Αυτό που χρειάζεται το Φεστιβάλ Κύπρια και η ασχετοσύνη των βουλευτών.
Τουλάχιστον αποκαρδιωτική είναι η ΑΣΧΕΤΟΣΥΝΗ –με το μπαρδόν δηλαδή- των βουλευτών στα θέματα Πολιτισμού. Και δεν υπάρχει ευκολότερος τρόπος να διαπιστώσει κανείς του λόγου το αληθές από την αφέλεια παιδιού του δημοτικού που χαρακτηρίζει τις ερωτήσεις που κάνουν όταν συζητούν σχετικά ζητήματα στις κοινοβουλευτικές επιτροπές. Στη χάση και στη φέξη, δηλαδή, που ξεπέφτει κανένα θέμα κατά ‘κει κι αυτό συνήθως για κάτι κακό κι όχι για κάποια ουσιαστική θεσμική εξέλιξη στην πολιτιστική πολιτική.
Τις προάλλες η Επιτροπή Ελέγχου ασχολήθηκε με κάποια σοβαρά λάθη που εντοπίστηκαν στη διαχείριση της προσφοράς για τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του φεστιβάλ Κύπρια 2012. Καλώς, άσχετα αν πρόκειται για ένα θέμα που ουσιαστικά αφορούσε παρατυπίες νομικίστικης φύσης.
«Γιατί απαιτείται τώρα καλλιτεχνικός διευθυντής για τα Κύπρια, ενώ προηγουμένως οι προσφορές για τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις για το ίδιο φεστιβάλ, τύγχαναν απευθείας χειρισμού από το Υπουργείο Παιδείας;» Όχι το ερώτημα δεν το θέτω εγώ, τέθηκε κανονικά στη συνεδρία της Επιτροπής Ελέγχου. Και είναι ενδεικτικό της ιδέας και της εκτίμησης που τρέφουν αυτοί που ορίζουν τις τύχες μας (μπρρρρ) για τη σημαντικότερη καλλιτεχνική διοργάνωση στο νησί. Το ερώτημα θα έπρεπε να είναι «γιατί χρειάζεται ένας καλλιτεχνικός διευθυντής που να κάνει πρόσκαιρα το μεσάζοντα, δηλαδή τη δουλειά που έκανε πριν η καλλιτεχνική επιτροπή και επιπλέον να πληρώνεται γι’ αυτό;».
Λόγω Προεδρίας της ΕΕ, υποθέτω, φέτος αποφασίστηκε η ανάθεση της ευθύνης της διοργάνωσης του φεστιβάλ σε έναν άνθρωπο, αντί σε μια δυσκίνητη και δυσλειτουργική επιτροπή, ο οποίος θα έχει να διαχειριστεί ένα τεράστιο μπάτζετ και να αρχίσει τα πάρε- δώσε με παραγωγούς και ατζέντηδες για να φέρει σε πέρας ένα φεστιβάλ υψηλών απαιτήσεων. Και τον Οκτώβριο, που θα ολοκληρωθεί το φεστιβάλ θα πάει σπίτι του με την αμοιβή του. Οι όροι της προσφοράς, ωστόσο, θόλωσαν τόσο που ο «καλλιτεχνικός διευθυντής» έγινε πάλι θέση διεκδικήσιμη από εταιρείες παραγωγής, επιτυγχάνοντας έτσι μια ξεγυρισμένη τρύπα στο νερό.
Δεν ξέρω τι ακριβώς είχαν στην άκρη του μυαλού τους οι εμπνευστές της ιδέας, ωστόσο, το καθεστώς που προωθείται πόρρω απέχει από τα επιτυχημένα μοντέλα αντίστοιχων διοργανώσεων του εξωτερικού όπου ο καλλιτεχνικός διευθυντής βάζει τη σφραγίδα του και αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη της διοργάνωσης. Σε μόνιμη βάση κι όχι με συμβόλαιο «καμικάζι», που βάζει τους ενδιαφερόμενους σε πειρασμό για αρπαχτές.
Εδώ και πολλά χρόνια έχει διαπιστωθεί η ανάγκη να αλλάξει –επιτέλους δηλαδή- το αναχρονιστικό καθεστώς διοργάνωσης του Φεστιβάλ Κύπρια. Το παράδειγμα της Ελλάδα στην προκειμένη περίπτωση θεωρείται επιτυχημένο. Από τον καιρό που ανέλαβε ο Γιώργος Λούκος, έχει κάνει σημαντικά βήματα προόδου το Φεστιβάλ Αθηνών κι έχει καταξιωθεί στη συνείδηση του κόσμου. Η πρώτη του δουλειά όταν ανέλαβε πριν από έξι χρόνια ήταν να κλείσει διάπλατα την πόρτα –και σφιχτά την κάνουλα- στους μεσάζοντες. Κλείνει ο ίδιος απευθείας όλες σχεδόν τις παραγωγές, έχοντας τακτικές επαφές με τους δημιουργούς και την καλλιτεχνική παραγωγή κι έχοντας φυσικά την ευχέρεια να ταξιδεύει σε φεστιβάλ στο εξωτερικό προκειμένου να μετακαλέσει καταξιωμένα σχήματα στην Ελλάδα. Ο ΘΟΚ, που «τσινάει» επειδή έχασε το «κεκτημένο» της κυπριακής εκπροσώπησης κάθε χρόνο στο Φεστιβάλ Επιδαύρου και πρέπει πλέον κάθε φορά να πείθει με ολοκληρωμένη πρόταση αυτοπροσώπως τον Γ. Λούκο, αν θέλει να συμμετέχει, γνωρίζει καλά για τι πράγμα μιλάμε.
Κάτι ανάλογο χρειάζεται και το Φεστιβάλ Κύπρια. Έναν άνθρωπο που θα υπογράψει συμβόλαιο για 3-4-5 χρόνια και θα έχει ως μόνιμη απασχόληση κι έγνοια την ανάπτυξη της διοργάνωσης. Που θα έχει πλήρη εικόνα της ντόπιας παραγωγής, αλλά και δεν θα μένει στο μικρόκοσμο των τοπικών παραγωγών, θα ανοίγει στο φιλοθέαμον κοινό το παράθυρο στον κόσμο. Παράλληλα, θα κόπτεται και για την οικονομική ευρωστία του φεστιβάλ, αλλά και την περαιτέρω εξέλιξή του.
Παρότι το κυβερνών κόμμα βλέπει απολύτως θετικά αυτό το μοντέλο είναι ζήτημα αν θα γίνει τελικά κάποιο θετικό βήμα. Προς το παρόν, υπάρχουν βουλευτές που –ούτε λίγο, ούτε πολύ- διερωτώνται: «καλά δεν ήταν τόσο καιρό το φεστιβάλ, έρμαιο της γραφειοκρατίας και των μεσαζόντων; Γιατί να το αλλάξουμε;»
Τουλάχιστον αποκαρδιωτική είναι η ΑΣΧΕΤΟΣΥΝΗ –με το μπαρδόν δηλαδή- των βουλευτών στα θέματα Πολιτισμού. Και δεν υπάρχει ευκολότερος τρόπος να διαπιστώσει κανείς του λόγου το αληθές από την αφέλεια παιδιού του δημοτικού που χαρακτηρίζει τις ερωτήσεις που κάνουν όταν συζητούν σχετικά ζητήματα στις κοινοβουλευτικές επιτροπές. Στη χάση και στη φέξη, δηλαδή, που ξεπέφτει κανένα θέμα κατά ‘κει κι αυτό συνήθως για κάτι κακό κι όχι για κάποια ουσιαστική θεσμική εξέλιξη στην πολιτιστική πολιτική.
Τις προάλλες η Επιτροπή Ελέγχου ασχολήθηκε με κάποια σοβαρά λάθη που εντοπίστηκαν στη διαχείριση της προσφοράς για τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του φεστιβάλ Κύπρια 2012. Καλώς, άσχετα αν πρόκειται για ένα θέμα που ουσιαστικά αφορούσε παρατυπίες νομικίστικης φύσης.
«Γιατί απαιτείται τώρα καλλιτεχνικός διευθυντής για τα Κύπρια, ενώ προηγουμένως οι προσφορές για τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις για το ίδιο φεστιβάλ, τύγχαναν απευθείας χειρισμού από το Υπουργείο Παιδείας;» Όχι το ερώτημα δεν το θέτω εγώ, τέθηκε κανονικά στη συνεδρία της Επιτροπής Ελέγχου. Και είναι ενδεικτικό της ιδέας και της εκτίμησης που τρέφουν αυτοί που ορίζουν τις τύχες μας (μπρρρρ) για τη σημαντικότερη καλλιτεχνική διοργάνωση στο νησί. Το ερώτημα θα έπρεπε να είναι «γιατί χρειάζεται ένας καλλιτεχνικός διευθυντής που να κάνει πρόσκαιρα το μεσάζοντα, δηλαδή τη δουλειά που έκανε πριν η καλλιτεχνική επιτροπή και επιπλέον να πληρώνεται γι’ αυτό;».
Λόγω Προεδρίας της ΕΕ, υποθέτω, φέτος αποφασίστηκε η ανάθεση της ευθύνης της διοργάνωσης του φεστιβάλ σε έναν άνθρωπο, αντί σε μια δυσκίνητη και δυσλειτουργική επιτροπή, ο οποίος θα έχει να διαχειριστεί ένα τεράστιο μπάτζετ και να αρχίσει τα πάρε- δώσε με παραγωγούς και ατζέντηδες για να φέρει σε πέρας ένα φεστιβάλ υψηλών απαιτήσεων. Και τον Οκτώβριο, που θα ολοκληρωθεί το φεστιβάλ θα πάει σπίτι του με την αμοιβή του. Οι όροι της προσφοράς, ωστόσο, θόλωσαν τόσο που ο «καλλιτεχνικός διευθυντής» έγινε πάλι θέση διεκδικήσιμη από εταιρείες παραγωγής, επιτυγχάνοντας έτσι μια ξεγυρισμένη τρύπα στο νερό.
Δεν ξέρω τι ακριβώς είχαν στην άκρη του μυαλού τους οι εμπνευστές της ιδέας, ωστόσο, το καθεστώς που προωθείται πόρρω απέχει από τα επιτυχημένα μοντέλα αντίστοιχων διοργανώσεων του εξωτερικού όπου ο καλλιτεχνικός διευθυντής βάζει τη σφραγίδα του και αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη της διοργάνωσης. Σε μόνιμη βάση κι όχι με συμβόλαιο «καμικάζι», που βάζει τους ενδιαφερόμενους σε πειρασμό για αρπαχτές.
Εδώ και πολλά χρόνια έχει διαπιστωθεί η ανάγκη να αλλάξει –επιτέλους δηλαδή- το αναχρονιστικό καθεστώς διοργάνωσης του Φεστιβάλ Κύπρια. Το παράδειγμα της Ελλάδα στην προκειμένη περίπτωση θεωρείται επιτυχημένο. Από τον καιρό που ανέλαβε ο Γιώργος Λούκος, έχει κάνει σημαντικά βήματα προόδου το Φεστιβάλ Αθηνών κι έχει καταξιωθεί στη συνείδηση του κόσμου. Η πρώτη του δουλειά όταν ανέλαβε πριν από έξι χρόνια ήταν να κλείσει διάπλατα την πόρτα –και σφιχτά την κάνουλα- στους μεσάζοντες. Κλείνει ο ίδιος απευθείας όλες σχεδόν τις παραγωγές, έχοντας τακτικές επαφές με τους δημιουργούς και την καλλιτεχνική παραγωγή κι έχοντας φυσικά την ευχέρεια να ταξιδεύει σε φεστιβάλ στο εξωτερικό προκειμένου να μετακαλέσει καταξιωμένα σχήματα στην Ελλάδα. Ο ΘΟΚ, που «τσινάει» επειδή έχασε το «κεκτημένο» της κυπριακής εκπροσώπησης κάθε χρόνο στο Φεστιβάλ Επιδαύρου και πρέπει πλέον κάθε φορά να πείθει με ολοκληρωμένη πρόταση αυτοπροσώπως τον Γ. Λούκο, αν θέλει να συμμετέχει, γνωρίζει καλά για τι πράγμα μιλάμε.
Κάτι ανάλογο χρειάζεται και το Φεστιβάλ Κύπρια. Έναν άνθρωπο που θα υπογράψει συμβόλαιο για 3-4-5 χρόνια και θα έχει ως μόνιμη απασχόληση κι έγνοια την ανάπτυξη της διοργάνωσης. Που θα έχει πλήρη εικόνα της ντόπιας παραγωγής, αλλά και δεν θα μένει στο μικρόκοσμο των τοπικών παραγωγών, θα ανοίγει στο φιλοθέαμον κοινό το παράθυρο στον κόσμο. Παράλληλα, θα κόπτεται και για την οικονομική ευρωστία του φεστιβάλ, αλλά και την περαιτέρω εξέλιξή του.
Παρότι το κυβερνών κόμμα βλέπει απολύτως θετικά αυτό το μοντέλο είναι ζήτημα αν θα γίνει τελικά κάποιο θετικό βήμα. Προς το παρόν, υπάρχουν βουλευτές που –ούτε λίγο, ούτε πολύ- διερωτώνται: «καλά δεν ήταν τόσο καιρό το φεστιβάλ, έρμαιο της γραφειοκρατίας και των μεσαζόντων; Γιατί να το αλλάξουμε;»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου