Η χειραγώγηση του ασυνείδητου για πολιτικούς
σκοπούς έκανε και πάλι το θαύμα της. Μακιαβελικά, η Αριστερά χρησιμοποιεί ένα κατεξοχήν
προϊόν του καπιταλισμού, τη διαφημιστική χειραγώγηση, επιστρατεύοντας τους πιο
ισχυρούς όρους μάρκετινγκ προκειμένου να πετύχει τον σκοπό της. Στον έρωτα και
στον πόλεμο, βέβαια, όλα επιτρέπονται…
Καθώς
πλησιάζει η ώρα της κάλπης σε μια εκλογική αναμέτρηση που έχει παρουσιαστεί ως
η κρισιμότερη μετά τη μεταπολίτευση, η ψαλίδα μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Νέας
Δημοκρατίας ολοένα και μεγαλώνει. Δεν εντυπωσιάζει τόσο η συρρίκνωση της
εκλογικής δύναμης της ΝΔ, που συν τοις άλλοις πληρώνει μοιραία και την
αναπόφευκτη φθορά της εξουσίας, αλλά ο καλπασμός του ΣΥΡΙΖΑ από το >5% πριν
από πέντε περίπου χρόνια στο <30%.
Το
ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας επί της ουσίας δεν έχει γνωρίσει τη σαρωτική
υποχώρηση που βίωσε το ΠΑΣΟΚ κυρίως επειδή το πλεονέκτημα της ελληνικής δεξιάς
είναι ότι μοιάζει με τον καλό το μύλο που αλέθει όλες τις συντηρητικές, αστικές
και νεοφιλελεύθερες ιδέες, εκκινώντας από το «μαλακό» κέντρο και φτάνοντας
μέχρι και τη «σκληρή» άκρα δεξιά. Είναι ενδεικτικό ότι ο απελπισμένος Σαμαράς
φλέρταρε απροκάλυπτα με τους ψηφοφόρους που χρυσαυγιτίζουν.
Το
καθοριστικό λάθος του, όμως, αυτό που στο τέλος της ημέρας έγειρε καθοριστικά
την πλάστιγγα εναντίον του, ήταν ότι επένδυσε στη ρητορική του φόβου. Η
προεκλογική του εκστρατεία βασίστηκε στην τρομοκράτηση του ψηφοφόρου για τα
δεινά που τον περιμένουν σε περίπτωση που αναλάβει την κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ.
Αντίθετα
ο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ μπορούσε κάλλιστα να εστιάσει στα δεινά που ταλανίζουν τον
ελληνικό λαό και της ευθύνες της κυβέρνησης, έκανε επικοινωνιακό ματ
πλασάροντας με διαφημιστικές τεχνικές μηνύματα χαράς και αισιοδοξίας και
ποντάροντας στην ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, γεμίζοντας προσδοκίες και
αγαλλιάζοντας την ψυχή του γονατισμένου Έλληνα.
Ο
συντονιστής της καμπάνιας του ΣΥΡΙΖΑ δεν
κρύβει ότι πηγή έμπνευσης για το «Η Ελπίδα έρχεται» είναι η εκστρατεία υπέρ του
«Όχι» στο δημοψήφισμα που καθόρισε τη δικτατορία του Πινοσέτ στη Χιλή το 1988.
Η εκστρατεία αυτή, θέμα της βραβευμένης ταινίας του Πάμπλο Λαραΐν «NO» (2012),
προώθησε το σύνθημα «Chile, la alegría ya viene» (Χιλή, η ευτυχία έρχεται)
θυμίζοντας διαφημιστικές στρατηγικές αμερικανικής πολυεθνικής εταιρείας.
Θα
αρκούσε, μπορεί να πει κανείς, να προβάλλει τα εγκλήματα της δικτατορίας του
Πινοσέτ για να σαρώσει το «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα. Δεν είναι παράξενο που ακόμη
και μετά από 15 χρόνια δικτατορίας οι πολίτες της Χιλής χρειάστηκαν μια
χαζοχαρούμενη και πολύχρωμη διαφημιστική καμπάνια για να πάρουν το θάρρος να
αποτινάξουν από πάνω τους τον ζυγό της χούντας;
Το
ερώτημα αυτό υποψιάζομαι ότι ταλάνισε και τους υπεύθυνους της καμπάνιας του
ΣΥΡΙΖΑ πριν καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι η πλατιά μάζα των ψηφοφόρων, ευτυχώς
ή δυστυχώς, δεν είναι παρά ένας εύκολα χειραγωγούμενος πολτός. Το μεγάλο
στοίχημα και σ’ αυτή την εκστρατεία δεν είναι οι σκληροπυρηνικοί ψηφοφόροι,
αλλά η γοητευτική πλατιά μάζα των αναποφάσιστων.
Οι
διαφημιστές έχουν εδώ και δεκαετίες καταλήξει με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι οι
«αναποφάσιστοι» δεν είναι αυτοί που στίβουν το μυαλό τους και ζυγίζουν
σχολαστικά την ψήφο πριν τη ρίξουν. Είναι αυτοί που μπορούν να αλλάξουν γνώμη
από ένα φύσημα του ανέμου και για τον πιο παιδαριώδη λόγο.
Οι
επαγγελματίες δημοσιοσχεσίτες έχουν παρεισφρήσει για τα καλά στην πολιτική μετά
τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο περίφημο βιβλίο του «Το μοναχικό πλήθος», ο
Αμερικανός κοινωνιολόγος Ντέιβιντ Ρίσμαν μιλούσε για τους θεατές-καταναλωτές
της πολιτικής, που έχουν την τάση να εγκαταλείπουν τη μοίρα τους στα χέρια
ηγετών.
Στην
εποχή μας δεν υπάρχουν πλέον πραγματικά ελεύθερες και σκεπτόμενες κοινωνίες που
αποτελούνται από πολίτες με κρίση και λογική. Το καθημερινό ντους ακατέργαστων
πληροφοριών όχι μόνο δεν εγγυάται ανάπτυξη της γνώσης και της επίγνωσης, αλλά
κάνει τους πολίτες ακόμη πιο επιρρεπείς σε επίκτητες ανάγκες και σε
αποπροσανατολιστικά ψευτοδιλήμματα που τους στέλνουν συστημένους στην αγκαλιά
των τσακαλιών της επικοινωνίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου