Το
«απέραντο φρενοκομείο» είναι εδώ, πιο ανάγλυφο από ποτέ.
Το παρόν και το μέλλον των κατοίκων της Ελλάδας κρέμεται από μια κλωστή και την ώρα που οι ισχυροί παίζουν Μονόπολη στη ράχη τους, σκαρώνοντας αλχημείες με οικονομικούς όρους και συσχετισμούς, για τους άμεσα επηρεαζόμενους, τον λαουτζίκο, δεν υπάρχει άλλος ρόλος σ’ αυτή την κακόγουστη τραγωδία από του κομπάρσου.
Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου παίζεται τώρα το χοντρό παιχνίδι της κοινωνικοποίησης, στις καφετέριες όπου σκοτώνουν οι άνεργοι τον άπλετο ελεύθερο χρόνο τους, στα τσιπουράδικα και τις ταβέρνες όπου προσπαθούν να διασκεδάσουν την αγωνία τους για τους ίδιους και τα παιδιά τους και ενίοτε –για τους πιο δραστήριους- ακόμη και σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, οι πολίτες αρθρώνουν μια φωνή που περιπλέκει απάθεια, ημιμάθεια, αμηχανία και ισχυρογνωμοσύνη. Σαστισμένοι παρακολουθούν σχεδόν ολάκερο τον πλανήτη να ασχολείται μαζί τους και με το δράμα τους και συζητάν γι’ αυτό με σπουδή και αποστασιοποίηση, λες και πρόκειται για την κηδεία ενός γείτονα.
Ένας λαός στην πλειοψηφία του συγχυσμένος, αποπροσανατολισμένος, έτοιμος να γυρίσει και να δαγκώσει την ίδια του την ουρά. Εξακολουθεί να μη γνωρίζει τι πραγματικά του φταίει αναζητώντας αποδιοπομπαίους τράγους στους μετανάστες, στις θρησκευτικές μειονότητες, στους αλλόθρησκους, στους αντιφρονούντες, στους «αιώνιους εχθρούς» και ενίοτε στον ίδιο τους τον καθρέφτη. Πρώτιστα, βέβαια, φταίνε οι «πολιτικοί», έτσι γενικά, αόριστα και ανεξαιρέτως, ενώ ευτυχώς δεν ξεχνάνε και τους μπαμπούλες των ισχυρών κρατών, των εταίρων, των θεσμών και του διεθνούς κεφαλαίου.
Η μάζα έχει μετατραπεί σ’ έναν πειθήνιο και απόλυτα χειραγωγήσιμο πολτό κι εφόσον έχει απαξιώσει μετά βδελυγμίας τον θεσμό του κράτους, είναι φυσικό μια κυβέρνηση να της γυρίζει την πλάτη και να νιώθει περισσότερο υπόλογη στις αγορές και τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Θέλουμε- δεν θέλουμε, ανήκομεν εις τη Δύση τουλάχιστον από το 1976 -όταν και εκστόμισε την ιστορική ατάκα ο αλησμόνητος Κ. Γ. Καραμανλής. Γι’ αυτό και την ακολουθήσαμε σαν πιστό σκυλί όταν εισήλθε σ’ αυτή την περίεργη εποχή της «μεταδημοκρατίας», χαρακτηριστικό της οποίας είναι η έλλειψη σεβασμού στην εκάστοτε κυβέρνηση. Βέβαια, η αμφιβολία και η κριτική ματιά στην εξουσία κάθε άλλο παρά αρνητικό φαινόμενο είναι όμως κατά τον Κόλιν Κράουτς αυτό είναι μόνο η πέτσα του φαινομένου. Από κάτω κρύβεται ουσιαστικά η απίσχναση του ρόλου του κράτους, η κατάργηση βασικών κοινωνικών αρμοδιοτήτων, καθώς παράλληλα οι πρωταγωνιστές του πολιτικού σκηνικού συμπορεύονται με το μεγάλο κεφάλαιο και εργάζονται για την οριστική ακύρωση του λαϊκού και κοινωνικού στοιχείου, στρώνοντας το χαλί για τη σαρωτική επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού ο οποίος δεν πτοείται ούτε από τις ίδιες του τις αντιφάσεις.
Όμως, ο νεοφιλελευθερισμός, ηλίθιε, προσχηματικά εμφανίζεται ως υπέρμαχος της ελεύθερης αγοράς. Στην ουσία υπηρετεί τις μεγάλες εταιρείες και το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο και τρέφεται από την κρίση γι’ αυτό και δεν κατέρρευσε μέσα στη δίνη της. Πετώντας στον κόσμο μερικά δημοκρατικά κοκαλάκια και αριστοκρατικοποιώντας τον θεσμό των εκλογών, το καθεστώς, έχοντας ανισχυροποιήσει την εργατική τάξη, ισχυροποιεί την παρουσία του παραγκωνίζοντας και αποξενώνοντας το λαό, εξουδετερώνοντας ρυθμίσεις που κερδήθηκαν με διεκδικήσεις δεκαετιών και δαιμονοποιώντας ως «λαϊκιστικό» οτιδήποτε έχει λαϊκή χροιά, για να μπορεί να συνδιαλέγεται όχι μόνο κάτω αλλά και πάνω από το τραπέζι με το κεφάλαιο.
Κατά το πώς άνεργοι φουκαράδες, λίγο πριν αρχίσουν να ψάχνουν για αποφάγια στα σκουπίδια, εξακολουθούν να φαντασιώνονται τον εαυτό τους ως αδιαφιλονίκητα μέλη της μεσαίας τάξης, η κυβέρνηση σωτηρίας Τσίπρα, όντας με το πιστόλι στον κρόταφο, φαντασιώνεται ότι μέσα σ’ αυτό το διεθνές περιβάλλον μπορεί να αποτελέσει τον πρώτο δραπέτη από τον ζουρλομανδύα του νεοφιλελευθερισμού. Φυσικό είναι μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες το «απέραντο φρενοκομείο» -για να θυμηθούμε πάλι τον Καραμανλή- να είναι πιο ανάγλυφο από ποτέ και γεμάτο από σχιζοφρενείς που νομίζουν ότι κάνουν μπάντζι τζάμπινγκ στο Ζάλογγο.
Το παρόν και το μέλλον των κατοίκων της Ελλάδας κρέμεται από μια κλωστή και την ώρα που οι ισχυροί παίζουν Μονόπολη στη ράχη τους, σκαρώνοντας αλχημείες με οικονομικούς όρους και συσχετισμούς, για τους άμεσα επηρεαζόμενους, τον λαουτζίκο, δεν υπάρχει άλλος ρόλος σ’ αυτή την κακόγουστη τραγωδία από του κομπάρσου.
Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου παίζεται τώρα το χοντρό παιχνίδι της κοινωνικοποίησης, στις καφετέριες όπου σκοτώνουν οι άνεργοι τον άπλετο ελεύθερο χρόνο τους, στα τσιπουράδικα και τις ταβέρνες όπου προσπαθούν να διασκεδάσουν την αγωνία τους για τους ίδιους και τα παιδιά τους και ενίοτε –για τους πιο δραστήριους- ακόμη και σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, οι πολίτες αρθρώνουν μια φωνή που περιπλέκει απάθεια, ημιμάθεια, αμηχανία και ισχυρογνωμοσύνη. Σαστισμένοι παρακολουθούν σχεδόν ολάκερο τον πλανήτη να ασχολείται μαζί τους και με το δράμα τους και συζητάν γι’ αυτό με σπουδή και αποστασιοποίηση, λες και πρόκειται για την κηδεία ενός γείτονα.
Ένας λαός στην πλειοψηφία του συγχυσμένος, αποπροσανατολισμένος, έτοιμος να γυρίσει και να δαγκώσει την ίδια του την ουρά. Εξακολουθεί να μη γνωρίζει τι πραγματικά του φταίει αναζητώντας αποδιοπομπαίους τράγους στους μετανάστες, στις θρησκευτικές μειονότητες, στους αλλόθρησκους, στους αντιφρονούντες, στους «αιώνιους εχθρούς» και ενίοτε στον ίδιο τους τον καθρέφτη. Πρώτιστα, βέβαια, φταίνε οι «πολιτικοί», έτσι γενικά, αόριστα και ανεξαιρέτως, ενώ ευτυχώς δεν ξεχνάνε και τους μπαμπούλες των ισχυρών κρατών, των εταίρων, των θεσμών και του διεθνούς κεφαλαίου.
Η μάζα έχει μετατραπεί σ’ έναν πειθήνιο και απόλυτα χειραγωγήσιμο πολτό κι εφόσον έχει απαξιώσει μετά βδελυγμίας τον θεσμό του κράτους, είναι φυσικό μια κυβέρνηση να της γυρίζει την πλάτη και να νιώθει περισσότερο υπόλογη στις αγορές και τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Θέλουμε- δεν θέλουμε, ανήκομεν εις τη Δύση τουλάχιστον από το 1976 -όταν και εκστόμισε την ιστορική ατάκα ο αλησμόνητος Κ. Γ. Καραμανλής. Γι’ αυτό και την ακολουθήσαμε σαν πιστό σκυλί όταν εισήλθε σ’ αυτή την περίεργη εποχή της «μεταδημοκρατίας», χαρακτηριστικό της οποίας είναι η έλλειψη σεβασμού στην εκάστοτε κυβέρνηση. Βέβαια, η αμφιβολία και η κριτική ματιά στην εξουσία κάθε άλλο παρά αρνητικό φαινόμενο είναι όμως κατά τον Κόλιν Κράουτς αυτό είναι μόνο η πέτσα του φαινομένου. Από κάτω κρύβεται ουσιαστικά η απίσχναση του ρόλου του κράτους, η κατάργηση βασικών κοινωνικών αρμοδιοτήτων, καθώς παράλληλα οι πρωταγωνιστές του πολιτικού σκηνικού συμπορεύονται με το μεγάλο κεφάλαιο και εργάζονται για την οριστική ακύρωση του λαϊκού και κοινωνικού στοιχείου, στρώνοντας το χαλί για τη σαρωτική επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού ο οποίος δεν πτοείται ούτε από τις ίδιες του τις αντιφάσεις.
Όμως, ο νεοφιλελευθερισμός, ηλίθιε, προσχηματικά εμφανίζεται ως υπέρμαχος της ελεύθερης αγοράς. Στην ουσία υπηρετεί τις μεγάλες εταιρείες και το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο και τρέφεται από την κρίση γι’ αυτό και δεν κατέρρευσε μέσα στη δίνη της. Πετώντας στον κόσμο μερικά δημοκρατικά κοκαλάκια και αριστοκρατικοποιώντας τον θεσμό των εκλογών, το καθεστώς, έχοντας ανισχυροποιήσει την εργατική τάξη, ισχυροποιεί την παρουσία του παραγκωνίζοντας και αποξενώνοντας το λαό, εξουδετερώνοντας ρυθμίσεις που κερδήθηκαν με διεκδικήσεις δεκαετιών και δαιμονοποιώντας ως «λαϊκιστικό» οτιδήποτε έχει λαϊκή χροιά, για να μπορεί να συνδιαλέγεται όχι μόνο κάτω αλλά και πάνω από το τραπέζι με το κεφάλαιο.
Κατά το πώς άνεργοι φουκαράδες, λίγο πριν αρχίσουν να ψάχνουν για αποφάγια στα σκουπίδια, εξακολουθούν να φαντασιώνονται τον εαυτό τους ως αδιαφιλονίκητα μέλη της μεσαίας τάξης, η κυβέρνηση σωτηρίας Τσίπρα, όντας με το πιστόλι στον κρόταφο, φαντασιώνεται ότι μέσα σ’ αυτό το διεθνές περιβάλλον μπορεί να αποτελέσει τον πρώτο δραπέτη από τον ζουρλομανδύα του νεοφιλελευθερισμού. Φυσικό είναι μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες το «απέραντο φρενοκομείο» -για να θυμηθούμε πάλι τον Καραμανλή- να είναι πιο ανάγλυφο από ποτέ και γεμάτο από σχιζοφρενείς που νομίζουν ότι κάνουν μπάντζι τζάμπινγκ στο Ζάλογγο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου