Σελίδες

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2016

Επανακτώντας τη Σαλαμίνα

Η τέχνη από τη φύση της είναι μια λυδία λίθος επικοινωνίας και συμφιλίωσης.

                              Φωτογραφία: © Αντώνης Γ. Αντωνίου.

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι πιο ευαίσθητος σχετικά με το αρχαίο θέατρο της Σαλαμίνας από τον άνθρωπο που το έφερε στο φως. Τον άνθρωπο που ανέσκαπτε επί 22 χρόνια τον χώρο μέχρι που έζησε την πίκρα και την οργή της απώλειας με τη βίαιη επέλαση του Αττίλα και αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του σε μια επιστημονική και συναισθηματική σχέση πάθους με το σπουδαιότερο αρχαιολογικό μνημείο του νησιού. Από τον επιστήμονα που σήμερα υποχρεώνεται από το κατοχικό καθεστώς να πληρώνει (ψευδο)εισιτήριο για να επισκεφθεί ένα μέρος όπου πέτρες και κολόνες τον αναγνωρίζουν και του «μιλάνε», αφού τις έχει δει να ξεθάβονται χιλιοστό προς χιλιοστό.

Κι όμως πολλοί θα ζήλευαν την ψυχραιμία και τη νηφαλιότητα με την οποία ο Βάσος Καραγιώργης, στα 87 του πλέον, παρακολουθεί το έργο ζωής του να έρχεται στην επικαιρότητα. Θα στοιχημάτιζα ότι η πίκρα και η οργή που αισθάνεται ξεχειλίζει βλέποντας τη Σαλαμίνα του, τη Σαλαμίνα όλων μας, από σύμβολο ειρήνης να γίνεται αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης και δόλωμα στη δίνη της μικροπολιτικής. Το είδε να συμβαίνει πέρσι όταν ο ΘΟΚ ανέβαζε τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη σηματοδοτώντας την επιστροφή του ελληνικού λόγου στο υπό κατοχή μνημείο. Και το βλέπει να συμβαίνει και φέτος που η συμβολικότητα της παρουσίας του κρατικού θεάτρου στη Σαλαμίνα θεριεύει τόσο από το γεγονός ότι ανεβάζει ένα κατεξοχήν (αν όχι ΤΟ κατεξοχήν) πολιτικό έργο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, την Αντιγόνη, όσο ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι στην παραγωγή συμμετέχουν τα υπόλοιπα δύο κρατικά θέατρα του «εθνικού κορμού», το ΕΘΕ και το ΚΘΒΕ.

Ο Βάσος Καραγιώργης είναι σε θέση να εκτιμήσει πόσο σπουδαίο είναι να ξεκινήσει να ακούγεται τακτικά ο ελληνικός λόγος στον συγκεκριμένο χώρο. Αλλά και βέβαια δεν κακολογεί όσους διατηρούν συνειδησιακές ενστάσεις. Το πλέον ενοχλητικό, ωστόσο, είναι να βλέπει την κοινή γνώμη να διχάζεται, τους Κύπριους, με πρώτα βιολιά τους εκπροσώπους των πολιτικών δυνάμεων, να επιδίδονται στα αγαπημένα τους σπορ: την πόλωση, την υπερβολή και την υστερία.

Ο ΘΟΚ ισχυρίζεται -και οι δύο σημαντικοί θεατρικοί οργανισμοί με τη συμμετοχή τους προφανώς σιγοντάρουν – ότι η επιστροφή στη Σαλαμίνα συνιστά ευκαιρία κι όχι απειλή. Είναι μια σχολή σκέψης που έχει ενδιαφέρον και δεν πρέπει να αναθεματίζεται ως ύποπτη εμπλοκής σε συνωμοσία. Υποστηρίζει ότι η συμμετοχή ενός νόμιμου θεσμού σε εκδήλωση στα κατεχόμενα μπορεί εν δυνάμει να αποτελέσει και δήλωση διεκδίκησης της αυτονόητης νομιμότητας, μια διαδικασία ψηλάφησης όσων ενώνουν τις δύο κοινότητες που έχουν δηλητηριαστεί από τις επιταγές των διεθνών γεωπολιτικών συμφερόντων και τις συγκρουόμενες εθνικές αφηγήσεις. Αλλά ενδεχομένως μπορεί να ταράξει και τα λιμνάζοντα ύδατα σε σχέση με τη διάσωση μιας κληρονομιάς που ανήκει σε ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Αν λέγαμε ότι η πολιτιστική κληρονομιά της Κύπρου στα κατεχόμενα κακοπερνά θα ήταν μια ήπια διαπίστωση. Τα περί μομέντουμ έχουν αρχίσει να ξεφουσκώνουν καθώς οι προσδοκίες για τουρκικές υποχωρήσεις αποδεικνύονται φρούδες και οι τουρκικές φρεγάτες εξακολουθούν να κυνηγούν κυπριακά πλοία στ’ ανοιχτά του νησιού. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εξυπηρετεί την υπόθεσή μας το να χώνουμε το κεφάλι στην άμμο και να διαιωνίζουμε ξύλινες ορολογίες που νομίζουμε ότι θα συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα του ‘74. Το ψευδοκράτος παραμένει πάντα ψευδοκράτος, αλλά είτε το θέλουμε, είτε όχι οι κάτοικοί του είναι κανονικοί άνθρωποι με σάρκα και οστά κι εκτός από άρτο έχουν πραγματική ανάγκη και από θεάματα, προκειμένου αν θέλετε να... εκπολιτιστούν κιόλας. Κι είναι αστείο να συζητούμε για οποιοδήποτε πλαίσιο λύσης όταν παγιδευμένοι στην αυστηρή τυπολατρία στραβοκαταπίνουμε στην ιδέα μιας κοινής πολιτιστικής δραστηριότητας τέτοιου υψηλού συμβολισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου