Με θεατρικούς όρους, μπορούμε να πούμε ότι ο Πρόεδρος Αναστασιάδης άκοπα θα έπαιρνε το Βραβείο Χειρότερου Ηθοποιού, αν θεσμοθετούνταν ποτέ κάποιο αντιβραβείο για τα Βραβεία Θεάτρου.
Προσωπικότητες όπως ο Αντώνης Κατσαρής και η Λένια Σορόκου, όπως τόσοι άλλοι που έχουν τιμηθεί με το Μεγάλο Βραβείο Θεάτρου, δεν τσαλαπατούσαν την ψυχή τους τόσες δεκαετίες στο σανίδι με μόνο γνώμονα ότι μια μέρα θα ζήσουν λίγες στιγμές δόξας και αναγνώρισης κραδαίνοντας το πολυπόθητο αγαλματάκι στη γιορτή του κυπριακού θεάτρου. Το ίδιο, θέλω να πιστεύω, ισχύει και με όλους τους τιμώμενους καλλιτέχνες σε παρόμοιου τύπου τελετές. Ωστόσο, μια βραδιά προορισμένη να αποτελέσει συνάθροιση ανθρώπων που αγαπούν και κινούνται γύρω από τον χώρο μαζί με τις απαραίτητες δόσεις αγωνίας, γοήτρου και ανάκλησης θεατρικών στιγμών του προηγούμενου διαστήματος, έχει την αξία της και τη σημασία της.
Ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου φροντίζει πάντοτε στην τελετή να σιγουρέψει ότι η μεσαία θέση της μπροστινής σειράς δεν θα είναι άδεια κι ότι θα στρογγυλοκάθεται βρέξει-χιονίσει ο ανώτατος άρχων της χώρας. Έστω κι αν αυτό σημαίνει προσαρμογή του προγραμματισμού και καθυστέρηση της ημερομηνίας της τελετής. Θεωρούν, εύλογα, ότι η παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας προσδίδει κύρος στον θεσμό, δεδομένου ότι είναι κι ένας τρόπος να επιδείξει η πολιτεία τη στήριξή της στη θεατρική ανάπτυξη.
Ο Πρόεδρος από την πλευρά του δεν χάνει την ευκαιρία για μια ακόμη κοινωνική συναναστροφή και η παρουσία του στην τελετή δεν πρέπει να συγκαταλέγεται στις πιο άχαρες και βαρετές από τις ειλημμένες υποχρεώσεις του. Είναι μια ευκαιρία να σφίξει μερικά χέρια με πιο χαλαρή εθιμοτυπία και να παρακολουθήσει μια εκδήλωση σύντομη και ευχάριστη. Αυτό όμως σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι πρέπει να αντιμετωπίζει αψήφιστα και τεμπέλικα την καθιερωμένη παρουσία του στα Βραβεία Θεάτρου.
Με θεατρικούς όρους, μπορούμε να πούμε ότι ο Πρόεδρος Αναστασιάδης άκοπα θα έπαιρνε το Βραβείο Χειρότερου Ηθοποιού, αν θεσμοθετούνταν ποτέ κάποιο αντιβραβείο για τα Βραβεία Θεάτρου. Δεν είναι η σχολαστικότητα με την οποία μοίραζε τα συγχαρητήρια σε τιμώμενους και συμμετέχοντες. Είναι η εν γένει… σκηνική παρουσία του, η γλώσσα του σώματος, ο τρόπος που εκφωνούσε την ομιλία αφήνοντας για δεύτερη συνεχή χρονιά τους τιμώμενους, όπως πέρσι τον καταπονημένο Αντρέα Χριστοδουλίδη, να στέκουν όρθιοι και αμήχανοι για δέκα ολόκληρα λεπτά στα σκαλοπάτια που οδηγούν στη σκηνή.
Στον ίδιο απονέμεται πανηγυρικά και το Βραβείο Χειρότερης Συγγραφής για το περιεχόμενο της ομιλίας που ξεφούρνισε. Ούτε ο πιο αφελής δεν πιστεύει φυσικά ότι την έγραψε ο ίδιος, και είναι λογικό· ο άνθρωπος έχει πολλές υποχρεώσεις, ξημεροβραδιάζεται στο πολιτικό μετερίζι για να μας υπηρετήσει. Δεν παύει όμως να διατηρεί τα πνευματικά δικαιώματα και να έχει την απόλυτη ευθύνη για ό,τι εκστομίζει δημόσια.
Η συγκεκριμένη ομιλία ήταν ίσως η πιο βαρετή και ανούσια που έχω ακούσει από Πρόεδρο στη συγκεκριμένη τελετή – και τις έχω παρακολουθήσει όλες διά ζώσης, από τη 2η το 2003 μέχρι την 8η την περασμένη Δευτέρα. Όχι μόνο επειδή απέφυγε επιμελώς τις κούφιες μεγαλοστομίες και τις ανέξοδες υποσχέσεις, υπογραμμίζοντας μόνο το ότι η «οικονομική στήριξη στον ΘΟΚ πλησιάζει κατά πολύ τη χορηγία των προηγούμενων χρόνων». Ήταν η αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι κάτι έχουμε ξανακούσει. Και όντως: η ομιλία ήταν κατά ένα μεγάλο ποσοστό αντιγραφή της περσινής. Ο συντάκτης σε ορισμένα σημεία έκανε στεγνό copy-paste αλλάζοντας μόνο κάποιους αριθμούς, όπως π.χ. τα χρόνια ζωής του ΘΟΚ. Νομοτελειακά, δεν αποφεύχθηκε το μεγάλο λάθος, αφού όλοι άκουσαν τον Πρόεδρο να ευχαριστεί «τις δύο επιτροπές επιλογής» για το έργο που επιτέλεσαν, αγνοώντας ότι στη συγκεκριμένη θεατρική περίοδο υπήρχε μόνο μία.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, νομιμοποιούμαστε να υποστηρίξουμε ότι και αυτό το περιστατικό είναι ενδεικτικό της προχειρότητας και της επιδερμικότητας με την οποία αντιμετωπίζει η κυβέρνηση τα θέματα του πολιτισμού.
Προσωπικότητες όπως ο Αντώνης Κατσαρής και η Λένια Σορόκου, όπως τόσοι άλλοι που έχουν τιμηθεί με το Μεγάλο Βραβείο Θεάτρου, δεν τσαλαπατούσαν την ψυχή τους τόσες δεκαετίες στο σανίδι με μόνο γνώμονα ότι μια μέρα θα ζήσουν λίγες στιγμές δόξας και αναγνώρισης κραδαίνοντας το πολυπόθητο αγαλματάκι στη γιορτή του κυπριακού θεάτρου. Το ίδιο, θέλω να πιστεύω, ισχύει και με όλους τους τιμώμενους καλλιτέχνες σε παρόμοιου τύπου τελετές. Ωστόσο, μια βραδιά προορισμένη να αποτελέσει συνάθροιση ανθρώπων που αγαπούν και κινούνται γύρω από τον χώρο μαζί με τις απαραίτητες δόσεις αγωνίας, γοήτρου και ανάκλησης θεατρικών στιγμών του προηγούμενου διαστήματος, έχει την αξία της και τη σημασία της.
Ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου φροντίζει πάντοτε στην τελετή να σιγουρέψει ότι η μεσαία θέση της μπροστινής σειράς δεν θα είναι άδεια κι ότι θα στρογγυλοκάθεται βρέξει-χιονίσει ο ανώτατος άρχων της χώρας. Έστω κι αν αυτό σημαίνει προσαρμογή του προγραμματισμού και καθυστέρηση της ημερομηνίας της τελετής. Θεωρούν, εύλογα, ότι η παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας προσδίδει κύρος στον θεσμό, δεδομένου ότι είναι κι ένας τρόπος να επιδείξει η πολιτεία τη στήριξή της στη θεατρική ανάπτυξη.
Ο Πρόεδρος από την πλευρά του δεν χάνει την ευκαιρία για μια ακόμη κοινωνική συναναστροφή και η παρουσία του στην τελετή δεν πρέπει να συγκαταλέγεται στις πιο άχαρες και βαρετές από τις ειλημμένες υποχρεώσεις του. Είναι μια ευκαιρία να σφίξει μερικά χέρια με πιο χαλαρή εθιμοτυπία και να παρακολουθήσει μια εκδήλωση σύντομη και ευχάριστη. Αυτό όμως σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι πρέπει να αντιμετωπίζει αψήφιστα και τεμπέλικα την καθιερωμένη παρουσία του στα Βραβεία Θεάτρου.
Με θεατρικούς όρους, μπορούμε να πούμε ότι ο Πρόεδρος Αναστασιάδης άκοπα θα έπαιρνε το Βραβείο Χειρότερου Ηθοποιού, αν θεσμοθετούνταν ποτέ κάποιο αντιβραβείο για τα Βραβεία Θεάτρου. Δεν είναι η σχολαστικότητα με την οποία μοίραζε τα συγχαρητήρια σε τιμώμενους και συμμετέχοντες. Είναι η εν γένει… σκηνική παρουσία του, η γλώσσα του σώματος, ο τρόπος που εκφωνούσε την ομιλία αφήνοντας για δεύτερη συνεχή χρονιά τους τιμώμενους, όπως πέρσι τον καταπονημένο Αντρέα Χριστοδουλίδη, να στέκουν όρθιοι και αμήχανοι για δέκα ολόκληρα λεπτά στα σκαλοπάτια που οδηγούν στη σκηνή.
Στον ίδιο απονέμεται πανηγυρικά και το Βραβείο Χειρότερης Συγγραφής για το περιεχόμενο της ομιλίας που ξεφούρνισε. Ούτε ο πιο αφελής δεν πιστεύει φυσικά ότι την έγραψε ο ίδιος, και είναι λογικό· ο άνθρωπος έχει πολλές υποχρεώσεις, ξημεροβραδιάζεται στο πολιτικό μετερίζι για να μας υπηρετήσει. Δεν παύει όμως να διατηρεί τα πνευματικά δικαιώματα και να έχει την απόλυτη ευθύνη για ό,τι εκστομίζει δημόσια.
Η συγκεκριμένη ομιλία ήταν ίσως η πιο βαρετή και ανούσια που έχω ακούσει από Πρόεδρο στη συγκεκριμένη τελετή – και τις έχω παρακολουθήσει όλες διά ζώσης, από τη 2η το 2003 μέχρι την 8η την περασμένη Δευτέρα. Όχι μόνο επειδή απέφυγε επιμελώς τις κούφιες μεγαλοστομίες και τις ανέξοδες υποσχέσεις, υπογραμμίζοντας μόνο το ότι η «οικονομική στήριξη στον ΘΟΚ πλησιάζει κατά πολύ τη χορηγία των προηγούμενων χρόνων». Ήταν η αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι κάτι έχουμε ξανακούσει. Και όντως: η ομιλία ήταν κατά ένα μεγάλο ποσοστό αντιγραφή της περσινής. Ο συντάκτης σε ορισμένα σημεία έκανε στεγνό copy-paste αλλάζοντας μόνο κάποιους αριθμούς, όπως π.χ. τα χρόνια ζωής του ΘΟΚ. Νομοτελειακά, δεν αποφεύχθηκε το μεγάλο λάθος, αφού όλοι άκουσαν τον Πρόεδρο να ευχαριστεί «τις δύο επιτροπές επιλογής» για το έργο που επιτέλεσαν, αγνοώντας ότι στη συγκεκριμένη θεατρική περίοδο υπήρχε μόνο μία.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, νομιμοποιούμαστε να υποστηρίξουμε ότι και αυτό το περιστατικό είναι ενδεικτικό της προχειρότητας και της επιδερμικότητας με την οποία αντιμετωπίζει η κυβέρνηση τα θέματα του πολιτισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου