Αυτό
που ξεπλένει και κοινωνικοποιεί την κατοχή είναι ο πανδαμάτορας.
Η συνταγή είχε κι ωραία υλικά. Ήταν η φόρτιση από τη λαχτάρα της επιστροφής σ’ ένα χώρο άκρατου ιστορικού συμβολισμού. Ήταν τ’ αστέρια που κρεμόντουσαν σαν φαναράκια στον θόλο του αμμοχωστιανού ουρανού κι άσπριζαν στο σκοτάδι την αμμουδιά, ο φλοίσβος της παραλίας, ο καιρός που μας έκανε το χατίρι, η ομορφιά των ερειπίων του ταλαιπωρημένου μνημείου, η καλή παρέα. Πάνω απ’ όλα ήταν το έργο του Σοφοκλή, το σπουδαιότερο και πληρέστερο ίσως λογοτεχνικό κείμενο που έχει να επιδείξει ο πολιτισμός κι αυτό το φοβερό πλάσμα, ο άνθρωπος.
Άπειρες διασυνδέσεις με πρόσωπα και καταστάσεις μπορεί κανείς να κάνει αναφορικά με τον διαχρονικό μύθο της Αντιγόνης και τις διαστάσεις του. Στην περίπτωση της Κύπρου, που για πολλοστή φορά χωρίζεται σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα σκέψης και εξήγησης των γεγονότων, αμφότεροι θα μπορούσαν να εντοπίσουν δεκάδες αγωγούς ερμηνείας που να οδηγούν τη στάση τους σε (αυτο)δικαίωση. Και δυνητικά έχουν όλοι δίκιο. Απλά πρέπει να κατέβουν κάπως οι τόνοι πριν οι «τουρκοφάγοι» με τους «τουρκοπροσκυνημένους» ολοκληρώσουν μόνοι τους αυτό που άφησε στη μέση ο Αττίλας.
Αν δεν το ευχαριστηθήκαμε όσο θέλαμε, ήταν λόγω της μίρλας και της ηθικής δηλητηρίασης των προθέσεών μας. Μπορεί να μη γέμιζαν ούτε ταξί αυτοί που την ώρα της παράστασης κατέβηκαν διαμαρτυρόμενοι έξω από την ελληνική Πρεσβεία, υπερασπιζόμενοι την Κυπριακή Δημοκρατία με ελληνικές (;) σημαίες, αλλά την κρίσιμη ώρα έχουν τον τρόπο να δείξουν τη δυναμική τους.
Πουθενά κάννες όπλων, ούτε μία μπότα (με πόδι ή χωρίς), καμιά επιθετική διάταξη, κανένας Τούρκος στρατιώτης σε εμφανή θέση, για να του κάνουμε τους «υποτελείς θεατρινισμούς» μας. Κι αν υπήρχε πουθενά κάποιος κρυμμένος, υποθέτω ότι αυτό θα ήταν ακόμη πιο εξευτελιστικό για τον ίδιο και το καθεστώς που εκπροσωπεί. Μοναχά 4-5 ψευδοτροχονόμοι με αστεία καπέλα, σαν από ταινία με τον Λουί Ντε Φινές, για να κάνουν ζάφτι τα δεκάδες λεωφορεία και αυτοκίνητα που κατέκλυσαν τον χώρο. Και καμία διατύπωση.
Εννοείται ότι κανείς δεν μπορεί να λησμονήσει ούτε δευτερόλεπτο το γεγονός ότι αυτή η πανανθρώπινη κοιτίδα πολιτισμού ελέγχεται από τον κατοχικό στρατό. Δεν χρειάζεται να φοράς ειδικά γυαλιά για να τους βλέπεις παρατεταγμένους, η κατοχή είναι μια χειροπιαστή, αναχρονιστική πραγματικότητα, που διόλου δεν κλονίστηκε από την παράσταση, όπως δεν κλονίζεται –αντίθετα, ισχυροποιείται– από τις ηθικές αναστολές και την άρνηση. Είναι αυτή η αίσθηση στην ατμόσφαιρα που όσο κι αν θέλεις να την καταπνίξεις, είναι αδύνατο να το καταφέρεις. Κι ίσως είναι αυτή που σου δίνει και το μεγαλύτερο κίνητρο.
Ακόμη όμως κι αν ήταν εμφανή όλα αυτά, ακόμη κι αν το κοίλο του αρχαίου θεάτρου ήταν περικυκλωμένο από ανθρωπόμορφα μιλιταριστικά κατάλοιπα, το ανέβασμα του συγκεκριμένου έργου στην ελληνική γλώσσα, στον συγκεκριμένο χώρο, αβίαστα οδηγεί σε επαναστατικούς συνειρμούς. Κατά τον τρόπο π.χ. που η ορθολογικοποιημένη, αποσπασμένη από το αρχαιοελληνικό σύμπαν «Αντιγόνη» του Ζαν Ανούιγ παρουσιάστηκε κάτω από τη μύτη των ναζί στο κατεχόμενο Παρίσι, ως σύμβολο της γαλλικής αντίστασης, κατακεραυνώνοντας το καθεστώς του Βισί.
Νομίζω, μόνο, ότι είναι αυτονόητο να δεχτούμε πως μόνη λύση χωρίς Τουρκοκύπριους στην εξίσωση είναι η διχοτόμηση. Η οποία ντε φάκτο είναι υπαρκτή. Εξαιρώ βέβαια αυτούς που φαντασιώνονται ότι οι εναπομείναντες δυνητικοί μας εταίροι θα ξεκινήσουν για τη… Μογγολία κολυμπώντας. Ταπεινή μου άποψη είναι ότι αυτό που ξεπλένει και κοινωνικοποιεί την κατοχή είναι ο πανδαμάτορας, που κυλάει βασανιστικά εναντίον της υπόθεσής μας. Γιατί, όσο η Κύπρος παραμένει κολοβή, τα συμφέροντα της Τουρκίας συμπίπτουν απόλυτα με τη φυσιολογική αποξένωση και την καλά ενορχηστρωμένη καχυποψία μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου