Η δυσφορία σχετικά με τις ακροάσεις για την Αντιγόνη ανέδειξε και πάλι το σημαντικότερο πρόβλημα του ΘΟΚ.
Είναι αλήθεια ότι ο ΘΟΚ διεγείρει τα πάθη, πώς να το κάνουμε; Με το ένα πόδι πατάει γερά πάνω στο γόητρο ενός ιστορικού, κρατικού θεάτρου στον ελληνικό χώρο, με δομές, εξουσίες και μια –σχετική πάντα- οικονομική άνεση. Με το άλλο, βέβαια, όπως όλοι οι οργανισμοί αυτού του είδους πατάει ασταθώς και σε μια δυσκίνητη σχεδία απαραίτητων και αυστηρών μεν, γραφειοκρατικών και δυσκοίλιων δε νοοτροπιών.
Επειδή το καράβι είναι δύσκολο, το πέλαγο βαθύ κι οι φουρτούνες πάντα μεγάλες, αλλά κι επειδή μιλάμε για ανθρώπους και κανείς δεν μπορεί να τα κάνει όλα τέλεια, δεν θα δυσκολευτεί κάποιος να εντοπίσει και να αναδείξει παθογένειες και παραλείψεις στη θητεία του νυν Διοικητικού Συμβουλίου του οργανισμού. Αυτό όμως που δύσκολα μπορεί να προσάψει στην ισχυρή διοικούσα εννιάδα είναι ότι κάθεται με σταυρωμένα χέρια. Το ζήτημα, βέβαια, είναι ότι και να ήθελε δεν θα μπορούσε να λουφάρει. Βουνό είναι οι υποχρεώσεις και καλείται να εκτελεί επιπρόσθετα χρέη Καλλιτεχνικής Επιτροπής, αλλά και χρέη καλλιτεχνικού και διοικητικού διευθυντή. Οι δύο θέσεις χηρεύουν και το κενό είναι πλέον εκκωφαντικό.
Τις τελευταίες μέρες δημιουργήθηκε δυσφορία στην κοινότητα των ηθοποιών της Κύπρου σχετικά με τη διαδικασία επιλογής των ηθοποιών που συμμετείχαν στην ακρόαση που έκανε το περασμένο σαββατοκύριακο στην Κύπρο ο Στάθης Λιβαθινός για την παράσταση με την Αντιγόνη του Σοφοκλή, την περιλάλητη καλοκαιρινή ιστορική συμπαραγωγή Εθνικού Θεάτρου, ΚΘΒΕ και ΘΟΚ. Η ακρόαση χαρακτηρίστηκε «κλειστή»· η πλειοψηφία των ηθοποιών αισθάνθηκε ότι κάποιος τους έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα.
Είναι όχι απλώς φυσιολογικό, αλλά και θεμιτό να θεωρεί κάθε ηθοποιός τον εαυτό του χαρισματικό και κατάλληλο και να τρέφει φιλοδοξίες για συμμετοχή σε μια τόσο σημαντική παραγωγή. Χωρίς αυτοπεποίθηση, το μόνο σανίδι που σου ταιριάζει είναι το… βρεγμένο. Γι’ αυτό κι έχει ανάγκη να αισθανθεί ότι βρίσκεται στην ίδια αφετηρία με τους άλλους κι ότι η διαδικασία είναι διαφανής και ξεκάθαρη.
Ο σκηνοθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής της παράστασης δεν είχε βέβαια το χρόνο, αλλά ούτε και σοβαρό λόγο να αποτιμήσει το σύνολο του καλλιτεχνικού δυναμικού της Κύπρου για να κάνει τις επιλογές του. Κατέστησε λοιπόν σαφές στον οργανισμό τι ακριβώς χρειάζεται, χαρακτηριστικά, φύλο και ηλικίες, με δεδομένο ότι στον ΘΟΚ, βάσει της συμφωνίας της συμπαραγωγής, αναλογούν δύο από τους επτά βασικούς ρόλους, άλλοι 2-3 ηθοποιοί για τον Χορό, ενώ αναλαμβάνει πιθανότατα και τη μουσική της παράστασης. Βλέπετε, το Εθνικό Θέατρο έχει «καπαρώσει» τους τρεις βασικούς ρόλους: της Αντιγόνης, που θα ενσαρκώσει η Αναστασία Ραφαέλα Κονίδη, του Κρέοντα, που θα ενσαρκώσει ο Δημήτρης Λιγνάδης, αλλά και του Τειρεσία. Άλλοι δύο ρόλοι –πλην του Χορού- αναλογούν και στο ΚΘΒΕ.
Το ΔΣ του οργανισμού ανέλαβε πάλι την ευθύνη της επιλογής, σε μια διαδικασία που βέβαια σημαντικό –συμβουλευτικό- ρόλο διαδραμάτισε ο θεατρολόγος του ΘΟΚ, ο οποίος ελλείψει καλλιτεχνικού διευθυντή και καλλιτεχνικής επιτροπής έχει επωμιστεί με επιπλέον καθήκοντα. Κι εκεί ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα. Ο θεατρολόγος δεν έχει το θεσμικό βάρος να «σηκώσει» και τις ευθύνες της επιλογής. Στην Κύπρο πάλι, ειδικότερα στην καλλιτεχνική κοινότητα, όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους και πολλοί πιστεύουν ότι οι προσωπικές συμπάθειες ή αντιπάθειες αποτελούν κινητήριο δύναμη.
Ο στριμωγμένος ΘΟΚ, λοιπόν, υποχρεώθηκε από τις περιστάσεις να αφήσει εκτεθειμένο τον θεατρολόγο του. Κι είναι μια από τις περιπτώσεις που το κενό που υπάρχει στον οργανισμό «φωνάζει». Το νυν ΔΣ διάγει ήδη τον τρίτο και τελευταίο χρόνο της θητείας του και από την αρχή αυτής της θητείας το μικροσκοπικό θεατρικό μας σύμπαν εξακολουθεί να περιμένει, όχι τον Γκοντό αλλά έναν καλλιτεχνικό διευθυντή με ανάστημα.
Την ίδια ώρα στη… σεσημασμένη για την παροιμιώδη αναισθησία της σε θέματα πολιτισμού κυβέρνηση εξακολουθεί να ισχύει το «πέρα βρέχει και στην καραμανιά χιονίζει».
Είναι αλήθεια ότι ο ΘΟΚ διεγείρει τα πάθη, πώς να το κάνουμε; Με το ένα πόδι πατάει γερά πάνω στο γόητρο ενός ιστορικού, κρατικού θεάτρου στον ελληνικό χώρο, με δομές, εξουσίες και μια –σχετική πάντα- οικονομική άνεση. Με το άλλο, βέβαια, όπως όλοι οι οργανισμοί αυτού του είδους πατάει ασταθώς και σε μια δυσκίνητη σχεδία απαραίτητων και αυστηρών μεν, γραφειοκρατικών και δυσκοίλιων δε νοοτροπιών.
Επειδή το καράβι είναι δύσκολο, το πέλαγο βαθύ κι οι φουρτούνες πάντα μεγάλες, αλλά κι επειδή μιλάμε για ανθρώπους και κανείς δεν μπορεί να τα κάνει όλα τέλεια, δεν θα δυσκολευτεί κάποιος να εντοπίσει και να αναδείξει παθογένειες και παραλείψεις στη θητεία του νυν Διοικητικού Συμβουλίου του οργανισμού. Αυτό όμως που δύσκολα μπορεί να προσάψει στην ισχυρή διοικούσα εννιάδα είναι ότι κάθεται με σταυρωμένα χέρια. Το ζήτημα, βέβαια, είναι ότι και να ήθελε δεν θα μπορούσε να λουφάρει. Βουνό είναι οι υποχρεώσεις και καλείται να εκτελεί επιπρόσθετα χρέη Καλλιτεχνικής Επιτροπής, αλλά και χρέη καλλιτεχνικού και διοικητικού διευθυντή. Οι δύο θέσεις χηρεύουν και το κενό είναι πλέον εκκωφαντικό.
Τις τελευταίες μέρες δημιουργήθηκε δυσφορία στην κοινότητα των ηθοποιών της Κύπρου σχετικά με τη διαδικασία επιλογής των ηθοποιών που συμμετείχαν στην ακρόαση που έκανε το περασμένο σαββατοκύριακο στην Κύπρο ο Στάθης Λιβαθινός για την παράσταση με την Αντιγόνη του Σοφοκλή, την περιλάλητη καλοκαιρινή ιστορική συμπαραγωγή Εθνικού Θεάτρου, ΚΘΒΕ και ΘΟΚ. Η ακρόαση χαρακτηρίστηκε «κλειστή»· η πλειοψηφία των ηθοποιών αισθάνθηκε ότι κάποιος τους έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα.
Είναι όχι απλώς φυσιολογικό, αλλά και θεμιτό να θεωρεί κάθε ηθοποιός τον εαυτό του χαρισματικό και κατάλληλο και να τρέφει φιλοδοξίες για συμμετοχή σε μια τόσο σημαντική παραγωγή. Χωρίς αυτοπεποίθηση, το μόνο σανίδι που σου ταιριάζει είναι το… βρεγμένο. Γι’ αυτό κι έχει ανάγκη να αισθανθεί ότι βρίσκεται στην ίδια αφετηρία με τους άλλους κι ότι η διαδικασία είναι διαφανής και ξεκάθαρη.
Ο σκηνοθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής της παράστασης δεν είχε βέβαια το χρόνο, αλλά ούτε και σοβαρό λόγο να αποτιμήσει το σύνολο του καλλιτεχνικού δυναμικού της Κύπρου για να κάνει τις επιλογές του. Κατέστησε λοιπόν σαφές στον οργανισμό τι ακριβώς χρειάζεται, χαρακτηριστικά, φύλο και ηλικίες, με δεδομένο ότι στον ΘΟΚ, βάσει της συμφωνίας της συμπαραγωγής, αναλογούν δύο από τους επτά βασικούς ρόλους, άλλοι 2-3 ηθοποιοί για τον Χορό, ενώ αναλαμβάνει πιθανότατα και τη μουσική της παράστασης. Βλέπετε, το Εθνικό Θέατρο έχει «καπαρώσει» τους τρεις βασικούς ρόλους: της Αντιγόνης, που θα ενσαρκώσει η Αναστασία Ραφαέλα Κονίδη, του Κρέοντα, που θα ενσαρκώσει ο Δημήτρης Λιγνάδης, αλλά και του Τειρεσία. Άλλοι δύο ρόλοι –πλην του Χορού- αναλογούν και στο ΚΘΒΕ.
Το ΔΣ του οργανισμού ανέλαβε πάλι την ευθύνη της επιλογής, σε μια διαδικασία που βέβαια σημαντικό –συμβουλευτικό- ρόλο διαδραμάτισε ο θεατρολόγος του ΘΟΚ, ο οποίος ελλείψει καλλιτεχνικού διευθυντή και καλλιτεχνικής επιτροπής έχει επωμιστεί με επιπλέον καθήκοντα. Κι εκεί ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα. Ο θεατρολόγος δεν έχει το θεσμικό βάρος να «σηκώσει» και τις ευθύνες της επιλογής. Στην Κύπρο πάλι, ειδικότερα στην καλλιτεχνική κοινότητα, όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους και πολλοί πιστεύουν ότι οι προσωπικές συμπάθειες ή αντιπάθειες αποτελούν κινητήριο δύναμη.
Ο στριμωγμένος ΘΟΚ, λοιπόν, υποχρεώθηκε από τις περιστάσεις να αφήσει εκτεθειμένο τον θεατρολόγο του. Κι είναι μια από τις περιπτώσεις που το κενό που υπάρχει στον οργανισμό «φωνάζει». Το νυν ΔΣ διάγει ήδη τον τρίτο και τελευταίο χρόνο της θητείας του και από την αρχή αυτής της θητείας το μικροσκοπικό θεατρικό μας σύμπαν εξακολουθεί να περιμένει, όχι τον Γκοντό αλλά έναν καλλιτεχνικό διευθυντή με ανάστημα.
Την ίδια ώρα στη… σεσημασμένη για την παροιμιώδη αναισθησία της σε θέματα πολιτισμού κυβέρνηση εξακολουθεί να ισχύει το «πέρα βρέχει και στην καραμανιά χιονίζει».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου