Το θέμα του Υφυπουργείου Πολιτισμού δεν είναι παίξε
γέλασε. Δεν μπορεί να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη, ούτε με «μηδενικό
δημοσιονομικό κόστος».
Αρκετά διαβασμένος σχετικά
με τις πραγματικές ανάγκες του θαλασσοδαρμένου τομέα του Πολιτισμού εμφανίστηκε
στη συνάντησή του με ανθρώπους του χώρου, ο υποψήφιος ΠτΔ Νίκος Αναστασιάδης. Αυτές
αφορούν κυρίως τις υποδομές και τη θεσμική- διοικητική ανασυγκρότηση,
προκειμένου ο «αιώνιος ναυαγός» να βρει επιτέλους το δρόμο προς την Ιθάκη. Ο
ίδιος δεν άφησε την εντύπωση ότι θέλει να κάνει τον ειδικό επί του θέματος,
αλλά επέλεξε να δείξει αποφασισμένος να παράξει σχετικό πολιτικό έργο.
Όσο καλά κι αν τον προετοίμασε το επιτελείο του για τη συνάντηση αυτή, προφανώς δεν πρέπει να προσπάθησε καν να τον πείσει ότι θα χρειαστεί να πλασάρει την εικόνα του ειδήμονος και φιλοθεάμονα, του λάτρη και μαικήνα των τεχνών και των καλλιτεχνών. Το πιθανότερο είναι, σε μια τέτοια περίπτωση, ότι θα γελούσαν και οι καρέκλες εκεί στο Caraffa Bastione.
Όσο καλά κι αν τον προετοίμασε το επιτελείο του για τη συνάντηση αυτή, προφανώς δεν πρέπει να προσπάθησε καν να τον πείσει ότι θα χρειαστεί να πλασάρει την εικόνα του ειδήμονος και φιλοθεάμονα, του λάτρη και μαικήνα των τεχνών και των καλλιτεχνών. Το πιθανότερο είναι, σε μια τέτοια περίπτωση, ότι θα γελούσαν και οι καρέκλες εκεί στο Caraffa Bastione.
Αυτό, όμως, είναι και το
τελευταίο που θα έπρεπε να ενοχλεί όσους ασχολούνται με τα του Πολιτισμού. Δεν
είναι αυτές οι ιδιότητες και αρετές που θα έπρεπε να μας νοιάζουν. Εξάλλου, χορτάσαμε
από φιλοθεάμονες και μυσταγωγούς Προέδρους, από «σχετικούς» και «ευαίσθητους»
με την Τέχνη, η προηγηθείσα στάση και συμπεριφορά των οποίων γέμιζε με
προσδοκίες όσους κόπτονται για τον Πολιτισμό, αλλά στο τέλος μείναμε όλοι με
την όρεξη. Εδώ που φτάσαμε, η θεωρία των «καλών κι αγνών προθέσεων» που
συγκρούστηκαν με το τέρας των «αστάθμητων οικονομικών αναποδιών» ακούγεται πιο
γραφική κι από το Κελλάκι. Είναι προτιμότερο ν’ ακούμε «στεγνές» πολιτικής και
τεχνοκρατικής φύσεως προσεγγίσεις: έκαστος στο είδος του και ο Πρόεδρος της
Δημοκρατίας στην εκτελεστική εξουσία.
Ωστόσο, ο Αναστασιάδης δεν
είναι ακόμη ο ανώτατος άρχων. Και η μόδα της εποχής επιβάλλει να κρατάμε όλοι
μικρό καλάθι. Πόσο μάλλον όταν ο ομιλητής είναι ένας φιλόδοξος υποψήφιος και
–θεωρητικά- φαβορί στην κούρσα των Προεδρικών. Το γεγονός από μόνο του βγάζει
αβίαστα στη ράχη του μέσου ανοιχτομάτη ακροατή τ’ αγκάθια της
επιφυλακτικότητας. Η επίτευξη του –κακόηχου- «Μνημονίου Πολιτισμού» που
εξήγγειλε ο υποψήφιος, θεωρεί ότι προϋποθέτει την άμεση ίδρυση Υφυπουργείου
Πολιτισμού.
Το θέμα της Ενιαίας Αρχής Πολιτισμού, ενός ανεξάρτητου φορέα που θα ασκεί πολιτιστική πολιτική -η μελέτη για την οποία ξεκίνησε επί της προηγούμενης κυβέρνησης και ολοκληρώθηκε επί της απερχόμενης- έχει τοποθετηθεί στην παγωνιέρα. Και είναι φυσικό να έχει περίοπτη θέση στην ατζέντα για τα πολιτιστικά: αναμένεται να το ακούσουμε κι από τους άλλους υποψηφίους.
Το θέμα της Ενιαίας Αρχής Πολιτισμού, ενός ανεξάρτητου φορέα που θα ασκεί πολιτιστική πολιτική -η μελέτη για την οποία ξεκίνησε επί της προηγούμενης κυβέρνησης και ολοκληρώθηκε επί της απερχόμενης- έχει τοποθετηθεί στην παγωνιέρα. Και είναι φυσικό να έχει περίοπτη θέση στην ατζέντα για τα πολιτιστικά: αναμένεται να το ακούσουμε κι από τους άλλους υποψηφίους.
Ωστόσο, το θέμα του
Υφυπουργείου Πολιτισμού δεν είναι παίξε γέλασε. Το θέμα έχει σκαλώσει
περισσότερο στο κόστος λειτουργίας κι όχι στις νομικίστικες πτυχές του. Και
είναι παράξενο που ο Νίκος Αναστασιάδης επιμένει ότι έχει θέσει ως απαράβατη
αρχή το μηδενικό δημοσιονομικό κόστος. Είχα γράψει παλιότερα, όταν το θέμα ήταν
ξανά της μόδας, ότι αν είναι να κατεβάσουμε, απλώς, την ταμπέλα «Πολιτιστικές Υπηρεσίες»
και στη θέση της να γράψουμε «Υφυπουργείο Πολιτισμού», εντάσσοντας και το Τμήμα
Αρχαιοτήτων, καλύτερα να μην μπούμε καν στον κόπο. Δεν χρειαζόμαστε ένα νέο
γραφειοκρατικό τέρας που θα κάνει τον «τροχονόμο» στα πολιτιστικά δρώμενα.
Η νέα υπηρεσία που θα
δημιουργηθεί πρέπει να είναι αυτή που θα θέσει τον πολιτισμό υπό στέρεα
διοικητική και θεσμική βάση. Πρέπει να δίνει τις λύσεις κι όχι να εξελιχθεί σ’
ένα νέο πρόβλημα. Γι’ αυτό πρέπει να στελεχωθεί, να ενισχυθεί, να αποκτήσει τα
εχέγγυα για να μπορεί να κάνει τις απαιτούμενες τομές. Αυτή πρέπει να είναι η
εκκίνηση οποιασδήποτε συζήτησης προσβλέπει στη διέξοδο από το τέλμα στο οποίο
έχει περιέλθει ο Πολιτισμός, λόγω αδιαφορίας, αδράνειας, ανικανότητας κι
έλλειψης οράματος και πολιτικής βούλησης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου