Φίλη φύλαγε το φύλλο, μην το δώσεις σ’ άλλο
φίλο…
Αν πέρναγε πριν λίγες μέρες κάποιος έξω από το σπίτι μιας καλής μου φίλης θα νόμιζε ότι είχε μόλις κερδίσει το τζακ ποτ. Ούρλιαζε κι έκλαιγε απ’ τη χαρά της έχοντας μόλις πληροφορηθεί τηλεφωνικώς ότι είναι ο μοναδικός συμβατός δότης για κάποιον παντελώς άγνωστο συνάνθρωπό της κι ότι θα έχει τη σπάνια τύχη να γίνει δωρητής αιμοποιητικών κυττάρων/ μυελού των οστών. Έτσι το αντιμετωπίζει: ως τύχη κι ευλογία και δεν αναλογίζεται καν τη σχετική ταλαιπωρία της διαδικασίας συλλογής. Η περίπτωσή της επιβεβαιώνει το γεγονός ότι το πραγματικό χαρμόσυνο δώρο είναι αυτό που προσφέρουμε κι όχι αυτό που δεχόμαστε. Ένα παραπάνω όταν μιλάμε για προσφορά του σημαντικότερου αγαθού. Είναι μια πρόσθεση ζωής, ο ορισμός και ο θρίαμβος της ανθρωπιάς. Στον αντίποδα βρίσκεται η αφαίρεση.
Ο παππούς μου γεννήθηκε το 1916 στη Μεσαρέα, ένα σιμοχώρι της Τραπεζούντας κι έζησε βαθιά στο πετσί του όλα τα παρελκόμενα του «σύντομου 20ού αιώνα»: διπλή προσφυγιά, παγκόσμιους πολέμους, εμφύλιο, κακουχίες. Ωστόσο είχε παραμείνει μέχρι τα βαθιά γεράματα ο πιο μειλίχιος άνθρωπος που γνώρισα. Ακόμη και στις πιο ηρωικές και αιματηρές από τις ιστορίες που δεν κουραζόταν να λέει και να ξαναλέει στα εγγόνια του δεν επέτρεψε ποτέ στον εαυτό του να παρασυρθεί σε οποιοδήποτε μισητικό κήρυγμα. Τα συμπεράσματα ήταν δικά μας.
Ο νυν υπουργός Παιδείας της Ελλάδας ελέγχεται για την επιπολαιότητά του να ανοίξει πάλι το ρημάδι και να εισβάλει με άνεση… μπαλαρίνας σ’ ένα ομιχλώδες πολιτικό ναρκοπέδιο. Πήγε να κάνει τον ξερόλα πάνω σ’ ένα θέμα που αφορά την ιστορική επιστήμη και εξακολουθεί να διχάζει την επιστημονική κοινότητα. Υπό μια έννοια, βέβαια, ο ποντιακός ελληνισμός του χρωστά… χάρη που κατάφερε να ανακινήσει και να φέρει στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας την Ποντιακή τραγωδία. Δεν μπορεί παρά να λογίζεται αφέλεια το ότι δεν υπολόγισε όλον αυτό τον κουρνιαχτό, τι δουλειά είχε να μπει σε ξένα χωράφια και να ξυπνήσει κάθε όψιμο φιλίστορα από το λήθαργο της απάθειας;
Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση θεωρώ μακράν πιο αβλαβείς τις επιπόλαιες και εμπρηστικές τοποθετήσεις τύπου Φίλη από οποιαδήποτε ρητορική του μίσους. Ίσως γιατί το μυαλουδάκι μου δυσκολεύεται να χωνέψει ότι υπάρχουν βαθμίδες στη φρίκη. Φόνος< Μακελειό< Εθνοκάθαρση< Γενοκτονία< Ολοκαύτωμα. Κάπως έτσι πάει;
Ειδικά τους τελευταίους δύο αιώνες οι εθνικισμοί προφασίζονται ευγενικές ιδέες και λέξεις, όπως π.χ. «Ελευθερία» και αιματοκυλούν «πολύ» ή «λίγο» την ανθρωπότητα εγκλωβισμένοι σ’ έναν φαύλο κύκλο. Τα έθνη- κράτη είναι μορφώματα μίσους και δεν αναδείχτηκαν με φιλάκια και αγκαλίτσες, αλλά ΜΗΔΕΝΟΣ ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΟΥ διαβαίνοντας αιμάτινους Ρουβίκωνες και πατώντας σε πτωματοστρώσεις από άμαχους.
Όταν πρόκειται βέβαια για τους άλλους αναλογίζονται τη στατιστική, πολιτική, ηθική και τεχνική διάσταση για να μιλήσουν αναλόγως για εθνοκαθάρσεις, γενοκτονίες ή απλές αιματοχυσίες. Όταν όμως πρόκειται για τα δικά τους εγκλήματα τα καθάρουν στην κολυμβήθρα της εθνικής επιβίωσης, της ανάγκης δημιουργίας καθαρού ζωτικού χώρου, επικαλούνται το δίκαιο της αγανάκτησης. Και μετατρέπουν, κατά το δοκούν, την Ιστορία Φρίκης σε Ιστορία Δόξας, ή Ιστορία Θυματοποίησης. Ό,τι ήταν δηλαδή οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν για τον χριστιανικό πληθυσμό του Πόντου και τους Νεότουρκους μπορούμε να πούμε ότι ήταν και το ασκέρι του Κολοκοτρώνη για τον εγκλωβισμένο μουσουλμανικό πληθυσμό της Τρίπολης και τους επαναστατημένους Γραικούς, αντίστοιχα.
Οι παρελάσεις, οι πατριωτικοί ύμνοι και τα μνημεία του ενός προϋποθέτουν και συνεπώς δοξάζουν τους ομαδικούς τάφους του άλλου. «Το θηρίο π' ανανογιέται πως του λείπουν τα μικρά,/ περιορίζεται, πετιέται, αίμα ανθρώπινο διψά·» έγραφε ο Διονύσιος Σολωμός στον «Ύμνο εις την Ελευθερία», στον οποίο ξόδεψε σχεδόν 40 στροφές για να υμνολογήσει (και να δικαιολογήσει) το… σπλάτερ της Τριπολιτσάς.
Αν θυμηθούμε τον Αντρέ Μπρετόν, ο άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση. Αλλά ο Σοφοκλής το είπε καλύτερα: Κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει. Όπου «δεινότερον», βάλε αναλόγως «θαυμαστότερο» ή φριχτότερο.
Τμήμα του μνημείου της Γενοκτονίας στην Αρμενία.
Ο παππούς μου γεννήθηκε το 1916 στη Μεσαρέα, ένα σιμοχώρι της Τραπεζούντας κι έζησε βαθιά στο πετσί του όλα τα παρελκόμενα του «σύντομου 20ού αιώνα»: διπλή προσφυγιά, παγκόσμιους πολέμους, εμφύλιο, κακουχίες. Ωστόσο είχε παραμείνει μέχρι τα βαθιά γεράματα ο πιο μειλίχιος άνθρωπος που γνώρισα. Ακόμη και στις πιο ηρωικές και αιματηρές από τις ιστορίες που δεν κουραζόταν να λέει και να ξαναλέει στα εγγόνια του δεν επέτρεψε ποτέ στον εαυτό του να παρασυρθεί σε οποιοδήποτε μισητικό κήρυγμα. Τα συμπεράσματα ήταν δικά μας.
Ο νυν υπουργός Παιδείας της Ελλάδας ελέγχεται για την επιπολαιότητά του να ανοίξει πάλι το ρημάδι και να εισβάλει με άνεση… μπαλαρίνας σ’ ένα ομιχλώδες πολιτικό ναρκοπέδιο. Πήγε να κάνει τον ξερόλα πάνω σ’ ένα θέμα που αφορά την ιστορική επιστήμη και εξακολουθεί να διχάζει την επιστημονική κοινότητα. Υπό μια έννοια, βέβαια, ο ποντιακός ελληνισμός του χρωστά… χάρη που κατάφερε να ανακινήσει και να φέρει στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας την Ποντιακή τραγωδία. Δεν μπορεί παρά να λογίζεται αφέλεια το ότι δεν υπολόγισε όλον αυτό τον κουρνιαχτό, τι δουλειά είχε να μπει σε ξένα χωράφια και να ξυπνήσει κάθε όψιμο φιλίστορα από το λήθαργο της απάθειας;
Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση θεωρώ μακράν πιο αβλαβείς τις επιπόλαιες και εμπρηστικές τοποθετήσεις τύπου Φίλη από οποιαδήποτε ρητορική του μίσους. Ίσως γιατί το μυαλουδάκι μου δυσκολεύεται να χωνέψει ότι υπάρχουν βαθμίδες στη φρίκη. Φόνος< Μακελειό< Εθνοκάθαρση< Γενοκτονία< Ολοκαύτωμα. Κάπως έτσι πάει;
Ειδικά τους τελευταίους δύο αιώνες οι εθνικισμοί προφασίζονται ευγενικές ιδέες και λέξεις, όπως π.χ. «Ελευθερία» και αιματοκυλούν «πολύ» ή «λίγο» την ανθρωπότητα εγκλωβισμένοι σ’ έναν φαύλο κύκλο. Τα έθνη- κράτη είναι μορφώματα μίσους και δεν αναδείχτηκαν με φιλάκια και αγκαλίτσες, αλλά ΜΗΔΕΝΟΣ ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΟΥ διαβαίνοντας αιμάτινους Ρουβίκωνες και πατώντας σε πτωματοστρώσεις από άμαχους.
Όταν πρόκειται βέβαια για τους άλλους αναλογίζονται τη στατιστική, πολιτική, ηθική και τεχνική διάσταση για να μιλήσουν αναλόγως για εθνοκαθάρσεις, γενοκτονίες ή απλές αιματοχυσίες. Όταν όμως πρόκειται για τα δικά τους εγκλήματα τα καθάρουν στην κολυμβήθρα της εθνικής επιβίωσης, της ανάγκης δημιουργίας καθαρού ζωτικού χώρου, επικαλούνται το δίκαιο της αγανάκτησης. Και μετατρέπουν, κατά το δοκούν, την Ιστορία Φρίκης σε Ιστορία Δόξας, ή Ιστορία Θυματοποίησης. Ό,τι ήταν δηλαδή οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν για τον χριστιανικό πληθυσμό του Πόντου και τους Νεότουρκους μπορούμε να πούμε ότι ήταν και το ασκέρι του Κολοκοτρώνη για τον εγκλωβισμένο μουσουλμανικό πληθυσμό της Τρίπολης και τους επαναστατημένους Γραικούς, αντίστοιχα.
Οι παρελάσεις, οι πατριωτικοί ύμνοι και τα μνημεία του ενός προϋποθέτουν και συνεπώς δοξάζουν τους ομαδικούς τάφους του άλλου. «Το θηρίο π' ανανογιέται πως του λείπουν τα μικρά,/ περιορίζεται, πετιέται, αίμα ανθρώπινο διψά·» έγραφε ο Διονύσιος Σολωμός στον «Ύμνο εις την Ελευθερία», στον οποίο ξόδεψε σχεδόν 40 στροφές για να υμνολογήσει (και να δικαιολογήσει) το… σπλάτερ της Τριπολιτσάς.
Αν θυμηθούμε τον Αντρέ Μπρετόν, ο άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση. Αλλά ο Σοφοκλής το είπε καλύτερα: Κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει. Όπου «δεινότερον», βάλε αναλόγως «θαυμαστότερο» ή φριχτότερο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου