Μπορεί άραγε κάποιος να φανταστεί μόνο για μια μέρα να μην έχει διευθυντή, έστω αναπληρωτή, η ΑΗΚ, ο ΚΟΤ, ή το Γραφείο του Προέδρου της Δημοκρατίας;
Στην κορυφή της συναρπαστικής μας επικαιρότητας, μόλις καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός της νέας Βουλής, έρχεται οσονούπω η συζήτηση για τα Διοικητικά Συμβούλια των ημικρατικών οργανισμών. Θυμίζω ότι είχαν διοριστεί την 1η Ιανουαρίου 2014 και η κυβέρνηση ευαγγελιζόταν ότι για πρώτη φορά η θητεία τους θα ήταν 30μηνη. Συνεπώς, αν δεν με προδίδουν τα μαθηματικά μου, η θητεία εκπνέει στο τέλος του τρέχοντος κι αν δεν με προδίδει η απλή λογική αυτό ισχύει και για το Διοικητικό Συμβούλιο του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου.
Δεν γνωρίζω αν εκεί στα υψηλά δώματα της εξουσίας αποτιμούν θετικά όσα συνέβησαν στον ΘΟΚ τα τελευταία 2,5 χρόνια. Άλλωστε, έχω σοβαρούς λόγους να διατηρώ αμφιβολίες αν έχουν καν τη δυνατότητα να αποτιμήσουν τα πεπραγμένα σε έναν καλλιτεχνικό οργανισμό. Άγνωσται αι βουλαί του κυρίου Προέδρου, εντούτοις ένα λίφτινγκ στη σύνθεση μάλλον θα πρέπει να το αναμένουμε, αν και το ενδεχόμενο να ανανεωθεί η θητεία της πλειοψηφίας των μελών είναι ορατό.
Προβαίνοντας σε έναν πρόχειρο απολογισμό, είναι φανερό ότι η θητεία του υπό τον Γιάννη Τουμαζή σχήματος συνδέθηκε με μια εποχή- ορόσημο στην Ιστορία του σύγχρονου κυπριακού θεάτρου. Σημαντικότερη αλλαγή σε σχέση με τη θεατρική ανάπτυξη είναι βεβαίως η αναδιαμόρφωση του πλαισίου επιχορηγήσεων του ελεύθερου θεάτρου, οι θετικές και αρνητικές επιπτώσεις της οποίας άρχισαν ήδη να φαίνονται, αλλά ο χρόνος θα τις αναδείξει περισσότερο. Αναφορικά με τον ίδιο τον οργανισμό, σημαντικότερες τομές είναι η ριζική αλλαγή στη διαδικασία σύστασης του θιάσου, αλλά και η αναδιάρθρωση στο οργανόγραμμα με τη νευραλγικής σημασίας θέση του διευθυντή να διαχωρίζεται σε καλλιτεχνικού και γενικού.
Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι το εν λόγω ΔΣ έγραψε ιστορία ως το μοναδικό στην πορεία του ΘΟΚ που λειτούργησε εξολοκλήρου χωρίς διευθυντή, αλλά και για περίπου ένα χρόνο χωρίς ούτε Καλλιτεχνική Επιτροπή. Η τελευταία κρίθηκε ότι είναι αναχρονιστικός θεσμός, ότι συγκρούεται άσκοπα με τις αρμοδιότητες του ΔΣ και ουσιαστικά καταργήθηκε χωρίς να ανοίξει ρουθούνι. Το αδυσώπητο ερώτημα συνεπώς είναι πώς κατάφερε το ΔΣ να διαχειριστεί όλο αυτό τον όγκο διοικητικής αλλά και καλλιτεχνικής φύσης εργασιών, πώς προωθεί όλες αυτές τις τομές αλλά και πώς π.χ. στήνει ένα ικανό ρεπερτόριο;
Προκύπτει βέβαια και το εξής ερώτημα: αν τα καταφέρνει, τότε γιατί να πληρώνουμε διευθυντές και γιατί τόσο καιρό διοικητικό συμβούλιο και καλλιτεχνική επιτροπή έμπλεκαν άσκοπα τα μπούτια τους κι είχαμε τόσα κοκόρια να λαλούν; Σκωπτικό, βεβαίως, αυτό το ερώτημα. Διότι η κατάσταση χωρίς διευθυντή απλά ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΑΛΛΟ κι αυτό είναι σίγουρο ότι το έχουν καταλάβει πλέον ακόμη –αν υπάρχουν- κι αυτοί που ενδεχομένως βολεύτηκαν κάπως με την υπάρχουσα κατάσταση.
Μπορεί άραγε κάποιος να φανταστεί μόνο για μια μέρα να μην έχει διευθυντή, έστω αναπληρωτή, η ΑΗΚ, ο ΚΟΤ, ή το Γραφείο του Προέδρου της Δημοκρατίας; Στον ΘΟΚ δηλαδή γιατί έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε σχεδόν τρία χρόνια να ξεκαθαρίσουν τα νομοθετικά πλαίσια και να τρίξουν τα γραφειοκρατικά γρανάζια του κράτους, να πηγαίνουμε από αναβολή σε αναβολή και από νομικίστικο πρόσκομμα σε νομικίστικο πρόσκομμα; Είναι του πεταματού πια σ’ αυτή τη χώρα ο συγκεκριμένος οργανισμός, το θέατρο, ο πολιτισμός;
Δεν θα εκφράσω προκαταβολικά άποψη για το ρεπερτόριο, όλα εξάλλου στο θέατρο κρίνονται στο σανίδι. Δεν μπορώ όμως να αγνοήσω μια έντονη συνάφεια των επιλογών με πρόσφατες ή παλιότερες ρεπερτοριακές επιλογές κυρίως του Εθνικού, αλλά και άλλων θεατρικών σχημάτων από την Ελλάδα. Λογικό το ΔΣ να αναζήτησε ένα μπούσουλα προκειμένου να ανακουφιστεί εν μέρει από όλο εκείνο τον φόρτο που αναλάμβανε η εκλιπούσα -σε κακό timing, ελλείψει και διευθυντή- Καλλιτεχνική Επιτροπή.
Στην κορυφή της συναρπαστικής μας επικαιρότητας, μόλις καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός της νέας Βουλής, έρχεται οσονούπω η συζήτηση για τα Διοικητικά Συμβούλια των ημικρατικών οργανισμών. Θυμίζω ότι είχαν διοριστεί την 1η Ιανουαρίου 2014 και η κυβέρνηση ευαγγελιζόταν ότι για πρώτη φορά η θητεία τους θα ήταν 30μηνη. Συνεπώς, αν δεν με προδίδουν τα μαθηματικά μου, η θητεία εκπνέει στο τέλος του τρέχοντος κι αν δεν με προδίδει η απλή λογική αυτό ισχύει και για το Διοικητικό Συμβούλιο του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου.
Δεν γνωρίζω αν εκεί στα υψηλά δώματα της εξουσίας αποτιμούν θετικά όσα συνέβησαν στον ΘΟΚ τα τελευταία 2,5 χρόνια. Άλλωστε, έχω σοβαρούς λόγους να διατηρώ αμφιβολίες αν έχουν καν τη δυνατότητα να αποτιμήσουν τα πεπραγμένα σε έναν καλλιτεχνικό οργανισμό. Άγνωσται αι βουλαί του κυρίου Προέδρου, εντούτοις ένα λίφτινγκ στη σύνθεση μάλλον θα πρέπει να το αναμένουμε, αν και το ενδεχόμενο να ανανεωθεί η θητεία της πλειοψηφίας των μελών είναι ορατό.
Προβαίνοντας σε έναν πρόχειρο απολογισμό, είναι φανερό ότι η θητεία του υπό τον Γιάννη Τουμαζή σχήματος συνδέθηκε με μια εποχή- ορόσημο στην Ιστορία του σύγχρονου κυπριακού θεάτρου. Σημαντικότερη αλλαγή σε σχέση με τη θεατρική ανάπτυξη είναι βεβαίως η αναδιαμόρφωση του πλαισίου επιχορηγήσεων του ελεύθερου θεάτρου, οι θετικές και αρνητικές επιπτώσεις της οποίας άρχισαν ήδη να φαίνονται, αλλά ο χρόνος θα τις αναδείξει περισσότερο. Αναφορικά με τον ίδιο τον οργανισμό, σημαντικότερες τομές είναι η ριζική αλλαγή στη διαδικασία σύστασης του θιάσου, αλλά και η αναδιάρθρωση στο οργανόγραμμα με τη νευραλγικής σημασίας θέση του διευθυντή να διαχωρίζεται σε καλλιτεχνικού και γενικού.
Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι το εν λόγω ΔΣ έγραψε ιστορία ως το μοναδικό στην πορεία του ΘΟΚ που λειτούργησε εξολοκλήρου χωρίς διευθυντή, αλλά και για περίπου ένα χρόνο χωρίς ούτε Καλλιτεχνική Επιτροπή. Η τελευταία κρίθηκε ότι είναι αναχρονιστικός θεσμός, ότι συγκρούεται άσκοπα με τις αρμοδιότητες του ΔΣ και ουσιαστικά καταργήθηκε χωρίς να ανοίξει ρουθούνι. Το αδυσώπητο ερώτημα συνεπώς είναι πώς κατάφερε το ΔΣ να διαχειριστεί όλο αυτό τον όγκο διοικητικής αλλά και καλλιτεχνικής φύσης εργασιών, πώς προωθεί όλες αυτές τις τομές αλλά και πώς π.χ. στήνει ένα ικανό ρεπερτόριο;
Προκύπτει βέβαια και το εξής ερώτημα: αν τα καταφέρνει, τότε γιατί να πληρώνουμε διευθυντές και γιατί τόσο καιρό διοικητικό συμβούλιο και καλλιτεχνική επιτροπή έμπλεκαν άσκοπα τα μπούτια τους κι είχαμε τόσα κοκόρια να λαλούν; Σκωπτικό, βεβαίως, αυτό το ερώτημα. Διότι η κατάσταση χωρίς διευθυντή απλά ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΑΛΛΟ κι αυτό είναι σίγουρο ότι το έχουν καταλάβει πλέον ακόμη –αν υπάρχουν- κι αυτοί που ενδεχομένως βολεύτηκαν κάπως με την υπάρχουσα κατάσταση.
Μπορεί άραγε κάποιος να φανταστεί μόνο για μια μέρα να μην έχει διευθυντή, έστω αναπληρωτή, η ΑΗΚ, ο ΚΟΤ, ή το Γραφείο του Προέδρου της Δημοκρατίας; Στον ΘΟΚ δηλαδή γιατί έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε σχεδόν τρία χρόνια να ξεκαθαρίσουν τα νομοθετικά πλαίσια και να τρίξουν τα γραφειοκρατικά γρανάζια του κράτους, να πηγαίνουμε από αναβολή σε αναβολή και από νομικίστικο πρόσκομμα σε νομικίστικο πρόσκομμα; Είναι του πεταματού πια σ’ αυτή τη χώρα ο συγκεκριμένος οργανισμός, το θέατρο, ο πολιτισμός;
Δεν θα εκφράσω προκαταβολικά άποψη για το ρεπερτόριο, όλα εξάλλου στο θέατρο κρίνονται στο σανίδι. Δεν μπορώ όμως να αγνοήσω μια έντονη συνάφεια των επιλογών με πρόσφατες ή παλιότερες ρεπερτοριακές επιλογές κυρίως του Εθνικού, αλλά και άλλων θεατρικών σχημάτων από την Ελλάδα. Λογικό το ΔΣ να αναζήτησε ένα μπούσουλα προκειμένου να ανακουφιστεί εν μέρει από όλο εκείνο τον φόρτο που αναλάμβανε η εκλιπούσα -σε κακό timing, ελλείψει και διευθυντή- Καλλιτεχνική Επιτροπή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου