Σελίδες

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Γράφοντας ποίηση μετά το Γιούρογκρουπ

Όλα αυτά τα χρόνια επιλέγαμε να επενδύουμε σε αριθμούς και φούσκες, μετρούσαμε το σκορ στη ζωή μας ανάλογα με τις χρηματικές μας καβάτζες. Και χάναμε την ουσία.


Όταν ο Τέοντορ Αντόρνο εκστόμιζε το 1949 τον περίφημο αφορισμό του ότι «αποτελεί βαρβαρότητα να γράφει κανείς ποίηση μετά το Άουσβιτς», προφανώς δεν κυριολεκτούσε. Η ανθρώπινη Ιστορία είχε γνωρίσει ανάλογου μεγέθους σφαγές και ολέθρους και η ποίηση όχι μόνο άνθιζε μέσα από τα συντρίμμια, αλλά προέκυπτε από τα ίδια τα πάθη και τα  φριχτά γεγονότα που σφράγισαν την Ιστορία και την περιπέτεια του ανθρώπου. Και γνώρισε κτηνωδίες και μετά το Άουσβιτς. 

Ο Αντόρνο ήθελε να τονίσει την ενοχή του ανθρώπινου πολιτισμού, αυτού που γεννάει ΚΑΙ την ποίηση ΚΑΙ τη βαρβαρότητα. Η φρίκη και ο συγκλονισμός ήταν ακόμη νωπός στις συνειδήσεις των ανθρώπων τότε. Και προφανώς αναφερόταν στο ρόλο της εξουσίας σε σχέση με την τέχνη και τους ανθρώπους του πνεύματος. Άλλωστε ο ίδιος ανασκεύασε αργότερα σημειώνοντας ότι ο πόνος έχει το ίδιο δικαίωμα να εκφραστεί, όπως αυτός που υποφέρει να κραυγάσει.

Οι ακραίες καταστάσεις που βιώνουμε τις τελευταίες μέρες, που μοιάζουν με κακό εφιάλτη, μας έχουν μουδιάσει το μυαλό. Πού καιρός για ποίηση, για δημιουργική έκφραση; Σ’ ένα σχεδόν καταθλιπτικό περιβάλλον, όπου δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει με τις σκέψεις να πηγαίνουν αυτόματα στην επιβίωση τη δική σου και της οικογένειάς σου, η ποίηση περνά σε δεύτερη μοίρα. Είναι ζήτημα διάθεσης αλλά και προτεραιοτήτων.

Και πάλι, όμως, όταν καταλαγιάσει με το καλό όλος αυτός ο κουρνιαχτός, όταν ξεθυμάνει η καταιγίδα και βρεθούμε σε θέση να μπορούμε να καταμετρήσουμε τις πληγές μας, να εκτιμήσουμε το μέγεθος της συμφοράς που μας βρήκε, η ποίηση θα είναι και πάλι μια παρηγοριά, ένας συντελεστής κάθαρσης, ένας φορέας ελπίδας. Θα μας βοηθήσει να ανασυνταχθούμε, όταν θα μετράμε δυνάμεις και θα αναθεωρούμε αρχές και προτεραιότητες για να προσαρμοστούμε στη νέα πραγματικότητα, που δεν θα είναι απαραίτητα χειρότερη, απλώς διαφορετική.

Όλα αυτά τα χρόνια επιλέγαμε να επενδύουμε σε αριθμούς και φούσκες, μετρούσαμε το σκορ στη ζωή μας ανάλογα με τις χρηματικές μας καβάτζες. Και χάναμε την ουσία. Δεν είμαστε όλοι οικονομολόγοι, ούτε γνώστες περί χρηματοπιστωτικών συστημάτων, δεν σκαμπάζαμε από όρους των οικονομικών θεσμών και διαδικασιών, ξέραμε μόνο ότι πρέπει να κυνηγάμε το χρήμα. Τέλος. Τώρα που μας καίει, κάτι αρχίσαμε να ψιλιαζόμαστε για το πώς παίζεται το παιχνίδι. Άμα λάχει, γίναμε και οικονομολόγοι. Δεν είμαστε τυφλοί, βλέπουμε ότι η οικονομική καταστροφή προήλθε από το χρεοκοπημένο τραπεζικό σύστημα, με το βάρος να μετατίθεται στους ώμους του δημοσίου και κατά συνέπεια της κοινωνίας συνολικά, του καθενός από εμάς.

Πλέον μάθαμε τι σημαίνει bank run, καταλάβαμε πώς την πάτησε ο κύριος Μπανκς στη «Μαίρη Πόπινς», ότι οι μαζικές αναλήψεις οδηγούν σε ολική κατάρρευση, ότι όλα αυτά τα χρήματα που κατατέθηκαν δεν ήταν τίποτε άλλο παρά αριθμοί, αέρας κοπανιστός, μια φούσκα που έσκασε σαν φλύκταινα και μας περιέλουσε με το μολυσμένο της πύον. Τις φλύκταινες, όμως, συνήθως όταν τις σκας θεραπεύεσαι.

Αντί να κλαίμε πάνω από το χυμένο γάλα, καλό είναι να δούμε με ψυχραιμία τη νέα πραγματικότητα. Και να προσέξουμε καλά για ενδεχόμενες κοινωνικές και πολιτικές παρενέργειες, σαν αυτές που βλέπουμε στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. 

Μέσα στη σαστιμάρα της, η κοινωνία ενδέχεται να αρχίσει να αναζητεί εχθρούς και προς τα μέσα και προς τα έξω, το ακροεθνικιστικό φαινόμενο συνήθως ευδοκιμεί μέσα σε τέτοιες οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και πρέπει να δημιουργήσουμε τις αντιστάσεις για να μην πνιγούμε από τα κνιδώδη φύλλα του και τα αιχμηρά του αγκάθια. Ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου