Οι Κύπριοι όχι μόνο δεν διακρίνονται για τη φιλαναγνωσία τους, αλλά εξακολουθούν να θεωρούν το βιβλίο είδος πολυτελείας ή, ακόμη χειρότερα, σύμπτωμα ελιτισμού.
Το
θέμα της «ακριβής» τιμής του βιβλίου στην Κύπρο σε σχέση με την Ελλάδα δεν
αποτελούσε παρά ένα διαχρονικό άλλοθι όσον αφορά τη δημοφιλία του προϊόντος.
Μια καραμέλα που πλέον έλιωσε από τις ίδιες τις περιστάσεις, μόλις εξισορροπήθηκαν
οι τιμές στα ελληνικά και τα κυπριακά βιβλιοπωλεία. Άλλωστε, δεν ήταν μόνο τα
βιβλία που ήταν ακριβότερα ως προϊόντα στην Κύπρο, όπου επιφορτίζονταν και με
τα έξοδα μεταφοράς, αλλά τα περισσότερα καταναλωτικά είδη και για του λόγου το
αληθές αρκούσε μια καθημερινή βόλτα σε υπεραγορές, φρουταρίες, καταστήματα
ένδυσης και υπόδησης, ηλεκτρικών συσκευών κ.λπ. Μοναδική εξαίρεση που μου
έρχεται στο μυαλό είναι η τιμή των καυσίμων.
Δεν
είδα, λοιπόν, όλα αυτά τα ωραία χρόνια της ευμάρειας να πτοείται ο Κύπριος
καθώς ασκούσε καθημερινά το αγαπημένο του σπορ, τον άκρατο καταναλωτισμό. Όταν
τον ρωτούσε, βέβαια, κάποιος γιατί δεν αγοράζει βιβλία ξύπναγε μέσα του ο
ψαγμένος αγοραστής κι η μόνιμη επωδός ήταν «διότι είναι ακριβότερα απ’ ότι στην
Ελλάδα». Αποδείχτηκε περίτρανα ότι τελικά ήταν απλώς ζήτημα προτεραιοτήτων.
Οι
Κύπριοι όχι μόνο δεν διακρίνονται για τη φιλαναγνωσία τους, αλλά εξακολουθούν
να θεωρούν το βιβλίο είδος πολυτελείας ή, ακόμη χειρότερα, σύμπτωμα ελιτισμού.
Σε αντίθεση π.χ. μ’ ένα τρικούβερτο φαγοπότι στην ταβέρνα, μια σαββατιάτικη
έξοδο για ποτό ή μπίρα, με τη βενζίνη ως το βουνό ή τη θάλασσα, μ’ ένα
εξεζητημένο αξεσουάρ για το αυτοκίνητο, ένα μεταξωτό βρακί για τη φιλενάδα
κ.ο.κ. Φυσικά, τώρα με την οικονομική κρίση έχουν μειωθεί αισθητά τα έξοδα, οι
έξοδοι κι οι εξορμήσεις. Γενικότερα, το «έξω». Ωστόσο, δεδομένου ότι κι η
τηλεόραση έπαψε να αποτελεί (γιατί πότε ήταν;) ποιοτική επιλογή ψυχαγωγίας, το
βιβλίο έχει «κοπεί» πριν απ’ όλα αυτά κι ενώ θα έπρεπε η κίνησή του ν’ αυξηθεί,
μειώνεται.
Παλιότερα,
σε εποχές κρίσεων, όταν ο κόσμος αναγκαζόταν να κλειστεί περισσότερο στα σπίτια
και οξυνόταν το ενδιαφέρον του για να κατανοήσει τι συμβαίνει στον κόσμο και
στην (π.χ. κατεχόμενη) πατρίδα του, η ανάγνωση –βιβλίων, εφημερίδων,
περιοδικών- είχε αυξητική τάση. Στην Κύπρο του 2013 οι βιβλιοπώλες βλέπουν την
κίνηση να μειώνεται και ανησυχούν σοβαρά για το μέλλον. Τα βιβλιοπωλεία σήμερα
χάνουν ένα μέρος από το κοινό τους επειδή ψάχνεται περισσότερο με τις
ανταλλαγές βιβλίων, με τα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία, ακόμη και με τις
δανειστικές βιβλιοθήκες (εντάξει, δεν κάνουν και ουρές), σε πείσμα της σχετικής
έλλειψης κουλτούρας αλλά και υποδομών που εκδηλώνεται με ντροπιαστικό τρόπο
στην Κύπρο.
Ωστόσο,
στην περίπτωση των βιβλιοπωλείων, ο ανταγωνισμός δεν είναι ούτε μεταξύ τους,
ούτε με τις βιβλιοθήκες. Περισσότερο αφορά τις εναλλακτικές μορφές ψυχαγωγίας
στο πλαίσιο μιας προσπάθειας για διαμόρφωση αναγνωστικής κουλτούρας. Η αρωγή
της πολιτείας είναι απαραίτητη κι αυτό δεν αφορά μόνο την κρίση καθαυτή ούτε σημαίνει
ότι πρέπει να αρχίσει να επιχορηγεί βιβλιοπωλεία κι εκδοτικούς οίκους. Αυτό που
οφείλει να κάνει πρώτιστα είναι να ανυψώσει το μορφωτικό επίπεδο των πολιτών,
να καλλιεργήσει τη φιλαναγνωσία, να δημιουργήσει δανειστικές βιβλιοθήκες, να
μάθει στον άνθρωπο να αγαπάει την ανάγνωση. Εντούτοις, η θεσμική αδιαφορία που
επιδεικνύει το κράτος που λέγεται Κυπριακή Δημοκρατία αποτυπώνεται ανάγλυφα στη
διαιώνιση του θέματος της (ανύπαρκτης) Κυπριακής Βιβλιοθήκης.
Παρά
τις διαφορές στις καταναλωτικές συνήθειες, η αγορά βιβλίου στην Ελλάδα και η
αντίστοιχη στην Κύπρο είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Οι Κύπριοι βιβλιοπώλες θα
‘πρεπε να φτύνουν τον κόρφο τους παρακολουθώντας τα ελληνικά βιβλιοπωλεία να
κλείνουν, άλλα να φυτοζωούν, μεγάλες αλυσίδες να έχουν γονατίσει και ιστορικούς
εκδοτικούς οίκους να έχουν βάλει οριστικά λουκέτο. Βέβαια, δεν έχουν μείνει με
τα χέρια σταυρωμένα και προσπαθούν να ανιχνεύσουν την κατάσταση, ν’ αποφασίσουν
τις επόμενες επιχειρηματικές κινήσεις. Δεν πρέπει να ξεχνούν ότι υπάρχει πάντα
αναμμένη μια μικρή φλόγα: το ποσοστό εκείνο του καταναλωτικού κοινού που
παραμένει πιστά συνδεδεμένο με το βιβλίο από στάση ζωής και θεωρεί την αγορά
του περίπου ως επένδυση.


















