Σελίδες

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

Να ζήσουμε να τα θυμόμαστε

Βραβεία Θεάτρου: Όσο δεν γνωρίζουμε τις προθέσεις του ΘΟΚ ο θεσμός παραμένει ξεκρέμαστος.  



Είναι μια αλήθεια ότι ο θεσμός των Θεατρικών Βραβείων είχε αρχίσει τα τελευταία χρόνια να μπάζει νερά και να δίνει την εντύπωση ότι «στην υφιστάμενή του μορφή έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του». Η αλήθεια εντούτοις είναι μισή, εφόσον διατυπώνεται από αυτόν που είχε την ευθύνη για τη διαφύλαξη του θεσμού, δηλαδή από τον θεσμοθέτη. Εύκολα εκλαμβάνει κανείς την κατάργηση των Βραβείων ως αυτοκριτική και παραδοχή αποτυχίας των αποφάσεων που λήφθηκαν κατά τη θητεία του διοικητικού σχήματος. 

Μπορεί να μην παραδέχονται ότι πρόκειται περί κατάργησης και να διαβεβαιώνουν σε όλους τους τόνους ότι πρόκειται για «προσπάθεια ανανέωσης και εκσυγχρονισμού», αλλά όσο δεν κάνουν λιανά το πώς φαντάζονται τη θεσμοθέτηση νέου τρόπου επιβράβευσης, αυτό που ισχύει είναι η ύπαρξη ενός τεράστιου κενού που υπονομεύει ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία του γενικότερου πλαισίου. Να μου επιτρέψετε, λοιπόν, όσο δεν έχουμε στα χέρια κάτι χειροπιαστό, να ανησυχώ πολύ σοβαρά για το μέλλον του θεσμού, ο οποίος παρά τις αντιφάσεις και τις αδυναμίες του έχει σημαντικό λόγο ύπαρξης, χτίστηκε με κόπο και χρήμα και διαδραμάτισε τον δικό του ιδιαίτερο ρόλο στη σύγχρονη ιστορία του κυπριακού θεάτρου.

Ο λόγος που ο ΘΟΚ υποχρεώθηκε να ανακοινώσει τώρα το τέλος του θεσμού όπως τον γνωρίζαμε και δεν περίμενε λίγο καιρό μέχρι να ξεκαθαρίσει τις προθέσεις του, είναι για να μη χρειαστεί να αφήσει σε εκκρεμότητα τη νέα κριτική επιτροπή, γεγονός που αυτομάτως δημιουργεί ερωτήματα για το πώς θα αξιολογηθούν από το μελλοντικό πλαίσιο επιβράβευσης οι παραγωγές της θεατρικής σεζόν 2016–17. 

Κάτι ανάλογο είχε γίνει στην αρχή της περιόδου 2013–14, όταν ο οργανισμός, μέσα στον πανικό της οικονομικής κρίσης, ψαχνόταν και για το πώς θα διατηρούσε ή αν θα καταργούσε τον θεσμό, καθυστερώντας σημαντικά να ορίσει νέα επιτροπή και αφήνοντας πολλές παραγωγές ακάλυπτες. Ήταν η περίοδος που τα Βραβεία δέχτηκαν το ισχυρότερο πλήγμα και –όπως φάνηκε– δεν ξανασήκωσαν κεφάλι. 

Προσωπικά έχω εκφράσει δημόσια τις επιφυλάξεις μου για την απόφαση να καθιερωθεί ο θεσμός σε ετήσια βάση, παρά τη γεωμετρική αύξηση των θεατρικών παραγωγών. Αμφέβαλλα επίσης και για το νέο, παγκοσμίως πρωτότυπο, σύστημα αξιολόγησης, με τις ασυντόνιστες επιτροπές να κρίνουν και να ψηφίζουν σε ειδικά έντυπα χωρίς τα μέλη να συναντιούνται ποτέ. Για να είμαι δίκαιος, οι αποφάσεις αυτές λήφθηκαν και εφαρμόστηκαν από τον τέως διευθυντή Γιώργο Παπαγεωργίου πριν την ανάληψη του εν λόγω διοικητικού σχήματος. Το ΔΣ ωστόσο όχι μόνο υιοθέτησε τις αλλαγές αυτές, αλλά υπερθεμάτισε κιόλας, ανακοινώνοντας νέες τροποποιήσεις, νέες μειώσεις στα χρηματικά έπαθλα, μέχρι πλήρους εκμηδένισης, και την οικειοποίηση της επιλογής του Μεγάλου Βραβείου. Παράλληλα επέτρεψε την αύξηση των υποψηφιοτήτων που είχαν μεν στόχο να προσφέρουν τη χαρά της διάκρισης στους δημιουργούς, αλλά στην ουσία ροκάνιζαν το κύρος που είχε απομείνει στη διαδικασία.

Δεν λέω, κάποιες κινήσεις για τη διαφύλαξη των Βραβείων ήταν χρήσιμες και κάποιες από αυτές επιβεβλημένες. Όπως η αλλαγή ονομασίας από «Βραβεία ΘΟΚ» σε «Βραβεία Θεάτρου», προκειμένου να κατευναστεί η διαχρονική γκρίνια των ελεύθερων σχημάτων ότι ο οργανισμός διατηρεί τον θεσμό για να αυτολιβανίζεται. 

Να δεχτούμε τις καλές προθέσεις για σοβαρή αναδιάρθρωση, αλλά και πάλι ο οργανισμός μένει εκτεθειμένος από το γεγονός ότι δεν κατόρθωσε να προετοιμαστεί έγκαιρα ώστε να ανακοινώσει το νέο πλαίσιο παράλληλα με την κατάργηση του υφιστάμενου. Και μέσα σ’ όλα αυτά να αφουγκραστεί και να εισπράξει το κλίμα και από τον υπόλοιπο θεατρικό κόσμο τον οποίο υποτίθεται ότι αφορά αυτός ο θεσμός. Διοργανώνοντας, ας πούμε, μια ανοιχτή διαβούλευση με τους ενδιαφερόμενους, όπως συμβαίνει με το Σχέδιο Θυμέλη. Όμως ήδη αυτές οι εισηγήσεις είναι σαν κλαυθμός πάνω από το χυμένο γάλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου