Το μήνυμα είναι σαφές και παραλήπτες
του δεν είναι οι βετεράνοι καλλιτέχνες και δημιουργοί. Είναι οι επόμενες
γενιές, οι εκπρόσωποι των οποίων επίσης όπου σταθούν και βρεθούν έρχονται
αντιμέτωποι με την αδιαφορία, την αγνωμοσύνη και τη δυσμένεια.
Στα «100 χρόνια
μοναξιάς» ο ήρωας της ελευθερίας συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία, κεντρική
μορφή του διάσημου μυθιστορήματος του Μάρκες, αρνείται να διεκδικήσει την
ισόβια σύνταξη των βετεράνων «για να αποφύγει το μαρτύριο να την περιμένει
μέχρι να πεθάνει.»
Επιφανέστερος
ανάμεσα στους αναρίθμητους Αουρελιάνο, Χοσέ και Αρκάδιο, ο συνταγματάρχης
επέζησε από δεκάδες απόπειρες δολοφονίας και ενέδρες και δεν λύγισε μπροστά σε
τίποτα παρά μόνο στην ανίατη μοναξιά της ράτσας του. Αυτός ο ακαταμάχητος
συνδυασμός κυνικότητας και περηφάνιας, όμως, δεν δικαιολογεί, αλλά επιβεβαιώνει
την αγνωμοσύνη της Πολιτείας να μην του αποδώσει όσα του έταξε ή όσα του χρωστάει.
Η Κυπριακή Πολιτεία χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ, καταδίκασε τους απόμαχους της τέχνης, της δημιουργίας και της διανόησης, στην εξαθλίωση. Σε ένα δυσχερές κατευόδιο κατά το τελευταίο στάδιο της ζωής τους. Εδώ κι ένα χρόνο, με «ήξεις αφήξεις» και «είπα-ξείπα» λιβανίζουν χωρίς να ντρέπονται το ζήτημα των τιμητικών χορηγημάτων κάνοντας αυτούς τους ανθρώπους, εκτός από την πίκρα ή και την απόγνωση, να αισθάνονται και βλάκες που αφιέρωσαν τη ζωή τους για να κάνουν τη δική μας λίγο πιο υποφερτή.
Και δεν είναι μόνο
αυτό. Καλούνται οι εκπρόσωποι των σωματείων των καλλιτεχνών στη Βουλή κι όταν
τολμούν να αρθρώσουν ένα παράπονο έρχονται αντιμέτωποι με τη χλεύη και το
κόμπλεξ κάθε φιλόδοξου πολιτικάντη.
Το μήνυμα είναι
σαφές και παραλήπτες του δεν είναι οι βετεράνοι καλλιτέχνες και δημιουργοί.
Είναι οι επόμενες γενιές, οι εκπρόσωποι των οποίων επίσης όπου σταθούν και
βρεθούν έρχονται αντιμέτωποι με την αδιαφορία, την αγνωμοσύνη και τη δυσμένεια.
Ή το χειρότερο από όλα τα «τέρατα», την παθολογική γραφειοκρατική παραζάλη που
λειτουργεί σαν τραβηγμένο χειρόφρενο για κάθε γόνιμη δημιουργική απόπειρα.
Δεν χρειάζεται καν
να χρησιμοποιήσει ένας γονέας το επιχείρημα ότι τα κονδύλια που αυτή η Πολιτεία
επενδύει για τον Πολιτισμό είναι γελοιωδώς μηδαμινά σε σχέση με τομείς που
πραγματικά θεωρούνται «πρώτης ανάγκης» για να μεταπείσει το χαρισματικό παιδί
του από το να «χαραμιστεί» ακολουθώντας την κλίση του προς την τέχνη. Αρκεί να
του δείξει την κοινωνία που το περιβάλλει και την άποψη που έχει ο προβληματισμένος
με την οικονομική κρίση γείτονας, ο συγγενής, ο δάσκαλος για όλους αυτούς τους
«αργόσχολους χαραμοφάηδες» που… αντί να πιάσουν καμιά δουλειά ασχολούνται με
«ψωνίστικες σαχλαμάρες».
Δεν θα μπορούσαν,
σου λέει, να βρουν μια «κανονική εργασία» μ’ ένα σίγουρο μισθό και να
προεξοφλήσουν μια αξιοπρεπή σύνταξη, αντί να κολυμπούν μέσα στο πέλαγος της
αβεβαιότητας ακολουθώντας μια πνευματική πορεία που δεν αναγνωρίζεται και δεν
κατοχυρώνεται; Μήπως τελικά η ενασχόληση με την τέχνη είναι απλώς μια εμμονή,
ένα καπρίτσιο; Γιατί μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων που εξερεύνησαν τα όρια και τις
αντοχές του σύγχρονου κυπριακού πολιτισμού οδηγούνται άκομψα και ταπεινωτικά
στη δυσμένεια και την ανυποληψία; Και γιατί δεν υπάρχει συναίσθηση σ’ αυτή την
Πολιτεία -και σ’ αυτή την κοινωνία- ότι η έμπρακτη αναγνώριση στον Πολιτισμό
είναι απειροελάχιστη μπροστά σ’ αυτό που ανταποδίδει;
Πρόκειται για μια
μνημονική και βουλητική ματαίωση της ηθικής υποχρέωσης που έχουμε ενάντια στην
Ιστορία, ενάντια στο είδος μας, ενάντια στη Φύση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου