Σελίδες

Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

Ας ρώταγε τους παθόντες

Στην Κύπρο, ο Πολιτισμός αποτελεί το καρπούζι που τελικά άφησαν να πέσει, για να σώσουν τουλάχιστον το άλλο, την Παιδεία.


Το πρώτο μεγάλο ιστορικό λάθος της θητείας του ο Αντώνης Σαμαράς το έκανε πριν καλά- καλά ορκιστεί πρωθυπουργός: κατάργησε το Υπουργείο Πολιτισμού. Ήταν που ήταν καίριο το πλήγμα που του κατάφερε ο ΓΑΠ τον Οκτώβριο του 2009, συγχωνεύοντάς το με το Υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης, ήρθε τώρα ο δισέγγονος της Πηνελόπης Δέλτα να ιδρύσει το υπερυπουργείο- σιδηρόδρομο: Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού. Με μια αψυχολόγητη απόφαση, ένωσε δύο ογκώδη χαρτοφυλάκια με χαώδεις διαφορές μεταξύ τους, με τεράστια σημασία και πολύπλοκες ευθύνες και αρμοδιότητες.

Δεν ήξερε. Δεν ρώταγε; Ας μην πήγαινε μακριά. Ένα τηλεφώνημα μέχρι την Κύπρο θα αρκούσε. Εδώ και 47 ολόκληρα χρόνια, όπου το νεοσύστατο Υπουργείο –κατ΄εξαίρεση του Συντάγματος του ‘60- έχει αναλάβει τις εκπαιδευτικές αρμοδιότητες της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης, «ειδικοί» και «άσχετοι» σπάζουν το κεφάλι τους για να αποκολλήσουν τα δύο «σιαμαία» και δεν βρίσκουν τρόπο. Κι αυτό διότι με τα χρόνια το Υπουργείο αυτό έχει εξελιχθεί σε ένα φρικώδες γραφειοκρατικό υβρίδιο, με αντανακλαστικά κάποιου που βαστάει δυο καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη. 

Διαχρονικά, την άστοχη αυτή συνύπαρξη, πληρώνουν και τα δυο «αδέρφια» - Παιδεία και  Πολιτισμός. Ειδικότερα, όμως, ο Πολιτισμός αποτελεί το καρπούζι που τελικά το άφησαν να πέσει, για να σώσουν τουλάχιστον το άλλο. Είναι το ένα από τα δυο σιαμαία που έχει μείνει καχεκτικό γιατί έχει στερηθεί «τροφή», όσο επίσης έχει στερηθεί αγάπη και στοργή σε σχέση με το άλλο, το οποίο είναι από μόνο του αρκετά απαιτητικό για να το κάνει κανείς ζάφτι. Κι είναι κάτι παραπάνω από φανερό ότι δεν υπάρχει άλλη σοβαρή λύση από το διαχωρισμό.

Ωστόσο, όχι μόνο δεν μπορούμε να μιλάμε για πλήρη αυτονόμηση του τομέα του Πολιτισμού, αλλά ακόμη κι αυτή η «ρεαλιστική» ιδέα της δημιουργίας Υφυπουργείου ή Ενιαίας Αρχής Πολιτισμού ή οποιασδήποτε μορφής άτυπου Υπουργείου μοιάζει να απομακρύνεται επικίνδυνα, εν μέσω περιόδου «βαθιάς» οικονομικής περισυλλογής. Σε ευρεία συζήτηση στην Κυπριακή Βουλή τον Νοέμβριο του 2010 κάποιοι υπολόγιζαν ότι το 2012 –ναι, τη χρονιά που διανύουμε- θα ξεπερνιόνταν και τα τελευταία διαδικαστικά ζητήματα πριν την εφαρμογή της ιδέας, που θα έθετε για πρώτη φορά στην Ιστορία της ΚΔ τον τομέα του Πολιτισμού κάτω από στέρεα διοικητική βάση.

Στην Κύπρο, λοιπόν, συνεχίζουν να «κοσκινίζουν» επειδή δεν θέλουν να «ζυμώσουν», μοιάζουν να μην θέλουν -ή να μην τους ενδιαφέρει- να βγάλουν τον Πολιτισμό από το τέλμα και έχουν πάψει και να κρύβουν πια εδώ και καιρό την έλλειψη οράματος και πολιτικής βούλησης πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Ένας από τους λόγους που σήμερα ο τομέας αυτός θαλασσοδέρνεται στην αβεβαιότητα και στην ανυποληψία είναι ότι καθορίζεται και λειτουργεί ξεκάθαρα μετά το «και» της Παιδείας.

Το σκέφτηκε καλά, λοιπόν, ο νέος πρωθυπουργός της Ελλάδας αυτό που αποφάσισε να κάνει; Και το πιο εξωφρενικό της υπόθεσης είναι ότι τόσο ο ίδιος, όσο και ο… καλός του σύμμαχος στη νέα κυβέρνηση, Ευάγγελος Βενιζέλος, διετέλεσαν Υπουργοί Πολιτισμού κι έζησαν την καθημερινή τριβή με το συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο. Επιπλέον, ο Αντώνης Σαμαράς όπου σταθεί κι όπου βρεθεί δηλώνει βαθιά επηρεασμένος από τα «Μυστικά του Βάλτου» που έγραψε η προγιαγιά του, την ποίηση του Ελύτη (ο οποίος «βάφτισε» το προηγούμενο κόμμα που ηγείτο, Πολιτική Άνοιξη), τον οραματικό χαρακτήρα του αδερφού της Πηνελόπης Δέλτα, Αντώνη Μπενάκη, το λογοτεχνικό και μεταφραστικό έργο του θείου του Παύλου Ζάννα. 

Όλοι αυτοί θα γίνουν σύντομα φαντάσματα και θα τον κυνηγούν, διότι αυτή η συγχώνευση δεν μπορεί παρά να λογίζεται ως υποτίμηση του πολυτιμότερου και σημαντικότερου κεφαλαίου της χώρας, σε μια από τις κρισιμότερες στιγμές της Ιστορίας της.

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Το βουνό στον Μωάμεθ

Ο ΘΟΚ μπορεί να μπει μπροστάρης στην υλοποίηση ποιοτικών θεατρο-παιδαγωγικών προγραμμάτων και δράσεων στα σχολεία, συμπαρασύροντας και το γραφειοκρατικό τέρας του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού.


Προφανώς και είναι μια είδηση που πέρασε στα ψιλά, όπως οι πολιτιστικές ειδήσεις που δεν είναι πικάντικες και δεν έχουν αύρα σκανδάλου. Ο ΘΟΚ γνωστοποίησε την απόφασή του να εντάξει και να συνδυάσει, στο πλαίσιο του προγράμματος Young Europe, το επιτυχημένο πείραμα του classroom play με το αρχαίο ελληνικό δράμα. Με άλλα λόγια, την ερχόμενη σχολική σεζόν, θα παρουσιάσει στα σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης μια παραγωγή Θεάτρου Βαλίτσα, με την Αντιγόνη του Σοφοκλή. 

Θα πρόκειται για μια ειδική εκδοχή, μέσα από τη σκηνοθετική ματιά της Δέσποινας Γκάτζιου, με μόλις τέσσερις ηθοποιούς, η οποία δεν θα παρουσιάζεται πλέον στην τάξη, αλλά στις αίθουσες εκδηλώσεων των σχολείων- και μάλιστα με τρόπο δημιουργικό και διαδραστικό που θα παρουσιάζει στους μαθητές τις βασικές πτυχές του μύθου.

Κι αυτό που μπορούμε να αναφωνήσουμε εδώ είναι «That's one small step for man, one giant leap for mankind». Για το καταχώνιασμα της είδησης φταίμε κι εμείς οι πολιτιστικογράφοι, ωστόσο, αν το σκεφτεί κανείς καλύτερα δεν έχει τόσο σημασία η αναγγελία της, όσο το να γίνει πράξη και η μετέπειτα εξέλιξη της πρωτοβουλίας με όλες τις ευεργετικές επιπτώσεις που θα έχει στη θεατρική μας πραγματικότητα.

Η εξαιρετική ισραηλινή παραγωγή με την Αντιγόνη του Σοφοκλή που παρακολουθήσαμε το 2008 και στην Κύπρο, όπως μας ενημέρωσε ο σκηνοθέτης Χανάν Σνιρ, παρουσιάστηκε περίπου 250 φορές σε λύκεια και γυμνάσια της χώρας, καθώς εντάχθηκε επίσημα στο εθνικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Έτσι, χιλιάδες μαθητές είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν μια ολοκληρωμένη, πολυμελή και επαγγελματική παραγωγή που περιόδευσε σ’ όλο τον κόσμο. Είναι σίγουρα διαφορετικά τα μεγέθη όταν συγκρίνουμε την Κύπρο με το Ισραήλ, από οικονομικής, πολιτικής, γεωγραφικής άποψης. 

Κυρίως, όμως, στον τρόπο που αντιλαμβάνεται ολόκληρη η κοινωνία τη σημασία που έχει η επένδυση στον Πολιτισμό. Στην εκτίμηση του οφέλους που συνιστά η καλλιέργεια της θεατρικής παιδείας, η επαφή και τριβή π.χ. με τα αρχαία κείμενα.

Το θεατρικά προηγμένο Ισραήλ βάζει λοιπόν τα γυαλιά σ’ εμάς που θεωρούμε εαυτούς «άμεσους κληρονόμους» του θησαυρού του Αρχαίου Ελληνικού Θεάτρου κι έχουμε αναφορικά με την ερμηνεία του σαφή πλεονεκτήματα, μεταξύ των οποίων φυσικά η γλώσσα. Κι έχουμε ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη στην αξιοποίησή του, ηθικό χρέος να το αφήσουμε να μας «κατακτήσει».
Η διοργάνωση και φιλοξενία παραγωγών που απευθύνονται σε παιδιά και εφήβους, αλλά και η ενεργός συμμετοχή στους Σχολικούς Αγώνες Θεάτρου είναι δύο σημαντικές κατακτήσεις, που όμως δεν αρκούν. 

Εκτός από τον σπουδαίο ρόλο που μπορεί να αποτελέσει το θέατρο στην εκπαιδευτική διαδικασία, ως κατεξοχήν παιδευτικό εργαλείο, η πρωτοβουλία αυτή μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση των θεατών του μέλλοντος, σε μια προσπάθεια να θεραπευτεί και η μεγάλη «πληγή» του θεάτρου της Κύπρου, που παραμένει η χαμηλή απήχηση που έχει σε σχέση με άλλου είδους θεάματα, όπως για παράδειγμα το ποδόσφαιρο.

Ο ΘΟΚ μπορεί να μπει μπροστάρης στην υλοποίηση ποιοτικών θεατρο-παιδαγωγικών προγραμμάτων και δράσεων στα σχολεία, συμπαρασύροντας και το γραφειοκρατικό τέρας του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού. Όσο κόπο και χρήμα κι αν ποντάρει σ’ αυτό το καθαρόαιμο άτι θα του επιστραφούν μελλοντικά στο πολλαπλάσιο. 

Δεν είναι κακό η κάνουλα που αφορά τον ΘΟΚ και τη θεατρική ανάπτυξη να είναι γενναιόδωρη. Ωστόσο μετά από 41 χρόνια λειτουργίας του οργανισμού ίσως θα πρέπει να δούμε από άλλη σκοπιά το θέμα, να αναλογιστούμε πότε θα ζυγώσει η ευλογημένη εκείνη ώρα που θα δούμε τους κυπριακούς θιάσους να πετούν τα δεκανίκια και να πατούν γερά στα πόδια τους, εξασφαλίζοντας την εμπορικότητα που θα τους καθιστά βιώσιμους και αυτοδύναμους.

Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Άκουσον μεν, πάταξον δε

Καλά, τι νόμιζαν δηλαδή  ότι κάνουν οι Χρυσαυγίτες; Ότι μοιράζουν λουλούδια και φιλιά σε δρόμους και πλατείες; 
Το πιο ηχηρό χαστούκι ήταν αυτό της 6ης Μαΐου. Έπιασε «γεμάτα» το μάγουλο και είδαμε τον ουρανό σφοντύλι. Αυτό, στα ροδαλά μαγουλάκια της Κανέλλη, έμοιαζε με χάδι, παρόλο που η συμπεριφορά του εκπροσώπου τύπου της ρατσιστικής συμμορίας έκανε πολλούς να ανατριχιάσουν. Και γιατί παρακαλώ; Δεν ήταν δα και τόσο βίαιη. Ο συγκεκριμένος «βουλευτής για μια μέρα» της ΧΑ δεν έχει κρύψει ποτέ το ενδιαφέρον του (sic) για τις πολεμικές τέχνες και την αγάπη του για το στρατό και θα έπρεπε κανείς να συνυπολογίσει τι θα ΜΠΟΡΟΥΣΕ να κάνει σε όποιον έπιανε στα χέρια του.

Συγνώμη, αλλά το σοκ και το δέος που ένιωσαν κάποιοι παίρνοντας live μια μικρή γεύση και διαπιστώνοντας για τι είδους ανθρώπων τελικά μιλάμε, είναι κομματάκι υποκριτικό. Καλά, και τι νόμιζαν δηλαδή ότι κάνουν οι κρανιοφόροι, κουκουλοφόροι, ροπαλοφόροι, σημαιοφόροι ενεργοί «ακτιβιστές» του «λαϊκού συνδέσμου», όλοι αυτοί οι αυτόκλητοι νταβατζήδες μιας φοβισμένης κι από τη σκιά της κοινωνίας; Ότι μοιράζουν λουλούδια και φιλιά σε δρόμους και πλατείες, εκλιπαρώντας ευγενικά τους μετανάστες, ή κάθε είδους διαφορετικούς ανθρώπους, να αδειάσουν τη γωνιά;

Εδώ κι ένα μήνα που οι άνθρωποι αυτοί -που έχουν κάνει τον Καρατζαφέρη να μοιάζει με μετριοπαθές «γατάκι» της πολιτικής- και η ανατριχιαστικά αυξανόμενη δυναμική τους έχουν μπει για τα καλά στη ζωή μας, παρακολουθούμε με ενδιαφέρον και μια σχεδόν παιδική περιέργεια τις δημόσιες κινήσεις και τοποθετήσεις τους. Συνεχώς, όταν ακούμε  και βλέπουμε κάποιον από αυτούς να ξεδιπλώνει τα «τρανταχτά» του επιχειρήματα, δημιουργείται μια γενικότερη ατμόσφαιρα- εντύπωση ότι έχουμε να κάνουμε μ' ένα αιμοβόρο τέρας το οποίο μας κάνει τη χάρη και συγκρατιέται κάτω από το προσωπείο της πολιτικής ορθότητας, νιώθωντας κι ένα είδος ευγνωμοσύνης που δεν πλακώνει τους συνομιλητές του στα κλωτσομπουνίδια με την πρώτη νύξη. Κάτι, δηλαδή, σαν το «σύνδρομο της Στοκχόλμης».

Όπου, λοιπόν, δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος. Όπου τα επιχειρήματα στερεύουν, αρχίζουν τα μπουγελώματα και οι σφαλιάρες. Αυτό είναι μια συμπεριφορά που ξενίζει απ’ όποιον κι αν προέρχεται. Εδώ είχε ξενίσει τις προάλλες ο έντονος διαπληκτισμός μεταξύ Πέτρου Τατσόπουλου και Στέλιου Σταυρίδη σε τηλεοπτική εκπομπή, παρόλο που οι δυο τους –ειδικά ο πρώτος- αρκέστηκαν στους ακραίους χαρακτηρισμούς και το αγριεμένο ύφος.

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι ούτε το «ατυχές περιστατικό» της Πέμπτης, που «απολαύσαμε» όλοι χάρη στην τηλεόραση και το παντοδύναμο διαδίκτυο, δεν είναι σε θέση να ταρακουνήσει το κολλημένο μυαλό μιας συνεχώς αυξανόμενης μάζας Ελλήνων πολιτών. Όσοι τρίβουν τα χέρια τους από το περιστατικό, προσδοκώντας σε σημαντικό πολιτικό κόστος για τη Χρυσή Αυγή, πλανώνται πλάνη οικτράν. Ένα μεγάλο ποσοστό Ελλήνων είναι της άποψης «ν’ αγιάσει το χέρι του» ή «τον προκάλεσαν πρώτα οι δύο ερειστικές παλιοκομμουνίστριες», ενώ πολλοί Έλληνες, τρεκλισμένοι από τις καθημερινές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές «σφαλιάρες», ακόμη και άνθρωποι που ΔΕΝ ψηφίζουν ΧΑ, χαμογέλασαν κάτω από τα μουστάκια τους στην ιδέα ότι βρέθηκε κάποιος να περιλάβει στις ξεγυρισμένες αυτούς που στη συνείδησή του έχουν «τσουβαλιαστεί» ως υπεύθυνοι για την κατάντια του. 

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ζαλάδας, δεν αποκλείεται οι διάσημες πλέον σφαλιάρες του «λεβέντη» στις εκπροσώπους του ασθενούς φύλου (λέμε τώρα) να ενισχύσουν τη συσπείρωση της Χρυσής Αυγής.

Η αποτυχία των -ενοχλητικά απαθών όταν η «μπάλα» καίει- εκφραστών του πολιτικού mainstream έπαιξε το δικό της ρόλο στα αίτια της ανόδου του νοσηρού φαινομένου. Εμείς, οι «συνδυασμένες δυνάμεις των ΜΜΕ και των πολιτικών σε Ελλάδα και Κύπρο», οι δημοσιογράφοι- «εκφραστές του κατεστημένου» κ.λπ. κ.λπ. θα συνεχίσουμε το «κυνήγι μαγισσών» και την «εμετική μας προπαγάνδα», σε μια προσπάθεια να υπερασπιστούμε ό,τι τέλος πάντως έχει μείνει όρθιο στην κοινωνία μας.

Δεν είναι πολλά, αλλά είναι στοιχειώδη. Ο νεοναζισμός και ο ακραίος εθνικισμός δεν είναι η απάντηση στο πρόβλημα. Είναι ένα μόρφωμα, ανήκει στις επικίνδυνες παρενέργειες του προβλήματος, χαίνει σαν μολυσμένο αίμα από την πληγή που πυορροεί. Και το ζήτημα είναι να βρεθούν και να εφαρμοστούν οι πολιτικοί και πολιτισμένοι μέθοδοι θεραπείας.

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

Πιο δημοκρατικά, πεθαίνεις

Αλήθεια, έπαψε ποτέ να είναι μέχρι ενός σημείου «αυταρχική» και ελλιπής η δημοκρατία μας;

Η Ευρώπη της κρίσης, προδομένη από τον ίδιο της τον εαυτό, μοιάζει όλο και περισσότερο με το τραπέζι ενός συμβολαιογράφου γύρω από το οποίο τσακώνονται κατινίστικα όλοι οι τεθλιμμένοι συγγενείς για να προασπίσουν τα μικροσυμφέροντά τους. Κάποιοι απ’ αυτούς μάλιστα έχουν ανέβει πάνω στο τραπέζι κουνώντας το δάχτυλο, άλλοι αρκούνται να χτυπούν το χέρι, ενώ στο νότιο και το ανατολικό μέρος του τραπεζιού οι πιο πρόσφατα αφιχθέντες θαμώνες έχουν λουφάξει, ψάχνουν να δουν πού θα κρυφτούν. Ο συμβολαιογράφος το έσκασε, ενώ ο νεκρός ίσως να αποδειχτεί στο τέλος της ημέρας ότι είναι η ίδια η Ευρώπη, όπως την ξέραμε –η ατμόσφαιρα μυρίζει ήδη σήψη.

Η σημερινή οικονομική και πολιτική κρίση είναι η λυδία λίθος που δοκιμάζει την αγνότητα των προθέσεων των οραματιστών και των πρωτοστατών της γεωγραφικής, οικονομικής και πολιτικής ενότητας, που θα έβαζε οριστικά τέλος στον αβυσσαλέο αλληλοσπαραγμό με διακύβευμα την κυριαρχία, πάνω στον οποίο γύριζε για αιώνες η τροχαλία της Ιστορίας της ηπείρου, παράγοντας συνεχώς εθνικά μαντριά. Αυτή τη βεβαρημένη Ιστορία επικαλέστηκαν για την επίτευξη μιας ειρηνικής συνένωσης συνεργαζομένων λαών, με απώτερο στόχο την απόλυτη πολιτική ένωση, που πλέον δεν φαίνεται ούτε με τα κιάλια.

62 χρόνια μετά τη διακήρυξη του Σχεδίου Σουμάν, η έννοια της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», η ιδέα της «συμφιλιωμένης, ενωμένης και ισχυρής Ευρώπης» άρχισαν να ακούγονται σαν κρύα ανέκδοτα. Τα επιτεύγματα που ευαγγελίζονταν οι ταγοί, η ενιαία αγορά, η τελωνειακή ένωση, η νομισματική ένωση, έχουν αρχίσει να αμφισβητούνται όσο ποτέ.

Οι λαοί της Ευρώπης παραμένουν «παγιδευμένοι σε θαλάμους εθνικών ψευδαισθήσεων» και έχουν βαλθεί να αποδείξουν ότι το βασικό κίνητρο της ευρωπαϊκής τους προοπτικής ήταν και παραμένει οικονομικό. Αν εξυπηρετεί την τσέπη μας πάει καλά, αλλά αν η κότα πάψει να γεννάει χρυσά αυγά πάει κατευθείαν για το τσουκάλι.

Οι παγκόσμιες ανακατατάξεις είναι πολλές και κλιμακώνονται, με τη Γηραιά Ήπειρο να παραμένει αυτή που γεωπολιτικά, ιστορικά και οικονομικά διαδραματίζει το σημαντικότερο ρόλο, αλλά και το μαλακό υπογάστριο της οικουμένης. Ζούμε σε μια εποχή μεγάλων συγκρούσεων και βαθέων αντικτύπων. Συγκρούσεων ιδεών, πνευματικών και πολιτιστικών διενέξεων, οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών. Την ίδια στιγμή που ο οικολογικός εφιάλτης βροντάει την πόρτα και οδηγεί σε νέες ανισορροπίες.

Μέσα στο κλίμα αυτό και οι υποθετικά προηγμένες χώρες έχουν αρχίσει εμμέσως να αμφισβητούν τη δημοκρατία, με την παραδοσιακή θεσμική της έννοια, προωθώντας ένα νέο είδος «αυταρχικής δημοκρατίας» προκειμένου να εφεύρει μηχανισμούς αντιμετώπισης πιο δραστικούς και αποτελεσματικούς, ώστε να ανακτηθεί ο έλεγχος των πραγμάτων. Αλήθεια, έπαψε ποτέ να είναι μέχρι ενός σημείου «αυταρχική» και ελλιπής η δημοκρατία μας; Και το μόνο επιχείρημα που διαιωνίζαμε για να την υποστηρίξουμε ήταν ότι, με τα ελαττώματά του, αυτό είναι το καλύτερο πολίτευμα που έχουμε. Στην ουσία όμως δημιουργήθηκε ένας ακόμη μηχανισμός διαχείρισης της εξουσίας που εξυπηρετεί τους λίγους εις βάρος του «δήμου», των πολλών, αφήνοντας τους πολλούς να πιστεύουν το αντίθετο. Δεν είναι τίποτε παραπάνω από μια απάτη, μια βαριά βιομηχανία ελπίδας.

Όταν η αλήθεια είναι «κάπου ανάμεσα» δεν διαλέγεις στρατόπεδο.