Σελίδες

Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018

...καλά, εσύ ξέμπλεξες νωρίς

Όλοι μαζί αδελφωμένοι, ένας ροζ πολτός με αλεσμένο κρέας, προορισμένος να γίνει εύπεπτο λουκάνικο να μας δηλητηριάσει.

Αγαπητέ Χ.,


Δεν σου γράφω από τη φυλακή, αλλά τι σημασία έχει; Λίγο πολύ παντού το ίδιο είναι, όπως θα ‘λεγε κι ο Χρόνης Μίσσιος: φυλακή, τρελάδικο, κόμμα, κοινωνία. Ούτε μέσα μας δεν μπορούμε να είμαστε πια. Δεν είμαστε παρά φωνακλάδες αριθμοί, μπλεγμένοι σαν πουλιά στα δίχτυα μια απρόσωπης στατιστικής. Πνιγόμαστε σε μια ταραγμένη θάλασσα εγωκεντρισμού, ρουφηγμένοι μαζικά από τον καπιταληστρικό Καιάδα, μηχανικά αμήχανοι μπροστά στο δέος της πραγματικής ζωής.

Έλα, μη ξινίζεις για τον Μίσσιο. Άσε τι έλεγε το κόμμα. Αφού το ξέρεις ότι αυτοί τα βλέπουν όλα ή άσπρα ή μαύρα, κατά πώς τους βολεύει πάντα. Δεν πρόκειται ν’ αλλάξουν βιολί. Παραμένουν ακλόνητο σημείο αναφοράς, με χαμένο μπούσουλα. Ως προς αυτούς, μπορείς να πεις ότι δεν άλλαξε τίποτα από τότε που πέθανες.

Γενικά, με όσα συμβαίνουν, είναι καλύτερα που εσύ ξέμπλεξες νωρίς. Άσε που εγώ έχασα τη γη κάτω απ’ τα πόδια κι εξακολουθεί να μου φαίνεται εξοργιστικά πρόωρος ο χαμός σου. Δικό μου πρόβλημα. Εσύ γλίτωσες, άκου που σου λέω. Δεν αντιλέγω, πρόκανες να ζήσεις κάμποσες διαψεύσεις, είδες μύθους, οράματα και ιδέες να καταρρέουν, να μεταλλάσσονται, να τυποποιούνται. Δυστυχώς, το όνειρό σου πέθανε πριν από σένα. Όμως, πίστεψέ με, αυτά που ακολούθησαν ήταν τρισχειρότερα.

Σαν χθες, 10 Φεβρουαρίου, είχες την ονομαστική σου. Δεν θυμάμαι να τα πήγαινα ποτέ καλά μ’ αυτές τις γιορτές, θυμάμαι όμως ότι η συγκεκριμένη μέρα ήταν ιδιαίτερη, ειδικά για τη μάνα. Το ‘βλεπε σαν ευκαιρία να κοινωνικοποιηθεί λιγάκι, να περιμένει κόσμο στο σπίτι και να σε ξεκολλήσει για 1-2 ώρες απ’ την ευθύνη, τον αγώνα και το καθήκον που υπερφόρτωνες τους ώμους σου για 365 μέρες τον χρόνο.

Μια τέτοια μέρα ήταν, πρέπει να πήγαινα δημοτικό, που άγνωστο γιατί πήρα την πρωτοβουλία να κάνω τον dj. Άνοιξα την πόρτα στο παλιό πικάπ που ήταν και έπιπλο για την τηλεόραση και τράβηξα έναν δίσκο του Μίκη Θεοδωράκη. Βελόνα, βινύλιο, σκρατσάκι. Μαγεία. Το παράκανα με την ένταση κι έτσι τη φωνή της Φαραντούρη «σιγόνταρε» η γκρίνια της μάνας. Το θυμήθηκα πρόσφατα καθώς στριφογυρνούσα στο κρεβάτι με την έγνοια ότι θα ζήσω ν’ ακούσω τον Κασιδιάρη να τραγουδάει: «Κοπέλες του Άουσβιτς, του Νταχάου κοπέλες, μην είδατε την αγάπη μου;»

Τι; Ποιος είναι ο Κασιδιάρης; Αχ, τυχερέ. Πού να στα λέω. Άστα. Θα σου πω μόνο ότι επιστρέφουμε στη βαρβαρότητα. Όλο και περισσότεροι μεταμορφώνονται σε ρινόκερους. Τους αλάλιασε η κρίση, η ανέχεια, η διαφθορά, η ντροπή. Και η ανιστορησία. Τρώνε εθνικό παραμύθι αμάσητο. Έσφιξε το πράγμα. Αφού κλωσσήσαμε όλοι μαζί το αυγό του φιδιού, τώρα «θαυμάζουμε» την εκκόλαψη. Κι όλα αυτά με αριστερή κυβέρνηση.

Α, δεν σου το είπα το «καλό»; Μη χαίρεσαι, καλά ξαπλώνεις εκεί που είσαι. Με εφαρμοσμένη Αριστερά τα ζούμε αυτά. Αριστερά του κώλου, βέβαια. ΠΑΣΟΚ τραβεστί. Δεν υπάρχει Αριστερά πια. Ούτε καν σαν πλέγμα σκληροπυρηνικών γκρουπούσκουλων. Καθένας για πάρτη του. Πρόσωπα- νησιά. Άνθρωποι- τόποι εξορίας.

Κάπως έτσι είδα και τον Μίκη, στα 93 του, να αποποιείται το παρελθόν του και να ξεπλένει τον φασισμό σε μια ευρύχωρη «πατριωτική» αγκαλιά. Όπως σου τα λέω. Όλοι μαζί αδελφωμένοι, ένας ροζ πολτός με αλεσμένο κρέας, προορισμένος να γίνει εύπεπτο λουκάνικο να μας δηλητηριάσει. Αγαπούν την πατρίδα οι νεοναζί, λέει, απλά έχουν νευράκια επειδή πίνουν πολύ καφέ. Εσύ τον είδες και υπουργό του Μητσοτάκη, αλλά αυτό σχετικά ήταν πταίσμα.

Σ’ έπιασα μονότερμα. Κλείνω λέγοντας ότι εδώ πλέον ο ήλιος δεν είναι καθόλου βέβαιος για τον κόσμο. Και η ζωή δεν τραβάει την ανηφόρα, αλλά την κατηφόρα. Οι σημαίες και τα ταμπούρλα, βέβαια, είναι σταθερή αξία. Τελικά, η άνοιξη ήταν πολύ ακριβή κι ένα χελιδόνι δεν έφτανε.

Ο γιος σου, Γ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου