Σελίδες

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Η αυτοκρατορία των ψευδαισθήσεων


Οι 700 χιλιάδες που διατίθενται συνολικά φέτος από τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες για «παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών», δεν θα αρκούσαν ούτε για τους καφέδες του συνεργείου σε μια μεσαίου κόστους χολιγουντιανή παραγωγή.


Ο αμερικανικός κινηματογράφος κατέχει το 85% της παγκόσμιας κινηματογραφικής αγοράς και περισσότερο από το 70% της ευρωπαϊκής. Οι ΗΠΑ αρνούνται να κρατήσουν και τα προσχήματα και έχουν απροκάλυπτα εμπορευματοποιήσει και την ίδια την έννοια του κινηματογράφου, πλασάροντάς κάθε ταινία ως κοινό καταναλωτικό προϊόν. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να υποτιμήσει την πολιτισμική «δικτατορία» που έχουν επιβάλει στον πλανήτη μέσω της πανίσχυρης κινηματογραφικής βιομηχανίας τους. Κοντεύουν να ομογενοποιήσουν το σύμπαν και να επιβληθούν σε κάθε είδους πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, με αλυσιδωτές επιπτώσεις και σε άλλους τομείς του πολιτισμού: από τη μουσική (βιομηχανία) και τη λογοτεχνία, μέχρι τις εικαστικές και τις παραστατικές τέχνες.

Αυτή η πολιτισμική επιβολή είναι ανάλογη της βαρύτητας και της επίδρασης του αμερικανικού κινηματογράφου κι έχει αντίκτυπο στον τρόπο ζωής όλων των κατοίκων του πλανήτη αλλά και σε πολιτικό επίπεδο προπαγανδίζοντας σε όλη την οικουμένη τα αμερικανικά συμφέροντα. Με άλλα λόγια, είναι ένας πόλεμος που οι ΗΠΑ έχουν κερδίσει προ πολλού και κατά κράτος, ενώ οι καινοφανείς πολιτικές προθέσεις της Κομισιόν να εντάξει και τις οπτικοακουστικές υπηρεσίες στο σχέδιο συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών μεταξύ ΗΠΑ – Ευρώπης, ανοίγουν και τις τελευταίες κερκόπορτες για την πλήρη παράδοση του ευρωπαϊκού σινεμά.

Στην Ευρώπη, ωστόσο, τα προϊόντα του οπτικοακουστικού τομέα, υποτίθεται ότι δεν μπαίνουν στον ίδιο ντορβά με τα αυτοκίνητα, τις κολόνιες, τα κινητά τηλέφωνα, τις τηλεοράσεις, αλλά λογίζονται ως ιδιαίτερα στοιχεία του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Μπορεί οι πολιτιστικές πολιτικές να αποδείχτηκαν ανεπαρκείς στο να ανταγωνιστούν τις αντίστοιχες αμερικανικές, αλλά, ευτυχώς, δεν έχουν ξεδιαλύνει τα θολά όρια μεταξύ βιομηχανίας και τέχνης και τα προϊόντα του πολιτισμού έχουν μια διαφορετική αξία που απαιτεί και νομιμοποιεί εθνικές και ευρωπαϊκές πολιτικές ενδυνάμωσης και οικονομικής υποστήριξης.

Πολλοί αποδοκιμάζουν και επικρίνουν το αμερικανικό μοντέλο πολιτιστικής επιβολής και τα πρότυπα που προβάλει, αλλά -αν όχι και στους ίδιους- ασκεί ακαταμάχητη γοητεία σε άλλους τόσους. Αυτό είναι ένα απλό –ίσως και απλουστευμένο- παράδειγμα για τη σημασία και τη βαρύτητα της τέχνης κινηματογράφου, του δεύτερου εξαγώγιμου προϊόντος της ισχυρότερης σήμερα, χώρας του πλανήτη. Κι ενώ εκεί γίνεται ένας χορός τρισεκατομμυρίων δολαρίων, στην Κύπρο η τοπική κινηματογραφική παραγωγή είναι καταδικασμένη, μάλλον παραδομένη, στη μιζέρια, το μαρασμό και σιγά- σιγά οδεύει προς την ανυπαρξία. Τα μεγέθη είναι πολύ διαφορετικά και φυσικά δεν τίθεται καν θέμα ο κινηματογράφος να αποτελέσει ένα επικερδές καταναλωτικό προϊόν σε μια χώρα 800 χιλιάδων κατοίκων. Αυτό όμως δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να υποβιβάζει τον κινηματογράφο στην τελευταία, ουσιαστικά, θέση της ιεραρχίας στην πολιτιστική μας πολιτική.

Οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες έχουν τα χέρια τους δεμένα με το κονδύλι που αφορά την παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών να έχει πέσει από 1,5 εκατομμύριο το 2011 στις 700 χιλιάδες το 2013. Είναι εξευτελιστικό και μόνο που το αναφέρουμε, αφού με τα ψίχουλα αυτά είναι καλύτερα να παραδεχόσουν ότι δεν έχεις κανένα όραμα και καμία διάθεση να στηρίξεις μια τέχνη που μπορεί να σου φέρει πολύτιμα πολιτιστικά ανταλλάγματα.

700 χιλιάρικα για παραγωγή ταινιών μεγάλου και μικρού μήκους, για συμπαραγωγή ταινιών μεγάλου και μικρού μήκους, για παραγωγή και συμπαραγωγή ντοκιμαντέρ. Νέοι Κύπριοι σκηνοθέτες είδαν τα όνειρά τους να σμπαραλιάζονται με την ανατροπή σχετικών χρονοδιαγραμμάτων για παραγωγή  ταινιών και υπάρχουν παραδείγματα δημιουργών που άφησαν την κύρια εργασία τους για να επικεντρωθούν στην παραγωγή της ήδη εγκεκριμένης ταινίας τους. Έπειτα, ενημερώθηκαν ότι τελικά αναστέλλεται η χρηματοδότηση με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν σήμερα ακόμη και βιοποριστικό πρόβλημα.

Πέραν των χρημάτων, που όταν μιλάμε για πολιτιστικά αγαθά η ορθή τους διαχείριση συνεπάγεται ότι αποτελούν ανταποδοτικότατη επένδυση σε βάθος χρόνου, χρειάζεται όραμα και αποφασιστικότητα, λυσσαλέα καταδίωξη προοπτικών για διεθνείς συνεργασίες, για συμμετοχή σε κοινά προγράμματα κατάρτισης και προώθησης ταινιών, για παροχή κινήτρων σε νέους να ακολουθήσουν αυτή την τόσο γοητευτική τέχνη.

Εμείς εδώ προτιμούμε να αφεθούμε να μας συνεπάρει ο πολιτισμικός δούρειος ίππος του Χόλιγουντ, χωρίς την παραμικρή αντίσταση. Δεν κοστίζει και τίποτε, άλλωστε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου