Τα «Νταχάου» της Ελλάδας και τα «Ωραιόκαστρα» της Γερμανίας.
Άρτι ενθουσιωδώς εγκατασταθείσα στο Νταχάου, λίγο έξω από το Μόναχο, η αδερφή μου άρχισε ήδη να παθαίνει καθημερινά πολιτισμικά σοκ. «Πρόσεξα ότι κανένας γονιός δεν έκανε κατάληψη, παρά το ότι υπάρχουν παιδιά από εννιά χώρες μόνο στην τάξη των παιδιών μου» μου είπε χαριτολογώντας, όταν τη ρώτησα για την πρώτη μέρα των βλασταριών της στο νέο τους σχολείο. «Κανένα δεν μιλάει γρι γερμανικά, εντούτοις η δασκάλα φοράει λουλούδια στο κεφάλι κι είναι μες στη χαρά που έχει την τάξη ένταξης».
Όπως καταλαβαίνετε, τα... κατορθώματα του Συλλόγου Γονέων του 5ου Δημοτικού Σχολείου Ωραιοκάστρου δεν άργησαν να φτάσουν μέχρι τη Βαυαρία –ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας. Εν μία νυχτί, από μια ανόητη, εντελώς κατακριτέα ανακοίνωση, η κωμόπολη αυτή στα βορειοδυτικά της Θεσσαλονίκης έφτασε –καθώς η υπερβολή παραμένει το εθνικό μας σπορ– να θεωρείται περίπου το σύγχρονο αντίστοιχο του Νταχάου επί Χίτλερ. Αδίκως, αλλά όχι εντελώς αδικαιολόγητα.
Κύριος φορέας της αδικίας είναι το πρόγραμμα αυτοδιοίκησης Καλλικράτης. Βλέπετε, το εν λόγω δημοτικό σχολείο βρίσκεται στο Μελισσοχώρι Θεσσαλονίκης, το οποίο από το 2011 υπάγεται στον Δήμο Ωραιοκάστρου κι έτσι έχει σήμερα την ευχέρεια να... τον λοιδορεί. Η περιοχή του Ωραιοκάστρου ήταν κι από εκείνες που είχαν επιλεχθεί το 1922 για εγκατάσταση προσφύγων. Μάλιστα, θεωρείται ότι Πόντιοι πρόσφυγες έδωσαν το σημερινό όνομα της πόλης, εις ανάμνηση ενός ωραίου κάστρου στην Άρδασσα.
Το Μελισσοχώρι, πάλαι ποτέ γνωστό και ως Μπάλτζα, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο με την παραγωγή αγωνιστών κατά την Επανάσταση του 1821 και τον Μακεδονικό Αγώνα. Δεν θέλω σε καμιά περίπτωση να συνδέσω το ιστορικό φορτίο της ηρωομάνας κοινότητας με το κρούσμα ηλιθιότητας στα ενδότερα ενός συλλόγου γονέων, που μπορεί να οφείλεται στη μεταδοτική εμμονή ελαχίστων ή κι ενός ατόμου που βρήκε πρόσφορο έδαφος στη σημερινή Ελλάδα, υπό τις διαμορφωθείσες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Οι διαστάσεις που έχει πάρει το συγκεκριμένο περιστατικό, το γεγονός ότι δεν θεωρείται ένα απλό, καθημερινό κρούσμα ρατσιστικής συμπεριφοράς, έχει να κάνει με την επίγνωση ότι οι άνθρωποι που απειλούν με κατάληψη το σχολείο αν τα παιδιά τους κάνουν μάθημα στον ίδιο χώρο με τα προσφυγόπουλα είναι ενεργοί γονείς. Αν υπάρχει μια θετική πλευρά στο όλο θέμα είναι ότι προκλήθηκε όλη αυτή η κατακραυγή με την επακολουθήσασα ευαισθητοποίηση, γεγονός που δείχνει ότι τα δημοκρατικά και ανθρωπιστικά αντανακλαστικά εξακολουθούν ακόμη να λειτουργούν. Κάτι είναι κι αυτό.
Η σκοτεινή πλευρά του ζητήματος όμως έχει να κάνει με το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα στο οποίο οι γονείς αυτοί προσπαθούν να αποτρέψουν την ένταξη των προσφύγων. Δεν λέω ότι το εκπαιδευτικό σύστημα στις χώρες προέλευσης των προσφύγων είναι ανώτερο, όμως σίγουρα δεν μπορεί να είναι αυτός ο μπούσουλας. Το πρόβλημα παραμένει εκεί και αφορά ένα μεταφορικά και κυριολεκτικά περίκλειστο σύστημα.
Μεταφορικά γιατί είναι μονοδιάστατο, επιστημονικά ατεκμηρίωτο, ευάλωτο στις επιδράσεις του οικογενειακού περιβάλλοντος και θυσιάζει τη νοητική ακεραιότητα και μοναδικότητα κάθε μαθητή στον βωμό του σκοταδισμού, των αγκυλώσεων και της καλλιέργειας φόβου και ανοησίας. Συμβάλλει έτσι στο χτίσιμο του «τοίχου» που περιέγραψαν οι Pink Floyd, ο οποίος απομονώνει τα παιδιά από τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους. Ο τοίχος αυτός, όμως, είναι και κυριολεκτικός. Γιατί τα σχολεία στην Ελλάδα, όπως και στην Κύπρο, μοιάζουν όλο και περισσότερο με σωφρονιστικά ιδρύματα: βαριές αυλόπορτες και τσιμεντένια προαύλια, περιτριγυρισμένα από κάγκελα που φυλακίζουν το σώμα αλλά και το πνεύμα των «προστατευόμενων» μαθητών.
«Παρεμπιπτόντως, πρόσεξα ότι το νέο μας σχολείο, που σου θυμίζω ότι βρίσκεται στο Νταχάου, ΔΕΝ έχει κάγκελα» έκλεισε τη συζήτηση η αδερφή μου, αφήνοντάς με να ζω μ’ έναν επώδυνο προβληματισμό.
Άρτι ενθουσιωδώς εγκατασταθείσα στο Νταχάου, λίγο έξω από το Μόναχο, η αδερφή μου άρχισε ήδη να παθαίνει καθημερινά πολιτισμικά σοκ. «Πρόσεξα ότι κανένας γονιός δεν έκανε κατάληψη, παρά το ότι υπάρχουν παιδιά από εννιά χώρες μόνο στην τάξη των παιδιών μου» μου είπε χαριτολογώντας, όταν τη ρώτησα για την πρώτη μέρα των βλασταριών της στο νέο τους σχολείο. «Κανένα δεν μιλάει γρι γερμανικά, εντούτοις η δασκάλα φοράει λουλούδια στο κεφάλι κι είναι μες στη χαρά που έχει την τάξη ένταξης».
Όπως καταλαβαίνετε, τα... κατορθώματα του Συλλόγου Γονέων του 5ου Δημοτικού Σχολείου Ωραιοκάστρου δεν άργησαν να φτάσουν μέχρι τη Βαυαρία –ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας. Εν μία νυχτί, από μια ανόητη, εντελώς κατακριτέα ανακοίνωση, η κωμόπολη αυτή στα βορειοδυτικά της Θεσσαλονίκης έφτασε –καθώς η υπερβολή παραμένει το εθνικό μας σπορ– να θεωρείται περίπου το σύγχρονο αντίστοιχο του Νταχάου επί Χίτλερ. Αδίκως, αλλά όχι εντελώς αδικαιολόγητα.
Κύριος φορέας της αδικίας είναι το πρόγραμμα αυτοδιοίκησης Καλλικράτης. Βλέπετε, το εν λόγω δημοτικό σχολείο βρίσκεται στο Μελισσοχώρι Θεσσαλονίκης, το οποίο από το 2011 υπάγεται στον Δήμο Ωραιοκάστρου κι έτσι έχει σήμερα την ευχέρεια να... τον λοιδορεί. Η περιοχή του Ωραιοκάστρου ήταν κι από εκείνες που είχαν επιλεχθεί το 1922 για εγκατάσταση προσφύγων. Μάλιστα, θεωρείται ότι Πόντιοι πρόσφυγες έδωσαν το σημερινό όνομα της πόλης, εις ανάμνηση ενός ωραίου κάστρου στην Άρδασσα.
Το Μελισσοχώρι, πάλαι ποτέ γνωστό και ως Μπάλτζα, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο με την παραγωγή αγωνιστών κατά την Επανάσταση του 1821 και τον Μακεδονικό Αγώνα. Δεν θέλω σε καμιά περίπτωση να συνδέσω το ιστορικό φορτίο της ηρωομάνας κοινότητας με το κρούσμα ηλιθιότητας στα ενδότερα ενός συλλόγου γονέων, που μπορεί να οφείλεται στη μεταδοτική εμμονή ελαχίστων ή κι ενός ατόμου που βρήκε πρόσφορο έδαφος στη σημερινή Ελλάδα, υπό τις διαμορφωθείσες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Οι διαστάσεις που έχει πάρει το συγκεκριμένο περιστατικό, το γεγονός ότι δεν θεωρείται ένα απλό, καθημερινό κρούσμα ρατσιστικής συμπεριφοράς, έχει να κάνει με την επίγνωση ότι οι άνθρωποι που απειλούν με κατάληψη το σχολείο αν τα παιδιά τους κάνουν μάθημα στον ίδιο χώρο με τα προσφυγόπουλα είναι ενεργοί γονείς. Αν υπάρχει μια θετική πλευρά στο όλο θέμα είναι ότι προκλήθηκε όλη αυτή η κατακραυγή με την επακολουθήσασα ευαισθητοποίηση, γεγονός που δείχνει ότι τα δημοκρατικά και ανθρωπιστικά αντανακλαστικά εξακολουθούν ακόμη να λειτουργούν. Κάτι είναι κι αυτό.
Η σκοτεινή πλευρά του ζητήματος όμως έχει να κάνει με το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα στο οποίο οι γονείς αυτοί προσπαθούν να αποτρέψουν την ένταξη των προσφύγων. Δεν λέω ότι το εκπαιδευτικό σύστημα στις χώρες προέλευσης των προσφύγων είναι ανώτερο, όμως σίγουρα δεν μπορεί να είναι αυτός ο μπούσουλας. Το πρόβλημα παραμένει εκεί και αφορά ένα μεταφορικά και κυριολεκτικά περίκλειστο σύστημα.
Μεταφορικά γιατί είναι μονοδιάστατο, επιστημονικά ατεκμηρίωτο, ευάλωτο στις επιδράσεις του οικογενειακού περιβάλλοντος και θυσιάζει τη νοητική ακεραιότητα και μοναδικότητα κάθε μαθητή στον βωμό του σκοταδισμού, των αγκυλώσεων και της καλλιέργειας φόβου και ανοησίας. Συμβάλλει έτσι στο χτίσιμο του «τοίχου» που περιέγραψαν οι Pink Floyd, ο οποίος απομονώνει τα παιδιά από τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους. Ο τοίχος αυτός, όμως, είναι και κυριολεκτικός. Γιατί τα σχολεία στην Ελλάδα, όπως και στην Κύπρο, μοιάζουν όλο και περισσότερο με σωφρονιστικά ιδρύματα: βαριές αυλόπορτες και τσιμεντένια προαύλια, περιτριγυρισμένα από κάγκελα που φυλακίζουν το σώμα αλλά και το πνεύμα των «προστατευόμενων» μαθητών.
«Παρεμπιπτόντως, πρόσεξα ότι το νέο μας σχολείο, που σου θυμίζω ότι βρίσκεται στο Νταχάου, ΔΕΝ έχει κάγκελα» έκλεισε τη συζήτηση η αδερφή μου, αφήνοντάς με να ζω μ’ έναν επώδυνο προβληματισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου