Ένας πρόσφυγας στην αυλή μου...
«Τόπος για τους χολεριασμένους δεν υπάρχει» έσκουζε ο μοχθηρός παπα- Γρηγόρης του επικού μυθιστορήματος του Νίκου Καζαντζάκη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Οι ξεριζωμένοι και ταλαιπωρημένοι πρόσφυγες κατέφθασαν στο πλούσιο χωριό του και θεωρώντας ότι απειλούν τα κεκτημένα του αυτός κι οι υπόλοιποι προύχοντες άλλη έγνοια δεν είχαν από το πώς θα τους ξεφορτωθούν το γρηγορότερο. Από ένα χωριό, τη Λυκόβρυση, ο Καζαντζάκης, χτίζει ολόκληρο τον κόσμο μας.
Είναι ανατριχιαστικός ο βαθμός και η συχνότητα που επιβεβαιώνονται τα διαχρονικά μηνύματα των σπουδαίων έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Σαν την Ιστορία κι αυτά: συνήθως ως τραγωδία, κάποτε κι ως φάρσα. Κι είναι ευτυχής συγκυρία η ανακοίνωση της κινηματογραφικής μεταφοράς του συγκεκριμένου μυθιστορήματος από τον Θοδωρή Παπαδουλάκη, 50 χρόνια μετά τον Ζυλ Ντασέν.
Η Συρία είναι αυτή τη στιγμή το θέατρο των επιχειρήσεων ενός παγκόσμιου πολέμου νεύρων. Οι πλέον διαβόητες υπερδυνάμεις και επίδοξες υπερδυνάμεις αυτού του πυριγενούς κόσμου, καθώς και τα πολιτικά τους τσιράκια έχουν χωμένη την ουρά τους σε μια διένεξη όπου διαπλέκονται σύνθετα γεωπολιτικά συμφέροντα. Κι ενώ όλοι αυτοί παίζουν μονόπολη επί ξυρού ακμής, ένας ολόκληρος λαός ξεκληρίζεται. Υπολογίζεται ότι ήδη περίπου το 10% των κατοίκων έπαψαν πια να βασανίζονται, αφού εγκατέλειψαν τα εγκόσμια, ενώ ένα τεράστιο μέρος του πληθυσμού εκτοπίστηκε εσωτερικά ή εξωτερικά με τη φτώχια να μαστίζει οκτώ στους δέκα Σύρους.
Η ΕΕ με τις σοβαρές ηθικές και πολιτικές ευθύνες για τις αιτίες της προσφυγοποίησης νίπτει τας χείρας και κόπτεται για την εφαρμογή μιας μεταναστευτικής πολιτικής που εξαντλείται στην ασφυκτική στρατιωτικοποίηση των συνόρων. Δαχτυλοδείχνει τους δουλέμπορους ως κύρια πηγή του κακού κι όλοι κοιτάζουν το δάχτυλο, αλλά όχι το «φεγγάρι» που είναι οι πολιτικές που πυροδότησαν τις προσφυγικές ροές και βέβαια δεν συζητείται καν μια δίκαιη κατανομή ώστε να μη συνωστίζονται στη νοτιοανατολική της πίσω αυλή.
Αλλά εμάς τι μας νοιάζουν όλα αυτά; Θα μας νοιάξουν όταν καεί η γούνα μας. Οι κάτοικοι των Γιαννιτσών Πέλλας και του διπλανού νομού Κιλκίς έχουν αρχίσει ήδη να ακονίζουν τα μαχαίρια μετά την ανακοίνωση Καμμένου ότι θα δημιουργηθούν hot spots στην περιοχή τους, ενώ τις προηγούμενες μέρες στα Διαβατά Θεσσαλονίκης οι κάτοικοι βγήκαν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι. Στα hot spots, τα κέντρα μετεγκατάστασης προσφύγων, κυρίως σε παλιά στρατόπεδα, θα συγκεντρώνονται μαζικά πρόσφυγες (βλέπε φυλακίζονται) για να καταγραφούν (βλέπε φακελωθούν) και να «επαναπροωθηθούν» («push-back») σε μια διαδικασία που μοιάζει φυσικά με διαλογή.
Τόλμησαν να διαμαρτυρηθούν άραγε οι κάτοικοι του Άουσβιτς, του Νταχάου, του Μπούχενβαλτ, του Μαουτχάουζεν όταν οι ναζί έφερναν μαζικά εβραίους, ρομά, ομοφυλόφιλους, κομμουνιστές και άλλους ανεπιθύμητους στην περιοχή τους; Θα το ψάξω. Όμως οι σύγχρονοι Έλληνες πολίτες δεν τινάχτηκαν αγριεμένοι από τον καναπέ στο άκουσμα της δημιουργίας hot spots κοντά στο σπίτι τους επειδή αντιτίθενται ηθικά στη δημιουργία σύγχρονων κολαστηρίων, αλλά επειδή δεν εισακούστηκε η παραίνεσή τους «μακριά απ’ τον πισινό μας κι όπου θέλει ας μπει». Τα ξενοφοβικά τους αντανακλαστικά ενεργοποιήθηκαν πασπαλισμένα με ημιμάθεια και ανιστορησία και βλέπουν τα πλήθη των δυστυχών σαν τον εχθρό που επιβουλεύεται τη ζωή, το μέλλον, τα όνειρα των παιδιών τους. Αγαπημένη τους ατάκα; «Όποιος συμπαθεί τους πρόσφυγες να τους πάρει σπίτι του».
Είμαι θυμωμένος ειδικά με τα Γιαννιτσά, διότι μεγάλωσα εκεί και εκτιμώ ότι η ξενοφοβική στάση προσβάλει την ίδια την ιστορία της πόλης. Αυτό που αποτελεί την πληθυσμιακή σύσταση αυτής της πόλης σήμερα, καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό τη δεκαετία του 1920 όταν αποχώρησαν Τούρκοι και σλαβόφωνοι και εγκαταστάθηκαν εκεί πρόσφυγες από πολλές περιοχές όπως η Θράκη και η Ανατολική Ρωμυλία, από τον Πόντο –όπως ο συνονόματος παππούς μου- και τη Μικρά Ασία –όπως η γιαγιά μου.
Το παίρνω προσωπικά. Το ηθικό βάρος μιας σύγχρονης «Λυκόβρυσης» αισθάνομαι να λυγίζει και τη δική μου πλάτη.
«Τόπος για τους χολεριασμένους δεν υπάρχει» έσκουζε ο μοχθηρός παπα- Γρηγόρης του επικού μυθιστορήματος του Νίκου Καζαντζάκη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Οι ξεριζωμένοι και ταλαιπωρημένοι πρόσφυγες κατέφθασαν στο πλούσιο χωριό του και θεωρώντας ότι απειλούν τα κεκτημένα του αυτός κι οι υπόλοιποι προύχοντες άλλη έγνοια δεν είχαν από το πώς θα τους ξεφορτωθούν το γρηγορότερο. Από ένα χωριό, τη Λυκόβρυση, ο Καζαντζάκης, χτίζει ολόκληρο τον κόσμο μας.
Είναι ανατριχιαστικός ο βαθμός και η συχνότητα που επιβεβαιώνονται τα διαχρονικά μηνύματα των σπουδαίων έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Σαν την Ιστορία κι αυτά: συνήθως ως τραγωδία, κάποτε κι ως φάρσα. Κι είναι ευτυχής συγκυρία η ανακοίνωση της κινηματογραφικής μεταφοράς του συγκεκριμένου μυθιστορήματος από τον Θοδωρή Παπαδουλάκη, 50 χρόνια μετά τον Ζυλ Ντασέν.
Η Συρία είναι αυτή τη στιγμή το θέατρο των επιχειρήσεων ενός παγκόσμιου πολέμου νεύρων. Οι πλέον διαβόητες υπερδυνάμεις και επίδοξες υπερδυνάμεις αυτού του πυριγενούς κόσμου, καθώς και τα πολιτικά τους τσιράκια έχουν χωμένη την ουρά τους σε μια διένεξη όπου διαπλέκονται σύνθετα γεωπολιτικά συμφέροντα. Κι ενώ όλοι αυτοί παίζουν μονόπολη επί ξυρού ακμής, ένας ολόκληρος λαός ξεκληρίζεται. Υπολογίζεται ότι ήδη περίπου το 10% των κατοίκων έπαψαν πια να βασανίζονται, αφού εγκατέλειψαν τα εγκόσμια, ενώ ένα τεράστιο μέρος του πληθυσμού εκτοπίστηκε εσωτερικά ή εξωτερικά με τη φτώχια να μαστίζει οκτώ στους δέκα Σύρους.
Η ΕΕ με τις σοβαρές ηθικές και πολιτικές ευθύνες για τις αιτίες της προσφυγοποίησης νίπτει τας χείρας και κόπτεται για την εφαρμογή μιας μεταναστευτικής πολιτικής που εξαντλείται στην ασφυκτική στρατιωτικοποίηση των συνόρων. Δαχτυλοδείχνει τους δουλέμπορους ως κύρια πηγή του κακού κι όλοι κοιτάζουν το δάχτυλο, αλλά όχι το «φεγγάρι» που είναι οι πολιτικές που πυροδότησαν τις προσφυγικές ροές και βέβαια δεν συζητείται καν μια δίκαιη κατανομή ώστε να μη συνωστίζονται στη νοτιοανατολική της πίσω αυλή.
Αλλά εμάς τι μας νοιάζουν όλα αυτά; Θα μας νοιάξουν όταν καεί η γούνα μας. Οι κάτοικοι των Γιαννιτσών Πέλλας και του διπλανού νομού Κιλκίς έχουν αρχίσει ήδη να ακονίζουν τα μαχαίρια μετά την ανακοίνωση Καμμένου ότι θα δημιουργηθούν hot spots στην περιοχή τους, ενώ τις προηγούμενες μέρες στα Διαβατά Θεσσαλονίκης οι κάτοικοι βγήκαν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι. Στα hot spots, τα κέντρα μετεγκατάστασης προσφύγων, κυρίως σε παλιά στρατόπεδα, θα συγκεντρώνονται μαζικά πρόσφυγες (βλέπε φυλακίζονται) για να καταγραφούν (βλέπε φακελωθούν) και να «επαναπροωθηθούν» («push-back») σε μια διαδικασία που μοιάζει φυσικά με διαλογή.
Τόλμησαν να διαμαρτυρηθούν άραγε οι κάτοικοι του Άουσβιτς, του Νταχάου, του Μπούχενβαλτ, του Μαουτχάουζεν όταν οι ναζί έφερναν μαζικά εβραίους, ρομά, ομοφυλόφιλους, κομμουνιστές και άλλους ανεπιθύμητους στην περιοχή τους; Θα το ψάξω. Όμως οι σύγχρονοι Έλληνες πολίτες δεν τινάχτηκαν αγριεμένοι από τον καναπέ στο άκουσμα της δημιουργίας hot spots κοντά στο σπίτι τους επειδή αντιτίθενται ηθικά στη δημιουργία σύγχρονων κολαστηρίων, αλλά επειδή δεν εισακούστηκε η παραίνεσή τους «μακριά απ’ τον πισινό μας κι όπου θέλει ας μπει». Τα ξενοφοβικά τους αντανακλαστικά ενεργοποιήθηκαν πασπαλισμένα με ημιμάθεια και ανιστορησία και βλέπουν τα πλήθη των δυστυχών σαν τον εχθρό που επιβουλεύεται τη ζωή, το μέλλον, τα όνειρα των παιδιών τους. Αγαπημένη τους ατάκα; «Όποιος συμπαθεί τους πρόσφυγες να τους πάρει σπίτι του».
Είμαι θυμωμένος ειδικά με τα Γιαννιτσά, διότι μεγάλωσα εκεί και εκτιμώ ότι η ξενοφοβική στάση προσβάλει την ίδια την ιστορία της πόλης. Αυτό που αποτελεί την πληθυσμιακή σύσταση αυτής της πόλης σήμερα, καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό τη δεκαετία του 1920 όταν αποχώρησαν Τούρκοι και σλαβόφωνοι και εγκαταστάθηκαν εκεί πρόσφυγες από πολλές περιοχές όπως η Θράκη και η Ανατολική Ρωμυλία, από τον Πόντο –όπως ο συνονόματος παππούς μου- και τη Μικρά Ασία –όπως η γιαγιά μου.
Το παίρνω προσωπικά. Το ηθικό βάρος μιας σύγχρονης «Λυκόβρυσης» αισθάνομαι να λυγίζει και τη δική μου πλάτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου