Θα πονέσουμε, να ξέρετε. Δεν θα τη βγάλουμε καθαρή. Η ιστορία, το παλαιό, κυοφορεί πάλι κι όπως πάντα ο τοκετός για το νέο θα είναι επώδυνος. Γιατί ο άνθρωπος μυαλό δεν βάζει. Είναι πάντοτε έρμαιο του εαυτού του. Ο πίθηκας μιλάει πρώτος κι έχει και την τελευταία λέξη. Κυριαρχεί η συναισθηματική αντίληψη του κόσμου. Είναι άλλωστε επιστημονικά αποδεδειγμένο πως όταν έρχεται η ώρα της κρίσεως το συναίσθημα υπερτερεί και καθορίζει τη λογική, η οποία είναι πιο πρόσφατο «update» στο λογισμικό του εγκεφάλου μας και γι’ αυτό εδρεύει στο εξωτερικό του τμήμα, τον νεοφλοιό. Η λογική ως νέα λειτουργία μετράει μόλις μερικές εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, αν κι εδώ που τα λέμε πολλοί από εμάς την περιμένουμε ακόμη να πρυτανεύσει.
Ο Γκάντι θα τη θεωρούσε μια πολύ καλή ιδέα, όπως δηλαδή και τον δυτικό πολιτισμό, όταν του απηύθυναν το σχετικό ερώτημα. Κι εμείς στην Κύπρο θα το εξελίσσαμε και θα λέγαμε ότι γενικότερα ο πολιτισμός θα ήταν μια θαυμάσια ιδέα, όμως αυτό είναι μια άλλη συζήτηση. Το θέμα μας εδώ είναι η βία ως αναπόφευκτος παράγοντας αλλαγής. Αυτή τη στιγμή κυριαρχεί παντού ανά τον πλανήτη. Αλλά ας μην πάμε μακριά. Ας κοιτάξουμε τριγύρω μας ή στον καθρέφτη μας. Είναι το μίσος που μεταβολίζουμε καθημερινά, το εθνικό, το ρατσιστικό, το σεξιστικό, το ομοφοβικό, το οπαδικό. Το αυτοκαταστροφικό. Είναι η βία της καθημερινότητας, ψυχολογική και σωματική. Εσωτερική και εξωτερική. Ο Φρόιντ καθόριζε τη βία ως «ένστικτο θανάτου», έβλεπε την επιθετικότητα ως λιμπιντική ώθηση. Τη συνέδεε δηλαδή με την παρόρμηση της αυτοσυντήρησης.
Εκεί που θέλω να καταλήξω (εκτός από το οφθαλμοφανές εκ των συμφραζομένων ότι ελάχιστα μάλλον έχουν αλλάξει από την εποχή του Νεάντερταλ) είναι ότι η ανθρώπινη προβλεψιμότητα επιτρέπει εκ του ασφαλούς εκτιμήσεις για το κατά πού πάει το πράγμα. «I've seen the future, brother, it is murder» έψαλλε ο προφήτης Λέοναρντ Κοέν. Αφού συνεχίζουμε να μετράμε τον κόσμο με τη βία, έτσι θα μας πάρουν και τα μέτρα.
Τα τενεκεδένια ταμπούρλα μέσα μας βαράνε, λειτουργούμε σαν να βρισκόμαστε –ή μήπως βρισκόμαστε;- σε συνθήκες γενικευμένου πολέμου, με τη λογική του μοναχικού αρπακτικού ή στην καλύτερη περίπτωση της αγέλης σαρκοβόρων. Όμως, η βία έχει τη ρίζα της στον φόβο της βίας. Άνθρωποι, κοινωνικά υποσύνολα και κράτη ασκούν προληπτική βία με την επίκληση της ειρήνης, που είναι η συνέχεια του πολέμου με άλλα μέσα. Το αποτέλεσμα είναι στο τέλος να αποκτά τη δική της αυταξία στην καθημερινότητά μας. Το εύφλεκτο σκεπτικό ότι η αυξανόμενη ικανότητα αποτροπής αποτελεί εγγύηση ειρήνης έχει περάσει από τη σφαίρα των διεθνών σχέσεων στην ιδιωτική, μετατρέποντας κάθε σπίτι σε σπιρτόκουτο.
Δεν είναι τυχαίο ότι η ελληνική μυθολογία θεωρούσε αδέρφια αχώριστα το Κράτος και τη Βία. Μια κοινωνία που έχει εναποθέσει όλες τις ελπίδες της στην καταστολή, στην απάντηση της βίας με τη βία, την τιμωρία, την εκδίκηση ή και την αυτοδικία, είναι καταδικασμένη να δει τον φαύλο κύκλο να σφίγγει σταδιακά σαν θηλιά στον λαιμό της. Η σχέση της με τη βία γίνεται σχέση εξάρτησης και στη συνέχεια απλώς αναζητεί τα κατάλληλα κανάλια για να διοχετευτεί.
Ο παράγοντας που επιταχύνει τις εξελίξεις, οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές, δεν είναι η βία και δεν είναι αυτό που εννοούσε ο Μαρξ όταν αναφερόταν στη «μαμή της ιστορίας». Η βία είναι απλώς ένα «ψευδοφάρμακο δύναμης», ένα βοηθητικό κι όχι μεταρρυθμιστικό εργαλείο που μπορεί να γίνει ανεξέλεγκτο, όμως δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη δύναμη. Η βία, απ’ όπου κι αν προέρχεται, δεν είναι μια απρόσωπη δύναμη, ούτε μια αλυσίδα αυτογενών πράξεων. Αυτό ισχύει ακόμη και στη ζούγκλα. Ο καθένας από εμάς έχει ευθύνη και πρέπει να την αναλαμβάνει, ώστε όσα κάνουμε να μη στρέφονται ενάντια σ’ αυτό που είμαστε.
Το καινούριο θα έρθει με ωδίνες, λοιπόν, επειδή εμείς διαλέξαμε μια άτσαλη μαμή. Θα μπορούσε να έρθει πολύ πιο ανώδυνα, γιατί δεν είναι η βία που το γονιμοποίησε αλλά οι εγγενείς αντιφάσεις και παθογένειες του παλιού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου