Σελίδες

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

Και τώρα τι κάνουμε δίχως ποιητές;

Αφού κανείς δεν κρίθηκε άξιος για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, τι τους ήθελαν τους «πέντε επικρατέστερους»;


Βρε παιδιά, δεν το εννοούσα. Με σκωπτικό τρόπο είχα γράψει ότι αποτελεί βαρβαρότητα να γράφει κανείς ποίηση μετά το Γιούρογκρουπ (εκείνου με το κούρεμα). Οι ποιητές όμως φαίνεται ότι το πήραν τις μετρητοίς. Κι ιδού τα αποτελέσματα: Για τις εκδόσεις του 2014 η Κριτική Επιτροπή αποφάσισε, ομόφωνα μάλιστα, να μην απονείμει Κρατικό Βραβείο Ποίησης.


Εννοείται ότι αστειεύομαι. Διότι ποίηση το 2014 γράφτηκε και μάλιστα μπόλικη και καλή. Σε καμιά περίπτωση δεν δέχομαι, χωρίς να λέω ότι έχω μελετήσει εις βάθος την ποιητική παραγωγή των τελευταίων ετών, ότι το επίμαχο έτος ήταν ποιητικά δύστοκο και «δίσεχτο» σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Πώς αλλιώς μπορεί να εκληφθεί αυτό παρά ότι θεωρεί ανάξιες για την ύψιστη κρατική λογοτεχνική διάκριση και τις 52 ποιητικές συλλογές που περιλάμβανε ο τελικός κατάλογος των υποψήφιων έργων. Από απόψεως παραγωγής, ο αριθμός αυτός είναι κοντά στον ετήσιο μέσο όρο. Από απόψεως ποιότητας, όμως, αυτό που έχει σημασία είναι η αξιολόγηση της Κριτικής Επιτροπής.

Είναι κοινή διαπίστωση ότι η συνήθεια να γίνεται η συγκεκριμένη Επιτροπή αντικείμενο αμφισβήτησης και καχυποψίας έγινε λατρεία και αναφέρομαι φυσικά στον θεσμό κι όχι στο υπό τη συγκεκριμένη σύνθεση Σώμα. Είναι λογικό, αφού μιλάμε για μια διαδικασία αξιολόγησης όπου δύσκολα μπορεί κανείς να θέσει αξιόπιστα και αντικειμενικά κριτήρια, μετρήσιμα και χειροπιαστά στοιχεία που να οδηγούν σ’ ένα πέραν κοινώς αποδεκτό αποτέλεσμα. Ο θεσμός δεν έχει άλλη επιλογή από το να μάθει να ζει μ’ αυτή την εκ γενετής παθογένεια, το ίδιο και η λογοτεχνική κοινότητα.


Είναι διαφορετικό πράγμα, όμως, αυτό και διαφορετικό να δίνεις στον εαυτό σου την εξουσία να απαξιώνει ολόκληρη την ποιητική παραγωγή μιας χώρας παίρνοντας μια σκληρόκαρδη απόφαση, με το επιχείρημα –υποθέτω- της διαφύλαξης του κύρους του βραβείου. Η απόφαση έχει βάση σε κατηγορίες όπως το «Δοκίμιο/ Μελέτη», όπου επίσης η Επιτροπή αποφάσισε να μην απονείμει βραβείο για το ‘14. Διότι στην κατηγορία αυτή, που δεν είναι το ίδιο περίβλεπτη με την Ποίηση, παραδοσιακά περιλαμβάνεται στον κατάλογο ελάχιστος αριθμός έργων.


Αν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς Κρατικό Βραβείου Δοκιμίου Μελέτης, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την Ποίηση. Δεν είναι και ό,τι πιο ωραίο –πώς να το κάνουμε;- να σου τρίβει ο άλλος στα μούτρα ότι είσαι ποιητικά υπογόνιμος. Είναι ένα μήνυμα που θα πρέπει να χτυπήσει σαν ηλεκτρικό ρεύμα τον λογοτεχνικό κόσμο και τους αρμόδιους κρατικούς φορείς, να θορυβήσει, να προκαλέσει προβληματισμό. Αν αυτός ήταν ο στόχος της Επιτροπής, ας βάλουμε έναν αστερίσκο κατανόησης.


Αυτό όμως που είναι ακατανόητο και μπορεί να καταλογιστεί ως φάουλ περιωπής από πλευράς της Επιτροπής, είναι η αψυχολόγητη απόφαση να διατηρήσει στην ανακοίνωση των νικητών τον κατάλογο των επικρατέστερων έργων και στις κατηγορίες όπου τελικά αποφάσισε να μη δώσει βραβείο. Ο κατάλογος αυτός είναι νέο «φρούτο» στη διαδικασία, έχει καθιερωθεί τα τελευταία χρόνια και στόχο έχει να δώσει την ηθική ικανοποίηση μιας άτυπης διάκρισης στους περιληφθέντες. Να δηλώσει δηλαδή ότι «κονταροχτυπήθηκαν» μέχρι τέλους με διαγωνιστικούς όρους και θα μπορούσαν να πάρουν κι αυτοί το βραβείο αν δεν ήταν ο νικητής. Από τη στιγμή, ωστόσο, που ΔΕΝ υπάρχει νικητής, αυτή η άτυπη διάκριση μοιάζει περισσότερο με… φάσκελο. Γιατί αυτό που στην καλύτερη περίπτωση δηλώνει φωναχτά και ονομαστικά στους «επικρατέστερους» είναι ότι το πάλεψαν, αλλά ήταν ανάξιοι. Αν δηλαδή ήταν δρομείς, θα τερμάτιζαν όλοι τελευταίοι.


Τα τελευταία χρόνια μπορούν να χαρακτηριστούν τουλάχιστον μεταβατικά για τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας. Ζήσαμε γενναίες μειώσεις του χρηματικού επάθλου, καταργήσεις και συγχωνεύσεις κατηγοριών, βράχυνση της λίστας με τις κατηγορίες. Δεν χρειάζονται νέες «λαχτάρες» να κλονίσουν κι άλλο ένα σημαντικό θεσμό που αποτυπώνει όσο λίγοι τις αισθητικές και κοινωνικές εξελίξεις στην Κύπρο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου