Πριν πάμε στην άλγεβρα, δεν πρέπει πρώτα να μάθουμε την προπαίδεια;
Εδώ ψωμί δεν έχουμε, ραπανάκια για την όρεξη. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτή η παροιμία είναι το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό όταν ενημερώθηκα για τη «στρατηγικής σημασίας» απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για ίδρυση Κυπριακής Ακαδημίας Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών. Δεν είναι ότι το βλέπω αρνητικά, ότι δεν ακούγεται εντυπωσιακό, ούτε ότι είναι κακό να είναι μια κυβέρνηση φιλόδοξη. Αλλά όσο να 'ναι, πιο πολύ με πυροτέχνημα μοιάζει.
Παρά τη δικαιολογία του μικρού μεγέθους και της άρρηκτης πνευματικής και πολιτιστικής σχέσης με τη μητροπολιτική Ελλάδα, ακούγεται άσχημο η Κύπρος να συγκαταλέγεται στις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες που δεν διαθέτει Ακαδημία. Σύμφωνα με το σκεπτικό της κυβέρνησης, έχουμε ανάγκη από ένα ανώτατο επιστημονικό σώμα που να αναδεικνύει την αριστεία, την πνευματική πρόοδο και τα επιτεύγματα του λαού. Η λέξη «αριστεία» βέβαια είναι και παρεξηγήσιμη, όταν π.χ. ο επικεφαλής της κυβέρνησης έχει με στόμφο επικαλεστεί την επιλογή των αρίστων εκ των αρίστων για διορισμό στους ημικρατικούς. Παραπέμπει επίσης στον θεσμό των Αριστείων Γραμμάτων, Τεχνών και Επιστημών που καθιερώθηκε το 1993 για να τιμήσει δημιουργούς με προσφορά και ο οποίος χρόνο με τον χρόνο άρχισε να χωλαίνει και να χάνει το κύρος του.
Λογικά, εφόσον μεταξύ των δραστηριοτήτων της Κυπριακής Ακαδημίας θα περιληφθεί και η θεσμοθέτηση βραβείων, αυτό θα σημάνει την κατάργηση των αριστείων -να προλάβει να μείνει και κανένας Κύπριος αβράβευτος- και ταυτόχρονα τη θεσμική τους αναβάθμιση. Θέλω να πιστεύω, βέβαια, ότι η δράση της νεοσύστατης Ακαδημίας δεν θα επικεντρωθεί σε ετήσια αγλαά πανηγύρια τιμών και λιβανισμάτων, ούτε στην εκτόνωση της μεγαλομανίας πανεπιστημιακών και πνευματικών ανθρώπων.
Τα μεταξωτά βρακιά απαιτούν επιδέξιους πισινούς, αλλά ισχύει και το αντίστροφο. Κι όλοι αυτοί οι επιδέξιοι πισινοί που ευαγγελίζονται την ίδρυση και λειτουργία Ακαδημίας από τη μια μέρα στην άλλη, πρέπει να αναλογιστούν ότι στην Ελλάδα, για τη δημιουργία ενός θεσμού με κύρος και δράση ταλαιπωρήθηκαν για πολλές δεκαετίες. Εκεί βέβαια, που είναι πιο χαζοί, λειτούργησαν αντίστροφα: πρώτα έχτισαν το κτήριο και (πολύ) μετά ίδρυσαν την Ακαδημία Αθηνών.
Η ιστορία του κτηρίου που σχεδίασε ο Δανός starchitect Θεόφιλος Χάνσεν και θεωρείται σήμερα το «ωραιότερο νεοκλασικό οικοδόμημα του κόσμου», με έμπνευση από την κλασική αρχιτεκτονική του 5ου αιώνα, ξεκίνησε το 1856 με τη δωρεά Σίμωνος Σίνα. Το κτήριο παραδόθηκε σχεδόν 30 χρόνια αργότερα, το 1887, από τον Ερνέστο Τσίλλερ, και πέρασαν σχεδόν άλλα 40 μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες για τη Συντακτική Aπόφαση της ίδρυσης της Ακαδημίας Αθηνών, στις 18 Mαρτίου 1926. Σε κάθε περίπτωση, κλείνει φέτος 90 χρόνια λειτουργίας. Στο πρώτο προεδρείο, που έκτοτε αλλάζει κάθε χρόνο χωρίς εξαίρεση, συμμετείχαν προσωπικότητες όπως ο Φωκίων Νέγρης, ο Γεώργιος Χατζιδάκις, ο Κωστής Παλαμάς, ο Γεώργιος Δροσίνης. Εξελίχθηκε σ' έναν αυστηρά αυτοτελή οίκο πνεύματος, που πρόσφερε πολλές υπηρεσίες, κυρίως για εθνικά ζητήματα και για ζητήματα παιδείας και οικονομικής πολιτικής. Παράλληλα, έκανε παρεμβάσεις σε διεθνείς οργανισμούς για ζητήματα πανανθρώπινων αξιών, όπως την υπεράσπιση του δικαιώματος των Kυπρίων για αυτοδιάθεση.
Μια μελαγχολία είναι αναπόφευκτη αν τολμήσει κανείς να κάνει σύγκριση, αλλά σε κάθε περίπτωση κάτι τέτοιο θα ήταν και άδικο. Είναι διαφορετικά τα μεγέθη και οι ανάγκες της εποχής και εύλογα κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι παρά ποτέ, καθόλου και με κανέναν, καλύτερα είναι να ιδρυθεί τώρα, χωρίς υποδομές και προετοιμασία και χωρίς πειστικό σχέδιο για τη στελέχωσή της. Είμαστε μόνο 100 χρόνια πίσω. Προλαβαίνουμε. Εντούτοις, καλό θα ήταν να αναλογιστούμε ότι όσον αφορά την παιδεία, τις επιστήμες και (ειδικά) τον πολιτισμό άλλα πράγματα μας λείπουν, πιο βασικά, στοιχειώδη και απαραίτητα. Πριν πάμε στην άλγεβρα, δεν πρέπει πρώτα να μάθουμε την προπαίδεια;
Εδώ ψωμί δεν έχουμε, ραπανάκια για την όρεξη. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτή η παροιμία είναι το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό όταν ενημερώθηκα για τη «στρατηγικής σημασίας» απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για ίδρυση Κυπριακής Ακαδημίας Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών. Δεν είναι ότι το βλέπω αρνητικά, ότι δεν ακούγεται εντυπωσιακό, ούτε ότι είναι κακό να είναι μια κυβέρνηση φιλόδοξη. Αλλά όσο να 'ναι, πιο πολύ με πυροτέχνημα μοιάζει.
Παρά τη δικαιολογία του μικρού μεγέθους και της άρρηκτης πνευματικής και πολιτιστικής σχέσης με τη μητροπολιτική Ελλάδα, ακούγεται άσχημο η Κύπρος να συγκαταλέγεται στις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες που δεν διαθέτει Ακαδημία. Σύμφωνα με το σκεπτικό της κυβέρνησης, έχουμε ανάγκη από ένα ανώτατο επιστημονικό σώμα που να αναδεικνύει την αριστεία, την πνευματική πρόοδο και τα επιτεύγματα του λαού. Η λέξη «αριστεία» βέβαια είναι και παρεξηγήσιμη, όταν π.χ. ο επικεφαλής της κυβέρνησης έχει με στόμφο επικαλεστεί την επιλογή των αρίστων εκ των αρίστων για διορισμό στους ημικρατικούς. Παραπέμπει επίσης στον θεσμό των Αριστείων Γραμμάτων, Τεχνών και Επιστημών που καθιερώθηκε το 1993 για να τιμήσει δημιουργούς με προσφορά και ο οποίος χρόνο με τον χρόνο άρχισε να χωλαίνει και να χάνει το κύρος του.
Λογικά, εφόσον μεταξύ των δραστηριοτήτων της Κυπριακής Ακαδημίας θα περιληφθεί και η θεσμοθέτηση βραβείων, αυτό θα σημάνει την κατάργηση των αριστείων -να προλάβει να μείνει και κανένας Κύπριος αβράβευτος- και ταυτόχρονα τη θεσμική τους αναβάθμιση. Θέλω να πιστεύω, βέβαια, ότι η δράση της νεοσύστατης Ακαδημίας δεν θα επικεντρωθεί σε ετήσια αγλαά πανηγύρια τιμών και λιβανισμάτων, ούτε στην εκτόνωση της μεγαλομανίας πανεπιστημιακών και πνευματικών ανθρώπων.
Τα μεταξωτά βρακιά απαιτούν επιδέξιους πισινούς, αλλά ισχύει και το αντίστροφο. Κι όλοι αυτοί οι επιδέξιοι πισινοί που ευαγγελίζονται την ίδρυση και λειτουργία Ακαδημίας από τη μια μέρα στην άλλη, πρέπει να αναλογιστούν ότι στην Ελλάδα, για τη δημιουργία ενός θεσμού με κύρος και δράση ταλαιπωρήθηκαν για πολλές δεκαετίες. Εκεί βέβαια, που είναι πιο χαζοί, λειτούργησαν αντίστροφα: πρώτα έχτισαν το κτήριο και (πολύ) μετά ίδρυσαν την Ακαδημία Αθηνών.
Η ιστορία του κτηρίου που σχεδίασε ο Δανός starchitect Θεόφιλος Χάνσεν και θεωρείται σήμερα το «ωραιότερο νεοκλασικό οικοδόμημα του κόσμου», με έμπνευση από την κλασική αρχιτεκτονική του 5ου αιώνα, ξεκίνησε το 1856 με τη δωρεά Σίμωνος Σίνα. Το κτήριο παραδόθηκε σχεδόν 30 χρόνια αργότερα, το 1887, από τον Ερνέστο Τσίλλερ, και πέρασαν σχεδόν άλλα 40 μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες για τη Συντακτική Aπόφαση της ίδρυσης της Ακαδημίας Αθηνών, στις 18 Mαρτίου 1926. Σε κάθε περίπτωση, κλείνει φέτος 90 χρόνια λειτουργίας. Στο πρώτο προεδρείο, που έκτοτε αλλάζει κάθε χρόνο χωρίς εξαίρεση, συμμετείχαν προσωπικότητες όπως ο Φωκίων Νέγρης, ο Γεώργιος Χατζιδάκις, ο Κωστής Παλαμάς, ο Γεώργιος Δροσίνης. Εξελίχθηκε σ' έναν αυστηρά αυτοτελή οίκο πνεύματος, που πρόσφερε πολλές υπηρεσίες, κυρίως για εθνικά ζητήματα και για ζητήματα παιδείας και οικονομικής πολιτικής. Παράλληλα, έκανε παρεμβάσεις σε διεθνείς οργανισμούς για ζητήματα πανανθρώπινων αξιών, όπως την υπεράσπιση του δικαιώματος των Kυπρίων για αυτοδιάθεση.
Μια μελαγχολία είναι αναπόφευκτη αν τολμήσει κανείς να κάνει σύγκριση, αλλά σε κάθε περίπτωση κάτι τέτοιο θα ήταν και άδικο. Είναι διαφορετικά τα μεγέθη και οι ανάγκες της εποχής και εύλογα κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι παρά ποτέ, καθόλου και με κανέναν, καλύτερα είναι να ιδρυθεί τώρα, χωρίς υποδομές και προετοιμασία και χωρίς πειστικό σχέδιο για τη στελέχωσή της. Είμαστε μόνο 100 χρόνια πίσω. Προλαβαίνουμε. Εντούτοις, καλό θα ήταν να αναλογιστούμε ότι όσον αφορά την παιδεία, τις επιστήμες και (ειδικά) τον πολιτισμό άλλα πράγματα μας λείπουν, πιο βασικά, στοιχειώδη και απαραίτητα. Πριν πάμε στην άλγεβρα, δεν πρέπει πρώτα να μάθουμε την προπαίδεια;

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου