχει ήδη αρχίσει να πέφτει αλύπητα στη σάρκα και όπου να ‘ναι θα αρχίσει να πιάνει κόκαλο, να ακρωτηριάζει το πολύπαθο πολιτιστικά ασθενές σώμα και τα χειρότερα έρχονται. Διότι η ίδια η νοοτροπία της κοινωνίας θεωρεί αυτονόητο ότι από εκεί πρέπει να αρχίσει να κόβει.

Φυσικά, το ζήτημα, πέραν της απαραίτητης οικονομικής στήριξης από το κράτος και τον ιδιωτικό τομέα, είναι να δημιουργηθούν επιτέλους οι προϋποθέσεις για την αλλαγή αυτής της νοοτροπίας. Η διετής περιπέτεια της Λευκωσίας και της Πάφου, όπως και - μέχρι πριν λίγους μήνες- η πολύμηνη περιπέτεια της Λεμεσού, όσο προετοίμαζαν την υποψηφιότητά τους για το χρίσμα της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, έλαβε προχθές τέλος. Ήταν μια διαδικασία επωφελής και -ανεξαρτήτως αποτελέσματος- οι πόλεις καλούνται να αξιοποιήσουν τον προβληµατισµό που αναπτύχθηκε, την κινητοποίηση των φορέων, τις σχεδιασθείσες εταιρικές σχέσεις, προκειμένου να τη μετατρέψουν σε προωθητικό «καύσιμο» για την –πολυαναμενόμενη- πολιτιστική τους ανάταση. Να κεφαλαιοποιηθεί η ιστορική ευκαιρία που πρόσφερε αυτή η διαδικασία. Δεν είναι τυχαία που εμπνεύστηκαν τον συγκεκριμένο τρόπο επιλογής οι κουτόφραγκοι εις τας Ευρώπας.

Εκτός από τις πολλές ιδέες που γεννήθηκαν, αυτό το δημιουργικό αέρα που έπνευσε αυτούς τους μήνες σε τοπικό επίπεδο, καλό είναι να κοιτάξει κανείς με μια ρεαλιστική ματιά την πραγματικότητα. Χρειάζεται να σηκωθούν μανίκια… χθες, καθώς ένας δύσκολος δρόμος αναμένει όχι μόνο την πόλη που θα επιλεγεί, αλλά ολόκληρη τη χώρα, και τις υπόλοιπες κυπριακές πόλεις- κράτη που θα κληθούν –με μαύρη καρδιά- να στηρίξουν αυτή που θα επιλεγεί. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η έλλειψη στοιχειωδών υποδομών. Δεν είναι πολλές οι τριτοκοσμικές χώρες που μας ζηλεύουν στον τομέα αυτό. Η πρωτεύουσα –της Κύπρου, αλλά και επίδοξη της Ευρώπης- φιλοξενεί πολιτιστικές εκδηλώσεις σ’ ένα διαμορφωμένο πρώην τσοντάδικο. 

Στην προοπτική ανέγερσης του Μεγάρου Πολιτισμού, ενός έργου που θα διαδραματίσει ρόλο «πνεύμονα» σε μια πόλη και μια χώρα που αδυνατεί και να αναπνεύσει, υπάρχουν κάποιοι –πολλοί και ισχυροί- που βγάζουν… αφρούς. Το αποτέλεσμα είναι από τις πολλές τρικλοποδιές το έργο να έχει καθυστερήσει. Επικίνδυνα και επώδυνα.

Την ίδια στιγμή, η άλλη wannabe Πρωτεύουσα της Ευρώπης τα τελευταία χρόνια στήριζε ολόκληρο το κεφάλαιο «πολιτιστική ζωή» σ’ ένα φθινοπωρινό τριήμερο με υπαίθρια όπερα, ενώ έχει ένα κλειστό θέατρο που μοιάζει με στάβλο και δεν πρόκειται να αποκτήσει Δημοτικό Θέατρο της προκοπής πριν το 2015.

Το αναζωογονητικό «μασάζ» της διαδικασίας διεκδίκησης ταρακούνησε λίγο τα λιμνάζοντα ύδατα, αλλά τώρα πρέπει να πάρει η «μηχανή» μπρος. Καλές οι ιδέες, το πάθος, η διάθεση, τα οράματα και τα όνειρα, αλλά δεν αρκούν. Κάτι εξακολουθεί να μας λείπει.

Κυριακή 15 Ιουλίου 2012

Η ίδια παράσταση

Απαιτήσεις δεν πρεπει να υπάρχουν μόνο από τον ΘΟΚ, αλλά και από τα υπόλοιπα επιχορηγημένα θέατρα.

  
Ό,τι κι αν κάνει στραβό ή αμφιλεγόμενο ο ΘΟΚ είμαστε όλοι έτοιμοι –και δικαίως- να τον στήσουμε στον τοίχο: από καλλιτέχνες και δημοσιογράφους, μέχρι και πολιτικούς. Ασχέτως αν οι τελευταίοι κάνουν στη θεατρική τέχνη την τιμή να ασχοληθούν μαζί της μόνο όταν αγγίζονται τα μικροκομματικά τους φετίχ. Πρόκειται για έναν οργανισμό με Ιστορία, που επιχορηγείται από το κράτος για να ασκεί θεατρική πολιτική. Γι’ αυτό και όσοι ευθύνονται για τη λειτουργία του και τις αποφάσεις που τον αφορούν είναι υπόλογοι.

Ο ντόρος που γίνεται κάθε χρόνο όταν ο οργανισμός ανακοινώνει την ανασύσταση του θιάσου είναι τόσο μεγάλος, που πολλές φορές όχι μόνο δεν κοπάζει αμέσως, αλλά δεν αρκεί καν ο αναπόφευκτος ντόρος της επόμενης σεζόν για να τον καλύψει. Φέτος ήταν ακόμη μεγαλύτερος και ασχέτως με το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις αποφάσεις του οργανισμού, είναι εμφανής η προσπάθεια να γίνουν κάποιες τομές στην (αναχρονιστικότατη) διαδικασία πρόσληψης των ηθοποιών που θα εξυπηρετούν το ρεπερτόριο.

Πάνω απ’ όλα, όμως, ο ΘΟΚ πρέπει να είναι -και είναι- υπόλογος για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα που προσφέρει στα μάτια του Κύπριου θεατή. Και η καλλιτεχνική αποτυχία συγχωρείται μόνο αν είναι περιστασιακή, αν αποτελεί εξαίρεση σε μια αξιοπρεπή θεατρική σεζόν. 

Όπως, όμως, είναι υπόλογος ο ΘΟΚ, το ίδιο υπόλογα είναι και τα υπόλοιπα θεατρικά σχήματα. Όχι μόνο έναντι του φορολογούμενου- θεατή ο οποίος πληρώνει εισιτήριο για να πάει να παρακολουθήσει μια (επιχορηγημένη) παράσταση. Αλλά και έναντι όλων, της θεατρικής κοινότητας, του ΘΟΚ που ασκεί (υποτίθεται) έλεγχο μέσω της Γνωμοδοτικής Επιτροπής. Κι όσο μεγαλύτερη είναι η επιχορήγηση που λαμβάνει ένα «ελεύθερο» θέατρο (τα εισαγωγικά δικά μου) τόσο μεγαλύτερο είναι το χρέος και το καθήκον που έχει να παρουσιάσει ένα θέαμα που να βλέπεται.

Οι απαιτήσεις λοιπόν από τα τέσσερα «αθάνατα» θέατρα, αυτά που έχουν το προνόμιο να είναι ενταγμένα στο Σχέδιο Επιχορηγήσεων Γ, είναι ακόμη μεγαλύτερες. Ας μην κοροϊδευόμαστε. Υπάρχουν σήμερα θεατρικά σχήματα που επιχορηγούνται με εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ και προσφέρουν στο θεατή παραστάσεις κατά πολύ λιγότερο ποιοτικές από αυτό που μπορούν να προσφέρουν. Το ίδιο ισχύει και για σχήματα του Σχεδίου Β, που κατά τα άλλα μέχρι και… σε φόνο θα έφταναν προκειμένου να ενταχθούν στο «κλειστό κλαμπ» των προνομιούχων του Γ.

Και κάθε φορά που πηγαίνεις να παρακολουθήσεις μια παράσταση νιώθεις σαν να ζεις τη «Μέρα της Μαρμότας», όπως ο Μπιλ Μάρεϊ: όλες οι παραγωγές μοιάζουν ίδιες. Είτε κωμωδία είναι, είτε δράμα, είτε κλασικό είναι, είτε σύγχρονο, αισθάνεσαι ότι βλέπεις την ίδια παράσταση. Ο θίασος δεν αλλάζει ούτε με αίτηση, οι σκηνοθέτες είναι οι ίδιοι και οι ίδιοι, πολλές φορές δεν αλλάζουν ούτε οι σκηνογράφοι και οι ενδυματολόγοι. Αν μη τι άλλο, αυτό προκαλεί έναν τεράστιο κορεσμό στον θεατή, που βλέπει συνέχεια τις ίδιες φάτσες και τις ίδιες γραμμές, αλλά και στον καλλιτέχνη, με εύλογες συνέπειες για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.

Είμαι πολύ άδικος που «τσουβαλιάζω» και δεν ονοματίζω σε ποια θεατρικά σχήματα αναφέρομαι, καθώς υπάρχουν σαφώς καλλιτεχνικοί οργανισμοί που αν μη τι άλλο προσπαθούν, το κατά δύναμιν, να προτείνουν κάθε φορά κάτι πιο φρέσκο. Αυτοί τους οποίους αφορά αυτή η κριτική, οι «κορεσμένοι» και οι «μπαλωματάκηδες», που προτιμούν να επενδύουν τα πονεμένα δημόσια χρήματα σ’ ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα- σούπα και που στα θεατρικά τους σχήματα με σημαντική προσφορά και προϊστορία η έλλειψη οράματος και διάθεσης είναι εμφανής, ξέρουν ποιοι είναι. 

Και θέλω να πιστεύω ότι τους ξέρει και ο θεατής. Το γεγονός ότι οι θεατρόφιλοι εξακολουθούν –όσο εξακολουθούν- να στηρίζουν τις καλλιτεχνικές τους προτάσεις δεν πρέπει να τους εφησυχάζει. Έστησαν τους θεατρικούς τους χώρους επενδύοντας χρήματα, προβαίνοντας σε πολλές θυσίες, βάζοντας μεράκι και όλα αυτά πολλές φορές εις βάρος του θεατρικού προϊόντος. Αλλά θα έρθει μια μέρα που θα δουν με πόνο ψυχής τους ίδιους ηθοποιούς, να παίζουν με γεμάτες τσέπες μπροστά σε άδεια πλατεία.

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

Προεδρία είναι, θα περάσει

Από σήμερα, λοιπόν, η Κύπρος στο τιμόνι της ΕΕ. Quo vadis, ρε Καραμήτρο;


Το «αβύθιστο υπερωκεάνιο» της Ενωμένης Ευρώπης μπάζει για τα καλά τον τελευταίο καιρό, έχει χάσει τη ρότα του και οι επιβάτες της μεσογειακής τρίτης θέσης αισθάνονται την ανατριχίλα μιας ανεπιθύμητης «προτεραιότητας», να βρεθούν με μια κλοτσιά στα φουρτουνιασμένα νερά. Σ’ αυτή την κρίσιμη περίοδο, το τιμόνι της εναλλασσόμενης Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ παραδίδεται σε έναν μικρό, άπειρο και τριτοθεσίτη επιβάτη, με μεγάλη ωστόσο Ιστορία, αλλά και (το σημαντικότερο, γιατί η Ιστορία δεν αποτελεί σοβαρό εργαλείο τις κρίσιμες ώρες) μια ακατανίκητη συμπλεγματική ανάγκη να αποδείξει ότι αποτελεί έναν ισότιμο εταίρο, σε σωστή τροχιά ως προς την πολιτική και πολιτιστική διάσταση του όρου «ευρωπαϊκή ταυτότητα».

Κυρίες και κύριοι επιβάται, παρακαλώ μην πανικοβάλλεστε που ο πλοίαρχος είναι πρωτάρης και ατζαμής. Ούτως ή άλλως, αυτή η εναλλασσόμενη Προεδρία είναι εθιμοτυπικού χαρακτήρα. Το καράβι,  βρίσκεται σε αυτόματο πιλότο, όπως το όρισαν αυτοί που το ναυπήγησαν. Το τελευταίο πράγμα που θα έπρεπε, λοιπόν, να σας ανησυχεί είναι ποιος –υποτίθεται ότι- το κουμαντάρει.

Το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο για την ίδια την Κύπρο, με τους κατοίκους της να βρίσκονται σε κατάσταση σοκ, μετά το άκουσμα των λέξεων «μηχανισμός στήριξης», «τρόικα» και «ΔΝΤ» στην ίδια πρόταση με τις λέξεις «πολύπαθη κυπριακή οικονομία». Κι αυτό γιατί το παράδειγμα, ή καλύτερα η κατάντια της Ελλάδας, από τότε που οι λέξεις αυτές εισήλθαν ξαφνικά στο καθημερινό λεξιλόγιο των κατοίκων της, τρομάζει φυσιολογικά τους Κύπριους, που έχουν μάθει να δέχονται - πολλές φορές ευχαρίστως - μεταδοτικά κουσούρια κοινωνικής, πολιτιστικής και ιδιοσυγκρασιακής μορφής από την Ελλάδα. Τη φορά αυτή λέμε «μακριά από μας», σαν να πρόκειται για κάποιο είδος χημειοθεραπείας, με τους γιατρούς να προσπαθούν με διπλωματικό και διακριτικό τρόπο να μας ξεφουρνίσουν τα κακά μαντάτα.

Όλα τα είχε η Μαριορή, λοιπόν, ο φερετζές της Προεδρίας της έλειπε στη φάση αυτή. Και όχι μόνο δεν μπορεί να τον βγάλει, αλλά πρέπει να αποδείξει ότι αξίζει να τον φοράει, στην κρισιμότερη περίοδο της Ιστορίας της ΕΕ, με τους τόνους να έχουν ανέβει σε επίπεδο ποδοσφαιρικής κερκίδας και τους εταίρους να διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους.

Μια βαθιά οικονομική κρίση στη σκιά και μιας ολοένα και οξυνόμενης παγκόσμιας πολιτικής, κοινωνικής και οικολογικής αναμπουμπούλας κλόνισε τα θεμέλια του ευρωπαϊκού συνεταιρισμού. Οι όποιες ψευδαισθήσεις προέκυψαν ποτέ ότι για τη Γηραιά Ήπειρο θ’ αρκούσε ένα μικρό μπότοξ για να μετατραπεί σε μια ελκυστική και σφριγηλή Νεαρά, ένα πολιτικά και πολιτιστικά συμπαγές γεωγραφικό σύνολο και μια οικονομικά εύρωστη υπερδύναμη, έχουν διαλυθεί από καιρό. Αν η ΕΕ αντέξει και ξεπεράσει αυτή τη μεγάλη δοκιμασία που βιώνει, τότε δύσκολα θα κλονιστεί ξανά τις επόμενες δεκαετίες –όσο επιτρέπεται να προβαίνει κανείς σε τέτοιου είδους βαρύγδουπες και μακρόπνοες πολιτικές προβλέψεις.

Δεν χρειάζεται να είναι ιδιαίτερα οξυδερκής κανείς, ή να παρακολουθεί στοιχειωδώς διοργανώσεις όπως το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου που ολοκληρώνεται απόψε, για να εξάγει με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι το μεγάλο όπλο της Ευρώπης είναι η πολυμορφία, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των κατοίκων κάθε χώρας ξεχωριστά -αλλά και κάθε περιοχής σε κάθε χώρα. Έχουμε πολλά να χωρίσουμε, η Ιστορία αυτής της Ηπείρου είναι γραμμένη με αίμα. Έχουμε, όμως, πολλά και για να παραβάλουμε, ώστε να συμβάλουμε στη δημιουργία ενός καλαίσθητου και ευγενικού ψηφιδωτού, στοιχεία παράταιρα, αλλά και στοιχεία ταιριαστά, όλα αυτά που συναποτελούν την περιβόητη «ευρωπαϊκή ταυτότητα».