Ο εθνικισμός δεν είναι παροδική μόδα. Δεν έπαψε ποτέ να βρίσκει πρόσφορο έδαφος στην κυπριακή κοινωνία.
Το Μάιο του 2012, όταν οι συμμορίτες της Χρυσής Αυγής πρωτομαγάριζαν με τα μισανθρωπικά τους τσαρούχια το δάπεδο του ελληνικού κοινοβουλίου, σημείωνα απ’ αυτήν εδώ τη στήλη ότι στην Κύπρο δεν πρέπει να βγάζουμε την ουρά μας απ’ έξω, διότι οι εκφραστές του ακραίου εθνικισμού λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία και ισχύει το «γιορτή δική τους, παραμονή δική μας». Δεν διεκδικώ ούτε μασάω, βέβαια, δάφνες μάντη. Δεν χρειάζεται κανείς ιδιαίτερα σφυρηλατημένο πολιτικό ένστικτο για να σημειώνει το αυτονόητο.
Το εκλογικό αποτέλεσμα του εθνικιστικού λαϊκιστικού μετώπου στον Α’ Γύρο των προεδρικών εκλογών είναι ένα ζήτημα που δεν έχουμε την πολυτέλεια να υποτιμήσουμε. Οι επιτελείς του δεν είναι τόσο κωθώνια να πιστεύουν ότι υπήρχε περίπτωση στη συγκεκριμένη συγκυρία η υποψηφιότητα του Χρίστου Χρίστου να διεκδικήσει κάτι περισσότερο από ένα καλό πλασάρισμα. Προφανώς, δεν τους ενδιέφερε η πολιτική ουσία της αναζήτησης ενός υποψηφίου με συγκλίνουσες απόψεις σε κάποια βασικά θέματα, όπως το στοιχειωμένο εθνικό. Χώρος άλλωστε για στοχευμένες ψήφους υπάρχει στον δεύτερο γύρο. Υιοθετώντας μια σχετικά χαμηλότονη επικοινωνιακή στρατηγική, εστίασαν σε μια επίδειξη δύναμης που προβάλλει και επιβεβαιώνει το ευνοϊκό τους μομέντουμ. Το οποίο δεν είναι βέβαια κυπριακό, ούτε καν ελληνικό φαινόμενο, έχει όμως τις δικές του ιδιαιτερότητες.
Σε όσους έπεσαν από τα σύννεφα θεωρώντας εκκωφαντικό το ποσοστό του 5,65% και τους 21.846 ψήφους, σε σχέση π.χ. με τους 13.040 των Βουλευτικών του 2016, θέλω να αντιτείνω την πεποίθηση πως το πραγματικό ποσοστό συμπολιτών μας που ενστερνίζονται ή διάκεινται φιλικά προς τις μισαλλόδοξες, αλυτρωτικές, βιαιολατρικές και στρατολαγνικές τους θέσεις είναι πολύ μεγαλύτερο. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Ο εθνικισμός δεν είναι παροδική μόδα. Δεν έπαψε ποτέ να βρίσκει πρόσφορο έδαφος στην κυπριακή κοινωνία.
Εντούτοις, αφενός το ποσοστό αυτό συμπιεζόταν επί τέσσερις δεκαετίες από το καταστροφικό όνειδος του 1974 κι όλα αυτά τα χρόνια υπέβοσκε σε λανθάνουσα μορφή βρίσκοντας θαλπωρή σε άλλα κομματικά μαντριά. Αφετέρου, η ακροεθνικιστική ιδεολογία έχει τα τελευταία χρόνια βρει, σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο, τις ιδανικές οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές συνθήκες για να ξεπροβάλλει από το χώμα και να απλώσει τα κνιδώδη φύλλα και τα αιχμηρά της αγκάθια.
Η λέξη- κλειδί είναι η «απενοχοποίηση». Η διαδρομή από το περιθώριο στη βιτρίνα της πολιτικής σκηνής αποδεικνύεται εφιαλτικά σύντομη. Αντιστρέφοντας μοιραίες αμαρτίες και ηθικά μειονεκτήματα, που έχει καταδικάσει μετά βδελυγμίας η ίδια την ιστορία της ανθρωπότητας, οι δασκαλεμένοι και πονηρεμένοι πλέον λύκοι τους μίσους ενδύονται την προβιά μιας αναβράζουσας μετριοπάθειας. Παράλληλα, μπολιάζουν την επικοινωνιακή τους προέλαση με την προσφιλή τακτική της εξιδανίκευσης μύθων, της καλλιέργειας υποσχέσεων για επανάκτηση της εθνικής τιμής και στοχοποιώντας μειονοτικές κατηγορίες του πληθυσμού.
Το τέρας τρέφεται από την πολιτική μετριότητα των εκάστοτε λαφυραγωγών της εξουσίας, τον καρκίνο της διαπλοκής, τα υποτραπέζια παιχνίδια, τη συνωμοσιοπαράνοια και φυσικά την ανέχεια και τον πληγωμένο εγωισμό και πατριωτισμό του λαού. Κοινώς, όλα τους πάνε (ακρο)δεξιά.
Μην πάτε μακριά. Η ρίζα του προβλήματος είναι δίπλα μας. Εκτός από το ψηφοθηρικό κανάκεμα από πολιτικά κόμματα, στο ακόνισμα των αιχμών του εθνικιστικού λόγου συμβάλλουν καθοριστικά η εκκλησία, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το εκπαιδευτικό σύστημα. Ειδικά το τελευταίο. Δεν είναι μυστικό ότι το σχολείο αποτελεί το κατεξοχήν εκκολαπτήριο διαστρέβλωσης κυρίαρχων αφηγημάτων και αλλοίωσης της επιστημονικά τεκμηριωμένης προσέγγισης του παρελθόντος, σε μια προσπάθεια να ντοπαριστεί το φρόνημα της νέας γενιάς με μια ψευδαίσθηση «εθνικής ανωτερότητας».
Η αγάπη του καθενός για τον τόπο του είναι στομαχική, δηλαδή φυσιολογική. Και φυσικά θεμιτή. Άλλο όμως αυτό κι άλλο να γίνεται αντικείμενο καπηλείας και καναλιζαρίσματος από αρρωστημένες ιδεοληψίες.
Το Μάιο του 2012, όταν οι συμμορίτες της Χρυσής Αυγής πρωτομαγάριζαν με τα μισανθρωπικά τους τσαρούχια το δάπεδο του ελληνικού κοινοβουλίου, σημείωνα απ’ αυτήν εδώ τη στήλη ότι στην Κύπρο δεν πρέπει να βγάζουμε την ουρά μας απ’ έξω, διότι οι εκφραστές του ακραίου εθνικισμού λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία και ισχύει το «γιορτή δική τους, παραμονή δική μας». Δεν διεκδικώ ούτε μασάω, βέβαια, δάφνες μάντη. Δεν χρειάζεται κανείς ιδιαίτερα σφυρηλατημένο πολιτικό ένστικτο για να σημειώνει το αυτονόητο.
Το εκλογικό αποτέλεσμα του εθνικιστικού λαϊκιστικού μετώπου στον Α’ Γύρο των προεδρικών εκλογών είναι ένα ζήτημα που δεν έχουμε την πολυτέλεια να υποτιμήσουμε. Οι επιτελείς του δεν είναι τόσο κωθώνια να πιστεύουν ότι υπήρχε περίπτωση στη συγκεκριμένη συγκυρία η υποψηφιότητα του Χρίστου Χρίστου να διεκδικήσει κάτι περισσότερο από ένα καλό πλασάρισμα. Προφανώς, δεν τους ενδιέφερε η πολιτική ουσία της αναζήτησης ενός υποψηφίου με συγκλίνουσες απόψεις σε κάποια βασικά θέματα, όπως το στοιχειωμένο εθνικό. Χώρος άλλωστε για στοχευμένες ψήφους υπάρχει στον δεύτερο γύρο. Υιοθετώντας μια σχετικά χαμηλότονη επικοινωνιακή στρατηγική, εστίασαν σε μια επίδειξη δύναμης που προβάλλει και επιβεβαιώνει το ευνοϊκό τους μομέντουμ. Το οποίο δεν είναι βέβαια κυπριακό, ούτε καν ελληνικό φαινόμενο, έχει όμως τις δικές του ιδιαιτερότητες.
Σε όσους έπεσαν από τα σύννεφα θεωρώντας εκκωφαντικό το ποσοστό του 5,65% και τους 21.846 ψήφους, σε σχέση π.χ. με τους 13.040 των Βουλευτικών του 2016, θέλω να αντιτείνω την πεποίθηση πως το πραγματικό ποσοστό συμπολιτών μας που ενστερνίζονται ή διάκεινται φιλικά προς τις μισαλλόδοξες, αλυτρωτικές, βιαιολατρικές και στρατολαγνικές τους θέσεις είναι πολύ μεγαλύτερο. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Ο εθνικισμός δεν είναι παροδική μόδα. Δεν έπαψε ποτέ να βρίσκει πρόσφορο έδαφος στην κυπριακή κοινωνία.
Εντούτοις, αφενός το ποσοστό αυτό συμπιεζόταν επί τέσσερις δεκαετίες από το καταστροφικό όνειδος του 1974 κι όλα αυτά τα χρόνια υπέβοσκε σε λανθάνουσα μορφή βρίσκοντας θαλπωρή σε άλλα κομματικά μαντριά. Αφετέρου, η ακροεθνικιστική ιδεολογία έχει τα τελευταία χρόνια βρει, σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο, τις ιδανικές οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές συνθήκες για να ξεπροβάλλει από το χώμα και να απλώσει τα κνιδώδη φύλλα και τα αιχμηρά της αγκάθια.
Η λέξη- κλειδί είναι η «απενοχοποίηση». Η διαδρομή από το περιθώριο στη βιτρίνα της πολιτικής σκηνής αποδεικνύεται εφιαλτικά σύντομη. Αντιστρέφοντας μοιραίες αμαρτίες και ηθικά μειονεκτήματα, που έχει καταδικάσει μετά βδελυγμίας η ίδια την ιστορία της ανθρωπότητας, οι δασκαλεμένοι και πονηρεμένοι πλέον λύκοι τους μίσους ενδύονται την προβιά μιας αναβράζουσας μετριοπάθειας. Παράλληλα, μπολιάζουν την επικοινωνιακή τους προέλαση με την προσφιλή τακτική της εξιδανίκευσης μύθων, της καλλιέργειας υποσχέσεων για επανάκτηση της εθνικής τιμής και στοχοποιώντας μειονοτικές κατηγορίες του πληθυσμού.
Το τέρας τρέφεται από την πολιτική μετριότητα των εκάστοτε λαφυραγωγών της εξουσίας, τον καρκίνο της διαπλοκής, τα υποτραπέζια παιχνίδια, τη συνωμοσιοπαράνοια και φυσικά την ανέχεια και τον πληγωμένο εγωισμό και πατριωτισμό του λαού. Κοινώς, όλα τους πάνε (ακρο)δεξιά.
Μην πάτε μακριά. Η ρίζα του προβλήματος είναι δίπλα μας. Εκτός από το ψηφοθηρικό κανάκεμα από πολιτικά κόμματα, στο ακόνισμα των αιχμών του εθνικιστικού λόγου συμβάλλουν καθοριστικά η εκκλησία, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το εκπαιδευτικό σύστημα. Ειδικά το τελευταίο. Δεν είναι μυστικό ότι το σχολείο αποτελεί το κατεξοχήν εκκολαπτήριο διαστρέβλωσης κυρίαρχων αφηγημάτων και αλλοίωσης της επιστημονικά τεκμηριωμένης προσέγγισης του παρελθόντος, σε μια προσπάθεια να ντοπαριστεί το φρόνημα της νέας γενιάς με μια ψευδαίσθηση «εθνικής ανωτερότητας».
Η αγάπη του καθενός για τον τόπο του είναι στομαχική, δηλαδή φυσιολογική. Και φυσικά θεμιτή. Άλλο όμως αυτό κι άλλο να γίνεται αντικείμενο καπηλείας και καναλιζαρίσματος από αρρωστημένες ιδεοληψίες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου