Σελίδες

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Ελεήστε τον μπαγαπόντη

Οι καλλιτέχνες να συνασπιστούν και να αντιδράσουν στη συντεταγμένη αδιαφορία της Πολιτείας.



«Έχουμε ανάγκη το θέατρο;» Ρητορικό το ερώτημα που θέτει ο Ανατόλι Βασίλιεφ στο φετινό Μήνυμα της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου. Θα απαντούσα «τώρα περισσότερο από ποτέ». Κι ας ξέρω ότι σ΄αυτούς στους οποίους πρέπει να περάσει αυτό το μήνυμα, η απάντηση θα φανεί γελοία. Αναφέρομαι σ’ αυτούς που βρίσκονται στα κέντρα αποφάσεων, αλλά κι αυτούς που με τις στάσεις και τις τάσεις τους ουσιαστικά τους τοποθέτησαν εκεί.

Είναι αυτοί που όπως κι αν τους το διατυπώσεις δεν υπάρχει τρόπος να τους αλλάξεις γνώμη ότι ο Πολιτισμός είναι μια περιττή κρατικοδίαιτη πολυτέλεια, που γίνεται ακόμη πιο περιττή εν καιρώ οικονομικής ύφεσης. Το βλέπεις στις πράξεις τους, τη στάση του σώματος, στα λόγια τους, στη σημειολογία των λέξεων. Θεωρούν «όλες αυτές τις σαχλαμάρες» καπρίτσια και παρεκκλίσεις ορισμένων εκκεντρικών και ματαιόδοξων, δαχτυλοδείχνουν εμμέσως το καλλιτεχνικό δυναμικό της χώρας ως ένα σινάφι χαραμοφάηδων κι ακόμη περισσότερο το φιλότεχνο κοινό ως ένα μάτσο ψωνισμένων ψευτοκουλτουριάρηδων, που άλλωστε δεν έχουν και καμιά σοβαρή ισχύ στο εκλογικό σώμα.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο θεσμός όχι το πρόσωπο, χρησιμοποιεί τη φράση «όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν θα είμαστε ακόμη πιο γενναιόδωροι» αναφερόμενος στις επιχορηγήσεις προς το ελεύθερο θέατρο, λες και βάζει τα χρήματα από την τσέπη του. Κι αν το σκεφτεί κανείς, συνοψίζει τα προαναφερθέντα. Πιστεύει δηλαδή ότι η πολιτεία είναι ΗΔΗ γαλαντόμα μ’ αυτή την κάστα αναξιοπαθούντων συμπολιτών μας, τους κάνει τη χάρη να ανέχεται και να επιδοτεί τα χαριτωμένα καπρίτσια τους κι αν στρώσει λίγο η οικονομία θα τους πετάξει και κανένα κοκαλάκι παραπάνω.

Από την άλλη, ο Γενικός Ελεγκτής, ο «μπαμπούλας» όλων των κρατικών και ημικρατικών φορέων, σκέφτεται και ενεργεί λογιστικά, υπολογίζοντας αριθμούς και κοντοπρόθεσμες συγκυρίες. Είναι ξεκάθαρο ότι βλέπει κάθε σεντ που προορίζεται για επιχορηγήσεις στον πολιτισμό ως πεταμένο και θα μπορούσε κάλλιστα να δοθεί απευθείας σε «συνανθρώπους μας που πεινάνε».

Μέσα σ’ αυτή την ωραία ατμόσφαιρα, το καλλιτεχνικό δυναμικό προσπαθεί να επιπλεύσει, να βγάλει έστω τη μύτη στην επιφάνεια. Όχι για να πείσει για το αυτονόητο, ότι δηλαδή ο Πολιτισμός είναι αναγκαιότητα για μια κοινωνία και δίνει πίσω στο πολλαπλάσιο τα χρήματα που χρησιμοποιεί, αλλά για να επιβιώνει οριακά και να μπορεί να παράγει πολιτιστικά αγαθά.

Το πρόβλημα, δυστυχώς, είναι ότι οι καλλιτέχνες όχι μόνο δεν παρεμβαίνουν και δεν αντιδρούν, αλλά λειτουργούν σαν να βρίσκονται ο καθένας στο δικό του «νησί». Αυτό ήταν εμφανές και στη διαβούλευση που διοργάνωσε την περασμένη Δευτέρα ο ΘΟΚ στο πλαίσιο της αξιολόγησης του Σχεδίου Επιχορηγήσεων Θυμέλη. Ο καθένας συμφωνούσε με τον άλλο μόνο στα σημεία όπου δεν θίγονταν τα προσωπικά του συμφέροντα ή τα συμφέροντα του θεατρικού σχήματος που εκπροσωπούσε. Κι από την άλλη, η αντιπροσωπεία του ΔΣ του «απρόσωπου» ΘΟΚ κοίταζε από τη μια να υπερασπιστεί το σχέδιο που εξωθήθηκε να εφαρμόσει κι από την άλλη να δει πώς συμμαζεύνται όσα ασυμμάζευτα προέκυψαν από την τριβή με την ανέτοιμη κι αλλιώς μαθημένη θεατρική κοινότητα. 

Ακούσαμε μέχρι και εκπρόσωπο θεάτρου να αποκαλεί «γάγγραινα» τη συλλογική σύμβαση των ηθοποιών ως όρο για την επιχορήγηση. Ο ΘΟΚ, βέβαια, δεν συζητάει για κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, όπως βγήκε προς τα έξω, αλλά υποχώρησε λιγάκι ξεκαθαρίζοντας ότι δέχεται πλέον στις αιτήσεις και περιορισμένης διάρκειας ιδιωτικά συμφωνητικά. Αυτό, μια έμμεση παραδοχή ότι όλοι αναζητούν τρικ και παραθυράκια για να προσαρμοστούν στους όρους του σχεδίου, άντε και κάποιες διαδικαστικές υποχωρήσεις που θα εξετάσει ο ΘΟΚ σε σχέση με την καταβολή των χρημάτων στα λεγόμενα μεγάλα θέατρα ήταν όλο το ζουμί της πολύωρης και συναρπαστικής μεν, αλλά ανούσιας διαβούλευσης.

Κι αν βρισκόταν κάποιος από τα υψηλά δώματα της εξουσίας σε κάποια γωνιά και παρακολουθούσε τους παράλληλους εγωισμούς να ξεδιπλώνονται, θα έτριβε τα χέρια του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου