Σελίδες

Κυριακή 24 Μαΐου 2015

Τις αυταπάτες και τα μάτια μας

Η πιο ευτράπελη, αλλά και η πιο επικίνδυνη ψευδαίσθηση είναι ότι ήγγικεν το τέλος των ψευδαισθήσεων. 


Δεν είναι ότι αμφισβητώ την επιχειρηματολογία του Γιώργου Γραμματικάκη στο περιβόητο άρθρο (σ.σ. «Η δεκαετία της οδύνης») το οποίο θάμπωσε τον θεματοθέτη κι έκανε τόσο ενδιαφέρουσα τη ζωή μας την εβδομάδα που μας πέρασε. Στο δικό μου φτωχό μυαλό, όμως, μια διακήρυξη περί «τέλους των ψευδαισθήσεων» στην Ελλάδα στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας είναι εξίσου άστοχη με τη διακήρυξη του Φράνσις Φουκουγιάμα, που προσπαθώντας να προβλέψει ένα νέο αναλυτικό σύστημα ερμηνείας των διεθνών εξελίξεων βιάστηκε να μιλήσει αμέσως μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου για το «Τέλος της Ιστορίας».

Όπως πολλές φορές στο παρελθόν, η Ιστορία… κάγχασε ακούγοντας ακόμη έναν πολιτικό φιλοσοφο να υποπίπτει σε τέτοια ύβρη. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι κυπριακές –όπως και οι ελληνικές- ψευδαισθήσεις πρέπει να έχουν ξεκαρδιστεί στα γέλια. Το τέλος των ψευδαισθήσεων θα έρθει μαζί με το τέλος της Ιστορίας. Και θα ζήσουμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα.

Βέβαια, η θεώρηση του Έλληνα πανεπιστημιακού και στοχαστή είναι ξεκάθαρα πολιτικο-οικονομική. Και, ναι, θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να μεταφερθεί αυτούσια στην κυπριακή πραγματικότητα, που ως συνήθως έπεται με μικρή καθυστέρηση της ελληνικής, εν είδει κακέκτυπης μικρογραφίας. Μπορώ να τον καταλάβω τον θεματοθέτη. Όμως, ο πελάτης –εν προκειμένω ο μαθητής- έχει πάντα δίκιο. Κι εφόσον οι διαγωνιζόμενοι επιμένουν ότι το συγκεκριμένο θέμα τους βραχυκύκλωσε, ότι έμοιαζε περισσότερο με έναν ασαφή χρησμό, κρίνεται εκ του αποτελέσματος άστοχο. Αυτό που έχει περισσότερο ενδιαφέρον όμως είναι το «γιατί».

Όπως όλοι μας, ο άνθρωπος που επέλεξε το συγκεκριμένο θέμα είδε τα τελευταία χρόνια μια σειρά από ψευδαισθήσεις να κλονίζονται. Το πρώτο λάθος του είναι ότι υπερτίμησε την ικανότητα των κυπριόπουλων που βρίσκονται στο κατώφλι της ενηλικίωσης να αναμετρηθούν με τις αγωνίες και τα προβλήματα των γονιών τους. Όχι γιατί δεν έχουν τις κεραίες τους ανοιχτές και δεν εισπράττουν όσα συμβαίνουν γύρω τους. Αλλά ίσως γιατί στην ηλικία αυτή προτιμούν να κλείνονται στη γυάλα της καθημερινότητας του ήδη αρκετά πολύπλοκου νεανικού τους μικρόκοσμου, απωθώντας την ενοχλητική πραγματικότητα για την οποία άλλωστε δεν ευθύνονται οι ίδιοι. Σύντομα, θα βιώσουν εν μέρει στο πετσί τους ένα μικρό «τέλος ψευδαισθήσεων» όταν με το καλό ολοκληρώσουν τις σπουδές τους και κληθούν να κολυμπήσουν στα βαθιά νερά της επαγγελματικής και κοινωνικής αποκατάστασης.

Το μεγαλύτερο λάθος, όμως, στην επιλογή αυτού του θέματος αποκαλύπτεται απομονώνοντας τη βαρύγδουπη ατάκα «το τέλος των ψευδαισθήσεων», ιδωμένη μάλιστα μέσα από μια πιο γενική κοινωνικό- φιλοσοφική θεώρηση. Διότι, αν μιλάμε για την Κύπρο, η πιο ευτράπελη, αλλά και η πιο επικίνδυνη ψευδαίσθηση είναι ότι ήγγικεν το τέλος των ψευδαισθήσεων. Κάθε άλλο, η δικτατορία της αυταπάτης καλά κρατεί και δεν μοιάζει να απειλείται ιδιαίτερα σε μια κοινωνία που ιδιοσυγκρασιακά ρέπει προς τον κνησμό περιοχών που απέχουν παρασάγγας από την περιοχή της φαγούρας.

Στη μικρή αυτή γωνιά του πλανήτη, οι στάχτες των εκάστοτε κατεστραμμένων ψευδαισθήσεων γίνονται το λίπασμα για τις επόμενες. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και πλάνες των οποίων δεν έχει κλονιστεί ούτε τρίχα εδώ και δεκαετίες. Ας μην αρχίσω να απαριθμώ γιατί θα γράφω μέχρι να λιώσει το πληκτρολόγιο.

Υπό αυτή την έννοια, αν κάποιοι πάτωναν σίγουρα στις συγκεκριμένες εξετάσεις των Νέων Ελληνικών αυτοί θα ήταν οι γονείς, οι άνθρωποι της προηγούμενης γενιάς. Οι ίδιοι που κληρονόμησαν μια ισχυρή μαγιά φαντασιώσεων από τους δικούς τους γονείς και υποχρεώνονται να τις κληροδοτούν σαν οικογενειακή κατάρα στα παιδιά τους, τα οποία αργά ή γρήγορα θα γίνουν σαν τα μούτρα τους. Και θα πάτωναν διότι θα πελάγωναν στη σκέψη και μόνο ότι οι ψευδαισθήσεις τους… πάπαλα. Έτσι έμαθαν να ζουν και δεν θα μπορούσαν να αναπνεύσουν ούτε μια μέρα δίχως αυτές. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου