Με
τον γνωστό παρορμητισμό και την ευθύτητα λόγου που τη διακρίνει, η Ελένη
Νικοδήμου «έσπασε» κι έγινε ακούσιος εκφραστής των πιο μύχιων και ανεκδήλωτων
συνειρμών της εικαστικής κοινότητας.
Στα συμφραζόμενα καραδοκεί η άλλη όψη του νομίσματος, αυτή που δεν αντικατοπτρίζεται στη φωταυγή όψη και το γυαλιστερό περιτύλιγμα, στο γκλάμουρ της κυπριακής συμμετοχής στην κορυφαία διεθνή διοργάνωση σύγχρονης τέχνης.
Θεωρώ
ότι η ουσία της διαφοράς μεταξύ της εικαστικού και της υπεύθυνης λειτουργού για
τον κλάδο εικαστικών στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και
Πολιτισμού δεν βρίσκεται για εμάς τους τρίτους στην «ad hominem επίθεση», στους
μειωτικούς χαρακτηρισμούς που η πρώτη καταλογίζει στη δεύτερη ότι – ενδεχομένως
εν βρασμώ ψυχής - της εξαπέλυσε.
Στα συμφραζόμενα καραδοκεί η άλλη όψη του νομίσματος, αυτή που δεν αντικατοπτρίζεται στη φωταυγή όψη και το γυαλιστερό περιτύλιγμα, στο γκλάμουρ της κυπριακής συμμετοχής στην κορυφαία διεθνή διοργάνωση σύγχρονης τέχνης.
Σαφώς
και πιο σοβαρές και ανησυχητικές είναι οι υπόνοιες ότι η λειτουργός δεν είναι
σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντά της αμερόληπτα, απροσωπόληπτα και δίκαια. Όλα
αυτά η Νικοδήμου θα κληθεί να τα υποστηρίξει και να τα αποδείξει, από τη στιγμή
μάλιστα που η καταγγελτική της επιστολή, εκτός του Παύλου Παρασκευά, έχει ήδη
κοινοποιηθεί στον υπουργό Παιδείας και Πολιτισμού, τη γενική διευθύντρια του
ΥΠΠ και την επίτροπο διοικήσεως.
Επιτρέψτε
μου να επισημάνω ότι το ζουμί της υπόθεσης είναι στο ότι μεγάλο μέρος της
καλλιτεχνικής κοινότητας της Κύπρου δεν είναι ευχαριστημένο από την πολιτική
του κράτους όσον αφορά στο ζήτημα της εκπροσώπησης στην Μπιενάλε Βενετίας.
Αισθάνονται
αμέτοχοι και παραγνωρισμένοι και νιώθουν την πόρτα των Πολιτιστικών Υπηρεσιών
ερμητικά σφαλισμένη. Ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως διάθεση να ακουστούν
προτάσεις και ιδέες που θα μπορούσαν «να ταράξουν τους κύκλους» μιας μικρής,
κλειστής ομάδας που επικαλείται την αυθεντία κι έχει στα χέρια της τη δύναμη
και την ευχέρεια να κόβει και να ράβει σε ό,τι αφορά όχι μόνο τη συμμετοχή στις
διεθνείς διοργανώσεις τέχνης, αλλά και σε ό,τι αφορά γενικότερα την προώθηση
της εικαστικής δημιουργίας στην Κύπρο.
Η
άλλη άποψη, βέβαια, λέει ότι χρειάζεται η εμπειρία της μακροχρόνιας τριβής με
τα διεθνή κανάλια διακίνησης των ιδεών της σύγχρονης τέχνης και οι διασυνδέσεις
με τα σωστά πρόσωπα που θα εξασφαλίσουν ότι η Κύπρος δεν θα αποκοπεί από τη
διεθνή εικαστική σκηνή. Αναρωτιόμαστε όμως κι εμείς μαζί με την Ελένη
Νικοδήμου, αν υπάρχει δικαιοσύνη, αμεροληψία και αντικειμενικότητα και πώς το
Υπουργείο αντιμετωπίζει τα αναπόφευκτα κρούσματα μεροληψίας και
υποκειμενικότητας, που ενδεχομένως να πηγάζουν από τη μόνιμη καθημερινή τριβή
των ανθρώπων που παίρνουν τις αποφάσεις με την καλλιτεχνική κοινότητα και τα προβλήματά
της.
Και
αν υπάρχει ακόμη ένα ζήτημα με το οποίο συμφωνούν οι περισσότεροι εικαστικοί –
δεδομένου ότι εύλογα οι περισσότεροι φιλοδοξούν και φαντασιώνονται τον εαυτό
τους να συμμετέχει στη σημαντική αυτή διοργάνωση – είναι ότι υπάρχει ιδιαίτερη σπουδή
από τους ιθύνοντες στην επιλογή του (ξένου) επιμελητή, σε σημείο που η επιλογή
αυτή να «σκεπάζει» τον καλλιτέχνη ή τους καλλιτέχνες που τελικά θα επιλεγούν.
Είναι μια διοργάνωση που ανήκει στους εικαστικούς, ανεξάρτητα αν πρόκειται για
«εθνική εκπροσώπηση».
Μόνο
κακεντρεχής και μικροπρεπής μπορεί να χαρακτηριστεί κάποιος που θα τολμήσει να
αμφισβητήσει δημόσια το ιδιαίτερο βάρος της επιλογής του Χριστόδουλου
Παναγιώτου: είναι ένας δημιουργός που παρά το νεαρό της ηλικίας του έχει κάνει
περήφανη την Κύπρο με τις σημαντικές και συχνές του διακρίσεις σε διεθνές
επίπεδο, τη ζηλευτή καλλιτεχνική του πορεία και τη θέση του στο παγκόσμιο
εικαστικό στερέωμα. Και δεν έχει να κάνει τίποτε με όσα συζητούμε εδώ.
Το
ζήτημα έχει να κάνει με την εντύπωση που δίνεται στην κοινή γνώμη και με το πώς
επηρεάζονται τα δίκαια και τα συμφέροντα των άμεσα επηρεαζόμενων: των
καλλιτεχνών.
ΥΓ:
Το «ηφαίστειο» που λέγεται Ελένη Νικοδήμου κόχλαζε εδώ και αρκετούς μήνες,
βαλβίδα εκτόνωσης δεν υπήρξε ποτέ, κι όσοι το συναναστρέφονταν, μπορούσαν να
προβλέψουν με ασφάλεια την έκρηξη να έρχεται. Στέλνοντας δύο μακροσκελείς
καταπελτικές επιστολές, τη μία απευθυνόμενη προς το ΔΣ του ΕΚΑΤΕ και την άλλη,
την πιο «καυτή», προς τον διευθυντή των Πολιτιστικών Υπηρεσιών, με μερικές
ημέρες διαφορά, έδειξε ότι η λάβα χύθηκε με κρυφό σκοπό να φωτίσει πολλά από τα
πάθη και τις παθογένειες της κυπριακής εικαστικής πραγματικότητας.
ΥΓ2:
Δεν γνωρίζω πόσα μέλη της εικαστικής κοινότητας έχουν γνώση για το περιεχόμενο
των επιστολών αυτών, που φτάνει συνολικά τις 6.000 λέξεις, όμως σίγουρα ένα
μεγάλο ποσοστό θα ήθελε να της σφίξει το χέρι, να της δώσει ένα φιλικό χτύπημα
στην πλάτη ή έστω να της κλείσει συγκαταβατικά το μάτι. Όμως απειροελάχιστοι
από αυτούς θα τολμούσαν να σταθούν δημόσια στο πλευρό της, ειδικότερα σε ό,τι
αφορά το ζήτημα του μοντέλου επιλογής της κυπριακής συμμετοχής στην Μπιενάλε
της Βενετίας. Οι καλλιτέχνες δυσφορούν από τις διαδικασίες, αλλά δεν τολμούν να
το εκφράσουν φωναχτά. Αν όμως στη συνέχεια διάβαζαν και την επιστολή παραίτησης
που η ίδια απέστειλε λίγες μέρες πριν στο ΕΚΑΤΕ, θα έφριτταν και θα έριχναν και
μια αυτοκριτική ματιά και στο δικό τους το σινάφι. Οι εντάσεις και οι
αντιγνωμίες όχι μόνο αποτελούσαν τον κανόνα τους τελευταίους μήνες στα
εσωτερικά του ΔΣ του επιμελητηρίου αλλά εξελίχθηκαν και σε ύβρεις και βαριές
κατηγορίες μεταξύ των μελών. Το σίγουρο είναι ότι μετά την παραίτηση της
Νικοδήμου, αλλά και το ξενέρωμα και την ουσιαστική απομάκρυνση μερικών ακόμη
μελών, έχουν πάψει εδώ και καιρό οι θυελλώδεις συνεδρίες και πλέον κυριαρχεί η
ηρεμία, η πλήξη και η μονοδιάστατη ομογνωμία. Μέχρι απάθειας…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου