Το πώς λειτουργεί μια κριτική
επιτροπή θεατρικών βραβείων, πώς αλληλεπιδρούν τα μέλη της σε συνάρτηση με το
υπό αξιολόγηση υλικό, τη θεατρική πραγματικότητα και το ευρύτερο πολιτισμικό
πλαίσιο όπου δρουν, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πεδίο
μελέτης για έναν ανήσυχο κοινωνικό ψυχολόγο.
Η σκωπτική
εικασία του Αντρέα Χριστοδουλίδη «φαίνεται έμαθαν (τα μέλη της κριτικής
επιτροπής) ότι ήμουν επικίνδυνα άρρωστος και γι’ αυτό με βράβευσαν» μπορεί και
να βρίσκεται πιο κοντά στην πραγματικότητα από πολλές άλλες εικασίες,
υποθέσεις, θεωρίες συνωμοσίας που ακούγονται παραδοσιακά στο περιθώριο μιας
διαδικασίας βράβευσης. Ποτέ δεν λείπουν οι καλοθελητές, οι οιωνοσκόποι, οι
αμφισβητίες, οι συνωμοσιολάγνοι, όλοι αυτοί που ρίχνουν νερό στο μύλο της
αμφισβήτησης –μέχρι μηδενισμού- και που πλέκουν στοργικά το αραχνοΰφαντο πέπλο
της καχυποψίας που τυλίγει ασφυκτικά κάθε θεσμό αναγνώρισης πολιτιστικών επιτευγμάτων.
Αναπόφευκτα,
τα βραβεία είναι εν μέρει ο καθρέφτης της Κριτικής Επιτροπής που τα απονέμει.
Περισσότερο, μάλιστα, απ’ ότι ο θεσμοθέτης ή το σώμα που επιλέγει αυτή την
Επιτροπή. Επιλέγεις μια δράκα –υποτίθεται σχετικών με το αντικείμενο- ανθρώπων,
σταυρώνεις τα δάχτυλα μέχρι να δεις τη μορφή θα πάρει το κοινό σώμα που θα
προκύψει και τους ρίχνεις σε μια θάλασσα από θεατρικές επιλογές, καλώντας τους
να βρουν τρόπο να αξιολογήσουν όσο γίνεται δίκαια και σωστά την καλλιτεχνική
παραγωγή μιας ολόκληρης διετίας. Είναι άνθρωποι με διαφορετικές καταβολές,
διαφορετικές προτεραιότητες, εμπειρίες, προδιαθέσεις, συμπάθειες ή και εμμονές
και φυσικά, με διαφορετικά γούστα και κριτήρια.
Το πώς
λειτουργεί μια κριτική επιτροπή θεατρικών βραβείων, πώς αλληλεπιδρούν τα μέλη
της σε συνάρτηση με το υπό αξιολόγηση υλικό, τη θεατρική πραγματικότητα και το
ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο όπου δρουν, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα
εξαιρετικά ενδιαφέρον πεδίο μελέτης για έναν ανήσυχο κοινωνικό ψυχολόγο. Είναι
μια διαδικασία που πότε φαντάζει απλή και ευχάριστη και πότε περίπλοκη και
απαιτητική, άλλοτε τη βρίσκεις συναρπαστική και άλλοτε επίπονη –ειδικότερα όταν
πρέπει να προσαρμόσεις όλο το πρόγραμμά σου για να προλάβεις να δεις
παραστάσεις.
Βουτώντας
στη διαδικασία αυτή χάνεις σε μεγάλο βαθμό τη χαρά της θέασης, αφού καλείσαι να
ανατέμνεις και να αποσυναρμολογήσεις τα στοιχεία κάθε παράστασης -και υπό αυτή
την έννοια μπορώ να κατανοήσω την επιλογή ενός ιατροδικαστή στη σύνθεση της
νέας Κριτικής Επιτροπής. Λόγω δουλειάς παρακολουθούσα πολύ συχνά θέατρο, αλλά
λόγω της συμμετοχής στην επιτροπή αυτή τα τελευταία δύο χρόνια, η αυστηρή
παρακολούθηση παραστάσεων έγινε περίπου… τρόπος ζωής.
Στην πορεία,
χάνοντας μεγάλο μέρος από την απόλαυση της θέασης, συνειδητοποιείς ότι
περισσότερους «πόντους» δώσαμε, ειδικότερα σε κατηγορίες όπως αυτή της
σκηνοθεσίας, στις παραστάσεις που κατάφεραν να εξουδετερώσουν τον άτεγκτο κριτή
μέσα μας και να μας προκαλέσουν τα πιο έντονα συναισθήματα.
Η τελετή
βράβευσης σηματοδοτεί μια παρατεταμένη συναισθηματική εκκένωση που σχετίζεται
με τις αντιδράσεις των πρωταγωνιστών και το πώς επηρεάζονται από αποφάσεις στις
οποίες συνέβαλες κι εσύ. Η διαφωνία, έντονη ή χλιαρή, με τις αποφάσεις της
Κριτικής Επιτροπής όχι μόνο είναι θεμιτή και εύλογη, αλλά ούτε καν τα μέλη της,
το καθένα ξεχωριστά, δεν είναι απόλυτα σύμφωνο με τις αποφάσεις του συνόλου. Στο
τέλος της ημέρας είχες την αίσθηση ότι κάτι λείπει, ότι κάτι δεν έγινε σωστά. Το
σώμα λειτουργούσε συχνά σαν να ήταν ανεξάρτητο: τόσο κοντά, αλλά και τόσο
μακριά από τις βουλές ενός εκάστου των μελών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου