Σελίδες

Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

Θαυμάστε με

Η αλαζονεία είναι σαν το σκόρδο: βρωμάει αμέσως μόλις ανοίξει κάποιος το στόμα του.

Μπορεί να ισχύει ότι η ταπεινοφροσύνη είναι η αγαπημένη μεταμφίεση της αλαζονείας, αλλά δεν συμβαίνει και το αντίθετο. Ο επηρμένος άνθρωπος είναι άρρωστος, βλέπει παντού εχθρούς, ανταγωνιστές και αντιζήλους, νιώθει ότι όλοι ασχολούνται με την αφεντιά του και απεργάζονται την καταστροφή του. Δυσκολεύεται, ή καλύτερα αδυνατεί να συγκρατήσει τον εαυτό του από την ακατάσχετη περιαυτολογία, πλασάρει τις απόψεις του ως τη μοναδική και αδιαπραγμάτευτη αλήθεια, ο κόσμος του ανήκει. 

Αν υπήρξε ποτέ -ή μάλλον αν ισχυρίστηκε ότι υπήρξε- ιδεαλιστής, αυτό συνέβη για να τροφοδοτήσει το αχόρταγο εγώ του με την ολόγλυκη αμβροσία του θαυμασμού των άλλων. Αδυνατεί να κρατήσει και τα προσχήματα, οτιδήποτε κάνει εκβιάζει τον θαυμασμό ή και τον φθόνο –γλυκός είναι κι αυτός, ειδικά αν προέρχεται από όσους αντιπαθεί.

Πολλοί από αυτή τη «φυλή» ζουν και αναπνέουν ανάμεσά μας και το πιο ανατριχιαστικό είναι ότι κάποιοι εξ αυτών κρατούν τις τύχες μας στα χέρια τους. Είναι άνθρωποι που δεν έχουν ούτε ακουστά το ρητό «άρχεσθαι μαθών, άρχειν επιστήσει» κι αν το πήρε λιγάκι το αυτί τους, δεν ίδρωσε. Βρίσκουν ενοχλητικά ανώφελο να κάνουν κάτι χωρίς αντίκρισμα για τη μεγαλομανία τους, αντίθετα επιδιώκουν να καυχηθούν για το πιο ασήμαντο «κατόρθωμά» τους. Αλλά, η αλαζονεία είναι σαν το σκόρδο: βρωμάει αμέσως μόλις ανοίξει κάποιος το στόμα του.

Αν αυτή η έπαρση συνδυαστεί με τον φανατισμό και το δογματισμό, όλο το γλυκό «καθίσει» στη βάση της μισαλλοδοξίας, πασπαλισμένο με την αμορφωσιά και τη μονομανία, το αποτέλεσμα δίνει πολλές απαντήσεις για τα αμέτρητα ιστορικά αδιέξοδα, τους πολέμους και τις γενοκτονίες. Το κουσούρι που γεννάει την αλαζονεία είναι η έλλειψη αυτοπεποίθησης και κατά προέκταση ο φόβος σε κάθε του έκφανση- ο μεγαλύτερος και πιο ύπουλος εχθρός του ανθρώπου, αλλά και του Πολιτισμού. Εμποδίζει την πραγματική πρόοδο, την πνευματική μας εξύψωση.

Βέβαια, υπάρχει και η θεωρία που υποστηρίζει ότι κατά βάθος όλοι είμαστε αλαζόνες και οι ενάρετοι φαίνονται από το πόσο καλά πετυχαίνουν να το κρύψουν αυτό, να περιορίσουν την αλαζονεία σε λανθάνουσα μορφή. 

Ο πολιτισμός δεν είναι κληροδότημα, σαν τον μπαξέ του παππού. Είναι κατάκτηση. Ακόμη κι αυτό το απόσταγμα γνώσης και σοφίας, το χνάρι του ανθρώπου πάνω στον πλανήτη, οι επόμενες γενιές πρέπει να το μελετήσουν και να χτίσουν πάνω σ’ αυτό, όχι απλώς να το θαυμάζουν και να το φυλάνε σαν κόσμημα, γιατί έτσι το αχρηστεύουν, είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ. 

Ένα καλό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή είναι ο περιορισμός της αλαζονείας.

Κυριακή 19 Ιουνίου 2011

Mυαλά στη μέγγενη

Η οικονομική κρίση δεν είναι το πρόβλημα, αλλά απλώς μια παρενέργεια του πραγματικού προβλήματος.

Όταν ακούς να μιλάνε περί ειρήνης, πάρε το όπλο σου. Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν ακούς να μιλάνε περί οικονομικών, ράψε τις τσέπες σου. Το «ουρανοκατέβατο» (;) κακό που βρήκε τη φουκαριάρα την Ελλάδα -που της έλαχαν αχρείοι πολιτικοί και εξαπατημένοι ψηφοφόροι που χτυπούν το κεφάλι τους κατόπιν εορτής- μας έχει ταρακουνήσει όλους. 

Γνωρίζοντας πως όταν πταρνίζεται η Ελλάδα το συνάχι εδώ το έχουμε σίγουρο και με δεδομένη τη μπόρα της παγκόσμιας κρίσης, που και ομπρέλα να κρατάς όλο και κάποιες ψιχάλες θα σε πιάσουν, ετοιμαζόμαστε κι εμείς για τα χειρότερα, φτύνοντας τον κόρφο μας.

Είναι εκνευριστική η διαπίστωση ότι όλο αυτό το κλίμα δίνει ένα ισχυρό πάτημα στους επιλεκτικά «τσιγκούνηδες» και περισυλλογιστές, να κόπτονται για την ευρωστία της κρατικής οικονομίας μόνο όταν πρόκειται για κάτι ουσιαστικά χρήσιμο στα κοινά, όπως οι πολιτιστικές υποδομές και η δημιουργία. 

Η επιγραφή «Μούσαις χάρισε θύε», δηλαδή θυσίαζε στις Μούσες και τις Χάριτες, που κρέμασε ο Χαρίτων Χαριτωνίδης στην είσοδο της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου, μπορεί σήμερα να διαβάζεται από ρομαντική έως και γραφική και να αντιμετωπίζεται ως ψευτοδιανοουμενίστικη εξυπνάδα, αλλά η κρίση πόρρω απέχει από τη λύτρωση όσο δεν γίνεται «κοινό κτήμα» το αξίωμα ότι η οικονομική κρίση δεν είναι το πρόβλημα, αλλά απλώς μια παρενέργεια του πραγματικού προβλήματος.

Είναι ένα κλίμα μέσα στο οποίο ευδοκιμούν κάθε είδους περίεργες φυλές. Βιαστές που δημηγορούν υπέρ της παρθενίας. Κερατάδες που τελαλίζουν τις αρετές της πολυγαμίας. Σαρκοφάγοι που, μεταξύ δύο γευμάτων, υποστηρίζουν φανατικά τη χορτοφαγία. Μάντηδες παλιών ειδήσεων και έμποροι ψυχών, μυαλοποιοί και μυαλοπώληδες. 

Όπως συμβαίνει πάντοτε, τη νύφη δεν την πληρώνουν αυτοί που τη χαίρονται στο κρεβάτι τους, ούτε τα σπασμένα αυτοί που τα σπάσανε. Τα κερατιάτικα τα πληρώνει ο κερατάς και δαρμένος. «Οι νταβατζήδες στα θεωρεία κι εμείς στο λάκκο με τα θηρία» που λέει κι ο Τζιμάκος.


Συνεπώς, το «ξύπνημα» και η «αγανάκτηση», έστω και με ελλειμματική αυτοκριτική, χρειάζεται. Δεν μπορούμε να μένουμε απαθείς, μετέωροι ενώ η δίνη μας ρουφάει για τα καλά. Όποιος δεν προχωρά, πάει προς τα πίσω κι αυτό είναι μια αρχή που κινεί κοτζάμ μηχανισμό του καπιταλισμού. 

Αυτή η κίνηση προς τα εμπρός, άλλωστε είναι η μόνη κατά την οποία ο άνθρωπος διατηρεί την ισορροπία, την αυτοκυριαρχία και την αυτοπεποίθησή του. Σε οποιαδήποτε άλλη, είναι έρμαιο. Με καύσιμο την αυτογνωσία, αλλά και τα λάθη και τα ελαττώματά μας παίρνουμε πρώτα τον εαυτό μας και τη ζωή μας στα χέρια μας και μετά όλο τον κόσμο. 

Δεν πρέπει να ξεχνάμε, άλλωστε, πως «τίποτα πλήρες δεν αναπνέει», όπως έλεγε και ο Ιταλοαργεντινός ποιητής Αντόνιο Πόρτσια.

Κυριακή 12 Ιουνίου 2011

Η κάθοδος των συγγραφέων

Το «κλείσιμο του ματιού» των Ελλήνων εκδοτών και συγγραφέων προς τους Κύπριους αναγνώστες, δεν είναι τυχαίο, ούτε σημαίνει ότι ξαφνικά «αγάπησαν» τους Κύπριους αναγνώστες. 

Ο Απρίλης και ο Μάιος είναι παραδοσιακά οι μήνες που οι εκδοτικοί οίκοι δίνουν το μεγαλύτερο βάρος στην παραγωγή τους καθώς το καλοκαίρι είναι η αγαπημένη εποχή για το διάβασμα, τόσο για τους αγγλιστί επονομαζόμενους «bookaholics», όσο και για τους λιγότερο «συστηματικούς» αναγνώστες. Ο χρόνος μπροστά από αυτό το «κουτί του διαόλου» λιγοστεύουν, η ρουτίνα χαλαρώνει και αυξάνονται οι ευκαιρίες για ξεκούραση και ξεγνοιασιά, ενώ μεγαλύτερη είναι και η διάθεση για εναλλακτική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου.

Μόνο το μήνα που διανύουμε διοργανώθηκαν και διοργανώνονται καμιά τριανταριά εκδηλώσεις- παρουσιάσεις βιβλίων σε όλες τις πόλεις της Κύπρου. Οι περισσότεροι από τους συγγραφείς είναι εξ Ελλάδος κι είναι εμφανής η πρόθεση μεγάλων ελληνικών εκδοτικών οίκων να «σπρώξουν» τα βαριά, εμπορικά «χαρτιά» τους στην Κύπρο, εντοπίζοντας στο νησί τις προοπτικές μιας αγοράς που μπορεί να μην είναι «παρθένα», αλλά στην εποχή της μεγάλης δυσπραγίας, μπορεί να δώσει μεγάλες «ανάσες».

Μπορεί η κρίση στην Ελλάδα να μην έχει επηρεάσει συγκλονιστικά τις πωλήσεις βιβλίων (μάλλον το αντίθετο συμβαίνει, αφού υπάρχει κίνηση ιδιαίτερα στα βιβλία που θεματολογικά σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την κρίση), αλλά όπως όλοι οι επιχειρηματίες, οι εκδότες επιζητούν να εξετάσουν καινούριες προοπτικές, όταν μια ολόκληρη οικονομία σφίγγει τα λουριά. Το «κλείσιμο του ματιού» των Ελλήνων εκδοτών και συγγραφέων προς τους Κύπριους αναγνώστες, δεν είναι τυχαίο, ούτε σημαίνει ότι ξαφνικά «αγάπησαν» τους Κύπριους αναγνώστες. 

Ωστόσο, δεν μας χαλάει κιόλας. Αντίθετα, δίνεται η ευκαιρία στο βιβλιόφιλο κοινό να γνωρίσει από κοντά αγαπημένους ή αγνώστους του συγγραφείς, να τους ακούσει να μιλούν για το έργο τους, να συζητήσει μαζί τους, να αισθανθεί κάποιου είδους πνευματική οικειότητα μαζί τους, να διαπιστώσει από πρώτο χέρι ότι πίσω από τις λέξεις κρύβονται άνθρωποι με σάρκα και οστά και όχι απόμακροι «γκουρού» κλεισμένοι στη γυάλα της δημοσιότητας.


Το μεράκι και το αυξανόμενο ενδιαφέρον από τοπικούς παράγοντες, βιβλιοπώλες κ.λπ. για τη διοργάνωση τέτοιων παρουσιάσεων και τη φιλοξενία συγγραφέων από την Ελλάδα αξίζει ειδικής μνείας και συμβάλει κι αυτό με τη σειρά του στην εξάπλωση αυτού του φαινομένου. Οι βιβλιοπώλες, άλλωστε, δεν είναι μπακάληδες, με όλη τη συμπάθεια για τη συγκεκριμένη συνομοταξία εμπόρων. Το εμπόρευμά τους είναι ευαίσθητο και ιδιόμορφο και χρειάζεται να συμμετέχουν ενεργά στο διάλογο για τη διάδοση της φιλαναγνωσίας και τη σημασία του βιβλίου για την πνευματική μας ζωή. Γι’ αυτό και τους καλωσορίζουμε. 

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Αγάπη μου, δεν είναι αυτό που νομίζεις…

Ανατριχιάζει κανείς και μόνο που το σκέπτεται: τα χρόνια περνούν, ο κόσμος προοδεύει, ο πολιτισμός εξελίσσεται, όλα τριγύρω αλλάζουνε, εκτός από την πολιτική και τους πολιτικούς.



Όλα στο παιχνίδι είναι. Κι οι αλλαξοκαρεκλιές, κι οι ίντριγκες, τα πισώπλατα μαχαιρώματα, τα τσαλιμάκια, οι πιρουέτες, όλα. Η πολιτική διέπεται από το νόμο της ζούγκλας, όπου κάθε συζήτηση περί ηθικής είναι πρόσχημα: ευγενικότερος στόχος είναι μόνο η επιβίωση. Και δεν πρόκειται για σπριντ, ούτε και για μπαρμπούτι. Σκάκι είναι και μάλιστα οι καλύτεροι παίκτες δεν είναι οι πιο έξυπνοι, αλλά οι πιο ζαβολιάρηδες. 

Ο Μακιαβέλι ήξερε πολύ καλά τι έλεγε πριν από 500 χρόνια όταν διατείνονταν ότι ο επιτυχημένος ηγεμόνας καθοδηγείται από την αυστηρά ωφελιμιστική επιλογή των μέσων που κρίνει κατάλληλα για τους σκοπούς του, αυτός που ξέρει να αρπάζει τις ευκαιρίες που προκύπτουν και να αφουγκράζεται τη συγκυρία. Κανείς από τους πριν και μετέπειτα ηγεμόνες του κόσμου δεν παρεξέκλινε από τον κανόνα αυτό, γιατί ο λεγόμενος και πατέρας της σύγχρονης πολιτικής σκέψης δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να καταγράψει την κατάσταση όπως πραγματικά έχει. Στο πρόσωπο του Καίσαρα Βοργία βρήκε το αρχέτυπο του διαχρονικού φιλόδοξου πολιτικού άρχοντα, που επιστρατεύει τη δύναμη της θέλησης κι ένα μείγμα πολιτικών μεθόδων, προκειμένου να πετύχει πάση θυσία τους πολιτικούς του στόχους. Ανατριχιάζει κανείς και μόνο που το σκέπτεται: τα χρόνια περνούν, ο κόσμος προοδεύει, ο πολιτισμός εξελίσσεται, όλα τριγύρω αλλάζουνε, εκτός από την πολιτική και τους πολιτικούς.

Όλοι εμείς που καθόμαστε απέναντι, πόσο μάλλον όσοι βρισκόμαστε στην έπαλξη της άτυπης «4ης Εξουσίας», εύκολα χτυπάμε τα δάχτυλά μας πάνω στο πληκτρολόγιο, όπως αβίαστα εκστομίζουμε μύδρους προσωπικά ή γενικά εναντίων αυτών που ορίσαμε να ορίζουν τις τύχες μας. Αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων ότι δεν κάνει ο άνθρωπος την καρέκλα, αλλά ισχύει το αντίθετο. Πολλοί είναι αυτοί που λένε «βρε ας με έβαζαν εμένα Πρόεδρο/ βουλευτή/ υπουργό κ.ο.κ. για μια μέρα και θα τα έκανα όλα τζιτζί». 

Αρκετοί ήταν αυτοί που κατάφεραν να πάρουν την καρέκλα έχοντας καλές προθέσεις, σαν αυτές που είναι στρωμένος ο δρόμος προς την κόλαση. Μόλις, όμως, στρογγυλοκάθισαν, μια απόκοσμη μεταφυσική δύναμη προερχόμενη από το υπερπέραν κατέλαβε το μυαλό και την καρδιά τους και τους μετέφερε στη σκοτεινή απέναντι πλευρά. Έτσι είναι τα πράγματα;

Μάλλον το βασίλειο της Δανιμαρκίας είναι σάπιο ως τα θεμέλια και καταπίνει όλες τις καλές προθέσεις, τις ιδέες και τις εμπνεύσεις και μεταλλάσει τους άρχοντες σε μια στρατιά από κυνικούς καιροσκόπους, έρμαια των φυσικών δυνάμεων της πολιτικής. Κακός πολιτικός δεν είναι μόνο αυτός που βάζει χέρι στον μπεζαχτά, ούτε αυτός που χαϊδεύει τα αυτιά του όχλου και καμώνεται ότι φοράει τις ίδιες αλυσίδες. Είναι συνένοχος όποιος συμμετέχει σ’ ένα φαληρισμένο σύστημα που στηρίζεται σε μια σειρά από παράλληλα «εγώ» των κάθε λογής ματαιόδοξων εξυπνάκηδων, σε βάρος του συνόλου.

Αργά ή γρήγορα η Αγανάκτηση θα βροντήξει και τη δική τους πόρτα. Δεν αργεί η μέρα που οι πολλές μικρές ακίνδυνες, άβουλες και ανάλαφρες νιφάδες θα ενωθούν μεταξύ τους και θα γίνουν χιονοστιβάδα που θα παρασύρει όλα τα προσχηματικά αντερείσματα του σάπιου συστήματος. Αμήν.