Το γεγονός ότι η αναλωσιμότητα του Χαμπιαούρη βοεί δεν σημαίνει ότι θα πουλήσει φτηνά το τομάρι του.
Στην περίπτωση της Κύπρου, ο Αύγουστος είναι ένας κατεξοχήν μήνας ειδήσεων και εξελίξεων. Ο Ουμπέρτο Έκο θα έσκιζε τα πτυχία του. Και η περίοδος της καλοκαιρινής ραστώνης, Ιουλίου- Αυγούστου, είναι η ιδανική για να τσιγκλίσει κανείς τους εκπαιδευτικούς. Ειδικά, αν επιθυμεί, επί παραδείγματι, να ελαφρύνει επικοινωνιακά το αβάσταχτο βάρος της κατάρρευσης του Συνεργατισμού, με την Κυβέρνηση να γνωρίζει καλά ότι παραπάει για την υστεροφημία της να έχει σκαλίσει την υπογραφή της στην ταφόπλακα και δεύτερου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Όπως το πηγαίνει, δεν θα αφήσει τράπεζα για τράπεζα και υπό μία έννοια έχει επιφέρει πλήγματα στο ψαχνό του καπιταλιστικού Μινώταυρου που μια αριστερή κυβέρνηση δεν θα μπορούσε ούτε να φαντασιωθεί.
Έτσι κι αλλιώς, μετά την απομάκρυνση από την κάλπη ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Ο Αναστασιάδης δεν ενδιαφέρεται για τρίτη θητεία κι αυτό φαινομενικά προσδίδει μια ελευθερία κινήσεων στη διακυβέρνηση χωρίς τον βραχνά του πολιτικού κόστους. Όμως, δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό ισχύει. Διότι αφενός κανείς δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος μπροστά στη λαϊκή κατακραυγή και αφετέρου –και κυριότερο- στην κυβέρνησή του κάθε άλλο παρά έλλειψη υπάρχει σε στελέχη με φιλοδοξίες, τα οποία ουδεμία πρόθεση έχουν να διακινδυνεύσουν το πολιτικό τους μέλλον.
Όμως, ο Κώστας Χαμπιαούρης ΔΕΝ είναι ένας από αυτούς. Κι όσο περνά ο καιρός, τόσο περισσότερο νόημα βγάζει η επιλογή του Προέδρου να του αναθέσει το χαρτοφυλάκιο, η οποία ξάφνιασε τους εμπλεκόμενους στον τομέα της Παιδείας και κούφανε τους ανθρώπους του Πολιτισμού. Περισσότερο μοιάζει με καμικάζι επιφορτισμένο με μια συγκεκριμένη αποστολή, προορισμένο να «εκραγεί» ζωσμένος με το επικοινωνιακό βάρος ειλημμένων πολιτικών αποφάσεων. Το γεγονός ότι η αναλωσιμότητα του Χαμπιαούρη βοεί δεν σημαίνει ότι θα πουλήσει φτηνά το τομάρι του. Είναι ειλικρινής όταν διατείνεται όπου σταθεί κι όπου βρεθεί ότι η πολιτική που ακολουθεί δεν είναι παρά η πολιτική της κυβέρνησης. Συνεπώς, θα παραιτηθεί μόνο όταν τελειώσει τη δουλειά. Όταν δηλαδή σπάσει τις αδιαπέραστες γραμμές των πανίσχυρων συνδικάτων με τον πολιορκητικό κριό ενός δήθεν εξορθολογισμού, περνώντας ένα σαφές μήνυμα προς όλους.
Οι εκπαιδευτικές οργανώσεις, πάλι, δεν έχασαν την ευκαιρία να κάνουν επίδειξη δύναμης παρότι γνωρίζουν ότι μέχρι ενός σημείου τους έχουν φέρει προ τετελεσμένων, τη στιγμή που η έναρξη της σχολικής χρονιάς μετρά αντίστροφα. Σύντομα, η ήδη διχασμένη κοινωνία θ’ αρχίσει να στρέφεται όλο και περισσότερο εναντίον τους, όταν το τεταμένο κλίμα μεταφερθεί και άμεσα στην καθημερινότητα του απλού κόσμου. Και στα μάτια της κοινής γνώμης οι αλύγιστοι εκπαιδευτικοί, οι αγωνιστές για ένα υγιές και ανεξάρτητο δημόσιο σχολείο, ολοένα και θα μετατρέπονται σε μια προνομιούχα κάστα εργαζομένων τους οποίους απλά κάποιος τούς πάτησε τον συνδικαλιστικό κάλο.
Εξακολουθώ να πιστεύω ότι ακόμη και στα υψηλότερα κλιμάκια των εκπαιδευτικών οργανώσεων –ή ειδικά εκεί- δεν υπάρχει επίγνωση για το ποιο είναι το πραγματικό διακύβευμα. Θα έπρεπε να είναι οι πρώτοι που απαιτούν και διεκδικούν τον εξορθολογισμό και τον εκσυγχρονισμό του δημόσιου σχολείου. Όχι όμως φυσικά στη βάση της υποκριτικά λογιστικής φιλοσοφίας των κυβερνώντων, αλλά με γνώμονα την επίτευξη της ιδεώδους ανθρωπιστικής μόρφωσης. Θα έπρεπε να πρωτοστατήσουν σε μια διευρυμένη και ριζική προσπάθεια αναδιαμόρφωσης ενός εκπαιδευτικού συστήματος που καθιστά τον καθένα απ’ αυτούς βολικό γρανάζι μιας προβληματικής, σκουριασμένης και μη παραγωγικής μηχανής.
Αν μπορεί να βγει κάτι θετικό λοιπόν από τη θερινή Χαμπιαουριάδα είναι η ευκαιρία της εκπαιδευτικής κοινότητας να μετρήσει τις δυνάμεις της και να ζυγίσει τη βούλησή της ν’ αλλάξει ρότα, όχι φυσικά προς υπεράσπιση στοιχειωδών ή προνομιακών εργασιακών δικαιωμάτων, αλλά προς όφελος της παιδευτικής διεργασίας.
Στην περίπτωση της Κύπρου, ο Αύγουστος είναι ένας κατεξοχήν μήνας ειδήσεων και εξελίξεων. Ο Ουμπέρτο Έκο θα έσκιζε τα πτυχία του. Και η περίοδος της καλοκαιρινής ραστώνης, Ιουλίου- Αυγούστου, είναι η ιδανική για να τσιγκλίσει κανείς τους εκπαιδευτικούς. Ειδικά, αν επιθυμεί, επί παραδείγματι, να ελαφρύνει επικοινωνιακά το αβάσταχτο βάρος της κατάρρευσης του Συνεργατισμού, με την Κυβέρνηση να γνωρίζει καλά ότι παραπάει για την υστεροφημία της να έχει σκαλίσει την υπογραφή της στην ταφόπλακα και δεύτερου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Όπως το πηγαίνει, δεν θα αφήσει τράπεζα για τράπεζα και υπό μία έννοια έχει επιφέρει πλήγματα στο ψαχνό του καπιταλιστικού Μινώταυρου που μια αριστερή κυβέρνηση δεν θα μπορούσε ούτε να φαντασιωθεί.
Έτσι κι αλλιώς, μετά την απομάκρυνση από την κάλπη ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Ο Αναστασιάδης δεν ενδιαφέρεται για τρίτη θητεία κι αυτό φαινομενικά προσδίδει μια ελευθερία κινήσεων στη διακυβέρνηση χωρίς τον βραχνά του πολιτικού κόστους. Όμως, δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό ισχύει. Διότι αφενός κανείς δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος μπροστά στη λαϊκή κατακραυγή και αφετέρου –και κυριότερο- στην κυβέρνησή του κάθε άλλο παρά έλλειψη υπάρχει σε στελέχη με φιλοδοξίες, τα οποία ουδεμία πρόθεση έχουν να διακινδυνεύσουν το πολιτικό τους μέλλον.
Όμως, ο Κώστας Χαμπιαούρης ΔΕΝ είναι ένας από αυτούς. Κι όσο περνά ο καιρός, τόσο περισσότερο νόημα βγάζει η επιλογή του Προέδρου να του αναθέσει το χαρτοφυλάκιο, η οποία ξάφνιασε τους εμπλεκόμενους στον τομέα της Παιδείας και κούφανε τους ανθρώπους του Πολιτισμού. Περισσότερο μοιάζει με καμικάζι επιφορτισμένο με μια συγκεκριμένη αποστολή, προορισμένο να «εκραγεί» ζωσμένος με το επικοινωνιακό βάρος ειλημμένων πολιτικών αποφάσεων. Το γεγονός ότι η αναλωσιμότητα του Χαμπιαούρη βοεί δεν σημαίνει ότι θα πουλήσει φτηνά το τομάρι του. Είναι ειλικρινής όταν διατείνεται όπου σταθεί κι όπου βρεθεί ότι η πολιτική που ακολουθεί δεν είναι παρά η πολιτική της κυβέρνησης. Συνεπώς, θα παραιτηθεί μόνο όταν τελειώσει τη δουλειά. Όταν δηλαδή σπάσει τις αδιαπέραστες γραμμές των πανίσχυρων συνδικάτων με τον πολιορκητικό κριό ενός δήθεν εξορθολογισμού, περνώντας ένα σαφές μήνυμα προς όλους.
Οι εκπαιδευτικές οργανώσεις, πάλι, δεν έχασαν την ευκαιρία να κάνουν επίδειξη δύναμης παρότι γνωρίζουν ότι μέχρι ενός σημείου τους έχουν φέρει προ τετελεσμένων, τη στιγμή που η έναρξη της σχολικής χρονιάς μετρά αντίστροφα. Σύντομα, η ήδη διχασμένη κοινωνία θ’ αρχίσει να στρέφεται όλο και περισσότερο εναντίον τους, όταν το τεταμένο κλίμα μεταφερθεί και άμεσα στην καθημερινότητα του απλού κόσμου. Και στα μάτια της κοινής γνώμης οι αλύγιστοι εκπαιδευτικοί, οι αγωνιστές για ένα υγιές και ανεξάρτητο δημόσιο σχολείο, ολοένα και θα μετατρέπονται σε μια προνομιούχα κάστα εργαζομένων τους οποίους απλά κάποιος τούς πάτησε τον συνδικαλιστικό κάλο.
Εξακολουθώ να πιστεύω ότι ακόμη και στα υψηλότερα κλιμάκια των εκπαιδευτικών οργανώσεων –ή ειδικά εκεί- δεν υπάρχει επίγνωση για το ποιο είναι το πραγματικό διακύβευμα. Θα έπρεπε να είναι οι πρώτοι που απαιτούν και διεκδικούν τον εξορθολογισμό και τον εκσυγχρονισμό του δημόσιου σχολείου. Όχι όμως φυσικά στη βάση της υποκριτικά λογιστικής φιλοσοφίας των κυβερνώντων, αλλά με γνώμονα την επίτευξη της ιδεώδους ανθρωπιστικής μόρφωσης. Θα έπρεπε να πρωτοστατήσουν σε μια διευρυμένη και ριζική προσπάθεια αναδιαμόρφωσης ενός εκπαιδευτικού συστήματος που καθιστά τον καθένα απ’ αυτούς βολικό γρανάζι μιας προβληματικής, σκουριασμένης και μη παραγωγικής μηχανής.
Αν μπορεί να βγει κάτι θετικό λοιπόν από τη θερινή Χαμπιαουριάδα είναι η ευκαιρία της εκπαιδευτικής κοινότητας να μετρήσει τις δυνάμεις της και να ζυγίσει τη βούλησή της ν’ αλλάξει ρότα, όχι φυσικά προς υπεράσπιση στοιχειωδών ή προνομιακών εργασιακών δικαιωμάτων, αλλά προς όφελος της παιδευτικής διεργασίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου