Απαιτήσεις δεν πρεπει να υπάρχουν μόνο από τον ΘΟΚ, αλλά και από τα υπόλοιπα επιχορηγημένα θέατρα.
Ό,τι κι αν κάνει στραβό ή
αμφιλεγόμενο ο ΘΟΚ είμαστε όλοι έτοιμοι –και δικαίως- να τον στήσουμε στον
τοίχο: από καλλιτέχνες και δημοσιογράφους, μέχρι και πολιτικούς. Ασχέτως αν οι
τελευταίοι κάνουν στη θεατρική τέχνη την τιμή να ασχοληθούν μαζί της μόνο όταν
αγγίζονται τα μικροκομματικά τους φετίχ. Πρόκειται για έναν οργανισμό με
Ιστορία, που επιχορηγείται από το κράτος για να ασκεί θεατρική πολιτική. Γι’
αυτό και όσοι ευθύνονται για τη λειτουργία του και τις αποφάσεις που τον
αφορούν είναι υπόλογοι.
Ο ντόρος που γίνεται κάθε
χρόνο όταν ο οργανισμός ανακοινώνει την ανασύσταση του θιάσου είναι τόσο
μεγάλος, που πολλές φορές όχι μόνο δεν κοπάζει αμέσως, αλλά δεν αρκεί καν ο
αναπόφευκτος ντόρος της επόμενης σεζόν για να τον καλύψει. Φέτος ήταν ακόμη
μεγαλύτερος και ασχέτως με το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις αποφάσεις
του οργανισμού, είναι εμφανής η προσπάθεια να γίνουν κάποιες τομές στην
(αναχρονιστικότατη) διαδικασία πρόσληψης των ηθοποιών που θα εξυπηρετούν το
ρεπερτόριο.
Πάνω απ’ όλα, όμως, ο ΘΟΚ
πρέπει να είναι -και είναι- υπόλογος για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα που
προσφέρει στα μάτια του Κύπριου θεατή. Και η καλλιτεχνική αποτυχία συγχωρείται
μόνο αν είναι περιστασιακή, αν αποτελεί εξαίρεση σε μια αξιοπρεπή θεατρική
σεζόν.
Όπως, όμως, είναι υπόλογος
ο ΘΟΚ, το ίδιο υπόλογα είναι και τα υπόλοιπα θεατρικά σχήματα. Όχι μόνο έναντι
του φορολογούμενου- θεατή ο οποίος πληρώνει εισιτήριο για να πάει να
παρακολουθήσει μια (επιχορηγημένη) παράσταση. Αλλά και έναντι όλων, της
θεατρικής κοινότητας, του ΘΟΚ που ασκεί (υποτίθεται) έλεγχο μέσω της
Γνωμοδοτικής Επιτροπής. Κι όσο μεγαλύτερη είναι η επιχορήγηση που λαμβάνει ένα «ελεύθερο»
θέατρο (τα εισαγωγικά δικά μου) τόσο μεγαλύτερο είναι το χρέος και το καθήκον
που έχει να παρουσιάσει ένα θέαμα που να βλέπεται.
Οι απαιτήσεις λοιπόν από
τα τέσσερα «αθάνατα» θέατρα, αυτά που έχουν το προνόμιο να είναι ενταγμένα στο
Σχέδιο Επιχορηγήσεων Γ, είναι ακόμη μεγαλύτερες. Ας μην κοροϊδευόμαστε.
Υπάρχουν σήμερα θεατρικά σχήματα που επιχορηγούνται με εκατοντάδες χιλιάδες
ευρώ και προσφέρουν στο θεατή παραστάσεις κατά πολύ λιγότερο ποιοτικές από αυτό
που μπορούν να προσφέρουν. Το ίδιο ισχύει και για σχήματα του Σχεδίου Β, που
κατά τα άλλα μέχρι και… σε φόνο θα έφταναν προκειμένου να ενταχθούν στο
«κλειστό κλαμπ» των προνομιούχων του Γ.
Και κάθε φορά που
πηγαίνεις να παρακολουθήσεις μια παράσταση νιώθεις σαν να ζεις τη «Μέρα της
Μαρμότας», όπως ο Μπιλ Μάρεϊ: όλες οι παραγωγές μοιάζουν ίδιες. Είτε κωμωδία
είναι, είτε δράμα, είτε κλασικό είναι, είτε σύγχρονο, αισθάνεσαι ότι βλέπεις
την ίδια παράσταση. Ο θίασος δεν αλλάζει ούτε με αίτηση, οι σκηνοθέτες είναι οι
ίδιοι και οι ίδιοι, πολλές φορές δεν αλλάζουν ούτε οι σκηνογράφοι και οι
ενδυματολόγοι. Αν μη τι άλλο, αυτό προκαλεί έναν τεράστιο κορεσμό στον θεατή,
που βλέπει συνέχεια τις ίδιες φάτσες και τις ίδιες γραμμές, αλλά και στον
καλλιτέχνη, με εύλογες συνέπειες για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.
Είμαι πολύ άδικος που
«τσουβαλιάζω» και δεν ονοματίζω σε ποια θεατρικά σχήματα αναφέρομαι, καθώς
υπάρχουν σαφώς καλλιτεχνικοί οργανισμοί που αν μη τι άλλο προσπαθούν, το κατά
δύναμιν, να προτείνουν κάθε φορά κάτι πιο φρέσκο. Αυτοί τους οποίους αφορά αυτή
η κριτική, οι «κορεσμένοι» και οι «μπαλωματάκηδες», που προτιμούν να επενδύουν
τα πονεμένα δημόσια χρήματα σ’ ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα- σούπα και που στα θεατρικά
τους σχήματα με σημαντική προσφορά και προϊστορία η έλλειψη οράματος και
διάθεσης είναι εμφανής, ξέρουν ποιοι είναι.
Και θέλω να πιστεύω ότι τους ξέρει
και ο θεατής. Το γεγονός ότι οι θεατρόφιλοι εξακολουθούν –όσο εξακολουθούν- να
στηρίζουν τις καλλιτεχνικές τους προτάσεις δεν πρέπει να τους εφησυχάζει.
Έστησαν τους θεατρικούς τους χώρους επενδύοντας χρήματα, προβαίνοντας σε πολλές
θυσίες, βάζοντας μεράκι και όλα αυτά πολλές φορές εις βάρος του θεατρικού
προϊόντος. Αλλά θα έρθει μια μέρα που θα δουν με πόνο ψυχής τους ίδιους
ηθοποιούς, να παίζουν με γεμάτες τσέπες μπροστά σε άδεια πλατεία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου